Φόβος και ελπίδα μπροστά στην κάλπη

Standard

 του Γιώργου Κατσαμπέκη

Μπαλτύς, "Ο δρόμος", 1933

Μπαλτύς, «Ο δρόμος», 1933

Μια συντηρητική ψήφος που εδράζεται πρωτίστως στον φόβο, μια προοδευτική (ριζοσπαστική, και ενίοτε αντισυστημική) ψήφος που εδράζεται κυρίως στην ελπίδα. Με αυτό το δίπολο θα μπορούσε κανείς να περιγράψει, σχηματικά αλλά όχι ανακριβώς πιστεύω, τον πολιτικό ανταγωνισμό σήμερα.

Ακριβώς στην τομή φόβου και ελπίδας (αν και όχι μόνο εκεί) μπορούμε να αναζητήσουμε την ερμηνεία της δυναμικής του ιδιότυπου μορφώματος του Στ. Θεοδωράκη, απέναντι στο οποίο εκφράζεται αμήχανα σημαντικό κομμάτι της Αριστεράς. Το «Ποτάμι» μπορεί σε πολλά σημεία, και ιδιαίτερα στις τοποθετήσεις του για την οικονομία, να μην κινείται μακριά από την κοινοτοπία της νεοφιλελεύθερης πεπατημένης, και με αυτή την έννοια να μην εκφράζει τίποτα το ουσιαστικά νέο ή καινοτόμο. Από την άλλη, ο τρόπος και το ύφος του πολιτεύεσθαι που έχει επιλέξει οικοδομείται πάνω σε έναν ιδιότυπο αντισυστημισμό, ο οποίος δεν είναι μόνο αντι-κομματικός αλλά και αντι-πολιτικός. Και εδώ –όσο και αν μας ξενίζει ίσως– υπάρχει ένας ουσιαστικός χώρος ζήτησης από τη μεριά της κοινωνίας. Κι αυτό γιατί τα δύο παραδοσιακά κόμματα της μεταπολίτευσης, με τη δική τους κατάρρευση, συμπαρέσυραν και την ίδια την ιδέα του κόμματος ως βασικού πυλώνα της σύγχρονης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, ενώ απαξίωσαν και την ίδια την πολιτική ως ανοιχτή και διηνεκή αγωνιστική αντιπαράθεση γύρω από τους όρους διευθέτησης των κοινών υποθέσεων σε μια δημοκρατική κοινωνία.

Η μέση αριστερή κριτική πένα (αν υποθέσουμε ότι υπάρχει) δεν διακρίνει μάλλον τίποτα ιδιαίτερα «αντι-συστημικό» ή «ανανεωτικό» σε ένα αυστηρά προσωποκεντρικό και αρχηγοκεντρικό κόμμα, χτισμένο γύρω από έναν δημοφιλή δημοσιογράφο που ποτέ δεν ήρθε σε ρήξη με το σύστημα διακυβέρνησης των τελευταίων δεκαετιών. Από την άλλη, αυτό το βλέμμα δεν συναντιέται απαραίτητα και με το βλέμμα ενός σημαντικού κομματιού της κοινωνίας που, μέσα στην απόγνωση, την αγανάκτηση και την κόπωσή του, φαίνεται πως αρκείται να δει μερικά «αμόλυντα» πρόσωπα στην πολιτική· έναν αρχηγό με σακίδιο και βέσπα, που υιοθετεί μια πιο casual στάση στα τηλεοπτικά παράθυρα· ένα στυλ που παραπέμπει περισσότερο στην εικόνα του «outsider». Οι ονλάιν απλοποιημένες διαδικασίες, η απουσία κομματικής γραφειοκρατίας και τοπικών οργανώσεων με την παραδοσιακή τους μορφή, μερικές «πιασάρικες» (σχεδόν σλογκανικές) προτάσεις στη θέση επεξεργασμένου προγράμματος, εκλαμβάνονται ως στοιχεία ανανέωσης. Ως βήματα προς «τα μπρος», προς μια νέα και διαφορετική μορφή συγκρότησης του πολιτικού υποκειμένου — ακόμα κι αν στην πράξη τείνουν να αναπαραγάγουν τις παθογένειες του παραδοσιακού κομματικού συστήματος. Σε κάθε περίπτωση, το «Ποτάμι» δείχνει να αρθρώνεται γύρω από τον άξονα της «ελπίδας», και αυτό δεν πρέπει να υποτιμηθεί.

Σ’ αυτό το σημείο έγκειται, κατά τη γνώμη μου, και η μείζων πρόκληση για την Αριστερά: η καλλιέργεια ενός δημιουργικού κινητοποιητικού συναισθήματος ελπίδας στην κοινωνία, κάτι το οποίο προϋποθέτει ότι πείθεις για την επάρκειά σου ως δύναμη ρήξης και ριζικής ανανέωσης απέναντι σε ένα σύστημα που έχει αγγίξει τα όριά του. Ως δύναμη που δεν θα επαναφέρει απλώς ορισμένα από τα απολεσθέντα «κεκτημένα», αλλά φιλοδοξεί να θέσει τους όρους μιας νέας διευθέτησης: μιας νέας ηγεμονίας, με σαφώς δημοκρατικό και προοδευτικό πρόσημο. Αυτή η στάση προϋποθέτει μια γενναία θετική οικειοποίηση (και) της μεταρρυθμιστικής ατζέντας. Κάτι το οποίο, νομίζω, μένει να αναδειχθεί από τη μεριά του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος στην προεκλογική του καμπάνια μέχρι τώρα έχει υιοθετήσει σε μεγάλο βαθμό την προβολή της απώλειας (και κάποτε της νοσταλγίας), δίνοντας έτσι μεγαλύτερη έμφαση στην ανάκτηση των απολεσθέντων, και συνεπώς την επιστροφή σε ένα πρόσφατο παρελθόν. Πώς αλλιώς να κατανοήσουμε το σύνολο των αφισών στις οποίες αναπαράγεται η ίδια απώλεια, στις διαφορετικές της μορφές: το ψυγείο μας που άδειασε, οι επιχειρήσεις μας που έκλεισαν, τα φάρμακα που δεν μπορούμε να αγοράσουμε, η φωνή μας (ΕΡΤ) που σίγησε, τα παιδιά μας που μετανάστευσαν κ.ο.κ.;

Αδιαμφισβήτητα, αυτή η αφήγηση παραπέμπει σε μια βιωμένη πραγματικότητα, ένα χαίνον κοινωνικό τραύμα με το οποίο όλοι οφείλουν να αναμετρηθούν. Ωστόσο, αν αυτή η εικόνα δεν ισορροπεί με ένα σαφές θετικό πρόταγμα που θα τονίζει και θα προεικονίζει ξεκάθαρα την προοπτική μιας ριζικής δημοκρατικής ανασυγκρότησης, επαναφέροντας έμπρακτα (και όχι μόνο με εγκλήσεις) το λαϊκό υποκείμενο στο κέντρο των πολιτικών διεργασιών και των αποφάσεων, υπάρχει ένας σημαντικός κίνδυνος: να εγκλωβιστεί η Αριστερά σε μια μάχη οπισθοφυλακών (κάτι που σε μεγάλο βαθμό αναγκαστικά και δικαιολογημένα έχει γίνει μέχρι σήμερα), υπερασπιζόμενη κεκτημένα και απολεσθέντα, μένοντας, τελικά, με το στίγμα της «αντιμεταρρυθμιστικής» (και επομένως συντηρητικής) δύναμης. Η μάχη όμως της Αριστεράς σε καιρούς μείζονος κρίσης του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, σε καιρούς ρευστούς και μεταβατικούς, δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι (μόνο) μάχες οπισθοφυλακών.

 

Ο Γιώργος Κατσαμπέκης είναι υποψήφιος δρ του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s