Στα μονοπάτια της γκραμσιανής ηγεμονίας

Standard

συνέντευξη του Πέτερ Τόμας, στον Γιώργο Σουβλή

 4-thomasΟ Πέτερ Τόμας είναι λέκτορας με αντικείμενο της ιστορία της πολιτικής σκέψης στο Πανεπιστήμιο του Brunel στο Λονδίνο. Είναι συγγραφέας του The Gramscian Moment: Philosophy, Hegemony and Marxism, μέλος της συντακτικής ομάδας του Historical Materialism: Researchin Critical Marxist Theory και συν-επιμελητής της σειράς βιβλίων Historical Materialism. Ο Γιώργος Σουβλής, υποψήφιος διδάκτορας Ιστορίας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας, τον συνάντησε στις 11.11.2013 στο BirckbeckUniversity και μίλησε μαζί του για την πορεία του εγχειρήματος του Historical Materialism, τον δυτικό μαρξισμό και την κληρονομιά του και τη σημασία της σκέψης του Αντόνιο Γκράμσι για τα κοινωνικά κινήματα που έχουν αναδυθεί σε ολόκληρο τον κόσμο κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας. Η συνέντευξη δημοσιεύεται πλήρης στα ελληνικά στο μπλογκ των «Ενθεμάτων» και στα αγγλικά στο περιοδικό «Jacobin» (www.jacobinmag.com/2014/05/historical-materialism-at-sixteen/).

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

4-saloni3Θα ήθελα να ξεκινήσω ρωτώντας πώς ξεκίνησε η έκδοση του περιοδικού Historical Materialism και ποια ήταν τα κίνητρα που σας ώθησαν;

Το περιοδικό ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Προέκυψε μέσα από διάφορα σεμινάρια, στα οποία συμμετείχαν, ως επί το πλείστον, μεταπτυχιακοί φοιτητές, δηλαδή άνθρωποι που έγραφαν τα διδακτορικά τους, οι οποίοι αποφάσισαν από κοινού να ξεκινήσουν αυτό το εγχείρημα. Επρόκειτο αρχικά για ένα σχετικά μετριοπαθές εγχείρημα: να ιδρυθεί ένα περιοδικό που θα επέτρεπε την ανάπτυξη συζητήσεων σχετικών με την μαρξιστική θεωρία οι οποίες έλκυαν το ενδιαφέρον αυτών που μετείχαν στην προσπάθεια, μετά από μια μακρά περίοδο κυριάρχησης των διαφόρων ειδών μετα-μαρξισμών. Το περιοδικό ξεκίνησε έχοντας διεθνείς βλέψεις, και έτσι στράφηκε σε ανθρώπους από διαφορετικές χώρες που σπούδαζαν στο Λονδίνο ή διατηρούσαν διαφόρων τύπους δεσμούς με το Λονδίνο. Αυτοί ενεπλάκησαν στην ευρύτερη πρωτοβουλία του Historical Materialismκαι έτσι το περιοδικό άρχισε σταδιακά να κινείται πέρα των στενών ορίων του αγγλόφωνου κόσμου, και δείχνοντας πάντα ιδιαίτερη μέριμνα για τις συζητήσεις που διεξάγονταν διεθνώς. Με άλλα λόγια, προσπαθούσαμε, και προσπαθούμε, να χτίσουμε εκ νέου ορισμένες από τις γέφυρες που υφίσταντο με άλλες αριστερές και μαρξιστικές κουλτούρες κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1960 και του 1970, οι οποίες όμως είχα χαθεί τις επόμενες δύο δεκαετίες.

4-saloniΔεν μπορώ να μιλήσω εκ μέρους των άλλων μελών της συντακτικής ομάδας του Historical Materialism, πολλοί εκ των οποίων ενδέχεται να έχουν πολύ διαφορετικές ερμηνείες από τη δική μου για την πορεία και τις καταβολές του. Νομίζω λοιπόν –αλλά αυτή είναι η προσωπική μου γνώμη μόνο –πως το σκεπτικό μας ήταν ένα μη σεχταριστικό εγχείρημα επανεκκίνησης μιας ανοικτής συζήτησης μεταξύ όλων αυτών που ταυτίζονται με την μαρξιστική παράδοση ή τις μαρξιστικές παραδόσεις – ό,τι και αν σήμαινε αυτό για τον καθένα από τους εμπλεκόμενους. Σταδιακά, αυτό μετασχηματίστηκε προς την κατεύθυνση μια διαρκούς αυτοκριτικής της μαρξιστικής γνώσης. Η αναμόχλευση παλαιών συζητήσεων, η έναρξη νέων και η προσπάθεια να αναπτυχθεί ένας νέος τύπος ερευνητικού προγράμματος για την σύγχρονη μαρξιστική θεωρία, ήταν ορισμένες από τις αφετηρίες εκκίνησης του εγχειρήματος αυτού.

Πείτε μας ορισμένες συνέχειες και ασυνέχειες στη δεκαεξαετή πορεία του περιοδικού;

Υπάρχουν πολλές συνέχειες στην πορεία του περιοδικού. Μια από αυτές είναι η μέριμνά του να ενθαρρύνει διεθνείς συζητήσεις προσεγγίζοντας άλλες περιοχές του πλανήτη και ετερόγλωσσους συντρόφους. Μια άλλη σημαντική συνέχεια είναι η έντονη μέριμνά του για τη διαπαιδαγώγηση. Το περιοδικό αφιερώνει μεγάλο μέρος της ύλης του όχι μόνο σε δημοσιεύματα αναγνωρισμένων ακαδημαϊκών αλλά και νέων ερευνητών και νέων ερευνητικών εγχειρημάτων. Μια περαιτέρω δέσμευσή του είναι η αποφυγή σεχταριστικών συζητήσεων. Πιστεύουμε ότι οι θεωρητικές συζητήσεις στη μαρξιστική παράδοση πρέπει να διεξάγονται με τα υψηλότερα δυνατά επιστημονικά κριτήρια. Αυτή η διαδικασία επιτρέπει στους ανθρώπους, χωρίς να απαρνούνται τις πολιτικές τους εντάξεις και προσδέσεις να μαθαίνουν νέους τρόπους συζήτησης που υπερβαίνουν την στείρα συγκρουσιακή λογική η οποία επικρατεί πολλές φορές στα περιβάλλοντα του πολιτικού ακτιβισμού. Ως εκ τούτου, αντιλαμβανόμαστε αυτό που κάνουμε σε μεγάλο βαθμό ως απαραβίαστη συνέχιση της πολιτικής, διατηρώντας ωστόσο μια σχετική αυτονομία έναντι αυτής, στο μέτρο που δεν προάγουμε έναν ακαδημαϊκό μαρξισμό. Το ιδεώδες μας είναι ένα περιοδικό που λειτουργεί ως συμπλήρωμα των υφιστάμενων πολιτικών συζητήσεων και ταυτόχρονα ως ένα εγχείρημα δημιουργίας συνθηκών οι οποίες θα επιτρέπουν δημιουργικές ακαδημαϊκές και θεωρητικές συγκρούσεις, σε αντίθεση με τις έντονες, και άγονες πολλές φορές, συζητήσεις που αναπτύσσονται υπό την πίεση της συγκυρίας.

Οι ασυνέχειες είναι κι αυτές αξιοσημείωτες. Υπάρχουν διαφορετικές γενιές ή φάσεις αναφορικά με όσους εμπλέκονται στην συντακτική ομάδα του περιοδικού, καθώς ορισμένοι για διάφορους λόγους αποφάσισαν να καταπιαστούν με άλλα εγχειρήματα ή να κινηθούν ερευνητικά προς άλλες κατευθύνσεις. Επιδιώκουμε, και το έχουμε ως καταστατική μας αρχή, την εμπλοκή νέων μελών στη συντακτική ομάδα, νέων ανθρώπων οι οποίοι αποτελούν στη συνέχεια την βάση για την μεταβίβαση της κουλτούρας που επιχειρούμε να δημιουργήσουμε. Αναπόφευκτα, καθώς οι γενιές αλλάζουν και άλλοι άνθρωποι εμπλέκονται στο εγχείρημα, κομίζονται νέες εμφάσεις, νέα ενδιαφέροντα, νέα πάθη τα οποία επιχειρούμε να διαπραγματευτούμε με συντροφικό τρόπο έτσι ώστε να καταστούν δημιουργικές συμβολές για το έργο που παράγει το περιοδικό.

Ποια θεωρείτε ότι είναι η θέση του περιοδικού σε σχέση με περιοδικά του αγγλόφωνου κόσμου όπως το New Left Review, το Socialist Register, το Red Pepper ή το Jacobin;

Όλα τα παραπάνω έντυπα είναι αφιερωμένα, το καθένα με τον δικό του τρόπο, στις συζητήσεις της Αριστεράς, λειτουργώντας κατά τρόπο συμπληρωματικό στην διαμόρφωση της ευρύτερης σύγχρονης μαρξιστικής κουλτούρας. Πρόθεσή μας στο Historical Materialism δεν είναι τόσο να αποτελούμε ένα ακαδημαϊκό περιοδικό με την αυστηρή έννοια του όρου όσο ένα περιοδικό με σοβαρές ερευνητικές μέριμνες. Έτσι, η πλειοψηφία των άρθρων που δημοσιεύουμε είναι σοβαρές ερευνητικές εργασίες, απότοκα μακροχρόνιων ερευνητικών εγχειρημάτων, οι οποίες εντούτοις δεν εμπλέκονται αναγκαστικά σε άμεσες πολιτικές διαμάχες. Η θεωρία, ή η θεωρητική πρακτική όπως θα έλεγε ο Αλτουσέρ έχει τις δικές της χρονικότητες. Κι αυτό προσπαθούμε να το σεβαστούμε, δημιουργώντας ένα χώρο αναστοχασμού και θεωρητικής επεξεργασίας του έργου που δημοσιεύουμε. Σε σχέση με τα περιοδικά που ανέφερες (στα οποία θα συμπεριλάμβανα και ορισμένα άλλα, όπως τα Rethinking Marxism και Science and Society που έχουν τη βάση τους στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Thesis Eleven στην Αυστραλία, το Capital and Class στο Ηνωμένο Βασίλειο) θεωρώ ότι τα περισσότερα μέλη της συντακτικής επιτροπής θεωρούμε ότι έχουμε μια σχέση συνεργασίας, σε μια προσπάθεια να δημιουργηθεί μια νέου τύπου συζήτηση και ανάλυση της σύγχρονης πολιτικής και θεωρίας. Ωστόσο, η βασική μέριμνα του Historical Materialismείναι η θεωρία, υπό μια ερευνητική έννοια, και όχι η άμεση πολιτική παρέμβαση (Βέβαια, άλλα μέλη της συντακτικής ομάδας έχουν διαφορετική αντίληψη για το συγκεκριμένο ζήτημα, και έτσι η άποψή μου δεν θα πρέπει να ληφθεί ως επίσημη θέση της συντακτικής ομάδας. Τα μέλη της συντακτικής διαφωνούμε συστηματικά για τον τωρινό χαρακτήρα και τον μελλοντικό προσανατολισμό του περιοδικού, με συντροφικό όμως τρόπο και αυτό συνιστά και ένα από τα βασικά προτερήματά του).

Πιστεύω ότι το θεωρητικό έργο, το σοβαρό ακαδημαϊκά ιστορικό έργο, το σοβαρό φιλοσοφικό έργο μπορούν να συμβάλουν καθοριστικά τόσο στην ευρύτερη κουλτούρα της αριστεράς όσο και στον πολιτικό ακτιβισμό. Δεν νομίζω ότι είναι παραγωγικό για τους ανθρώπους που δουλεύουν στην παράδοση του μαρξισμού να δεσμεύονται από παλαιούς διαχωρισμούς όπως αυτός μεταξύ ενός ακαδημαϊκού και ενός ακτιβιστικού μαρξισμού, που προέκυψε εν πολλοίς λόγω των αδιεξόδων που αντιμετώπισε η Νέα Αριστερά. H θεωρία είναι μια εξίσου σημαντική συνιστώσα για την πολιτική πρακτική. Και η Αριστερά έχει ανάγκη από χώρους όπως το HistoricalMaterialism, ως θεσμικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη αναλυτικών εργαλείων τα οποία θα μπορούν, στη συνέχεια, να χρησιμοποιηθούν από όλους εμάς στις πολιτικές μας πρακτικές και στους αγώνες που συμμετέχουμε.

Μια άλλη σημαντική όψη του εγχειρήματος του Historical Materialism είναι τα συνέδρια που διοργανώνει τα οποία έχουν πλέον διεθνή χαρακτήρα, δεδομένου ότι διεξάγονται ετησίως σε τέσσερις ηπείρους (Ινδία, Ευρώπη, Αυστραλία, Αμερική). Πείτε μας πώς ξεκίνησε αυτή η διαδρομή και για τους μετασχηματισμούς της στην πορεία του χρόνου.

Τα συνέδρια του Historical Materialism ξεκίνησαν το 2004. Διοργανώσαμε το πρώτο συνέδριο εδώ, στο Πανεπιστήμιο του Birkbeck. Ήταν μια σχετικά μικρή συνάθροιση 60-70 ανθρώπων, σε συνεργασία με το SocialistRegisterκαι την επιτροπή του βραβείου Isaac Deutscher. Επί της ουσίας επρόκειτο για μια συνάντηση ανθρώπων που είχαν καταπιαστεί με παλαιότερα εκδοτικά εγχειρήματα στο πεδίο της μαρξιστικής θεωρίας με μια νέα γενιά ανθρώπων που είχαν παρόμοια ενδιαφέροντα και προβληματισμούς. Το 2005, κινηθήκαμε αποφασιστικά έτσι ώστε να προσελκύσουμε το διεθνές ενδιαφέρον, με βασικό σημείο αναφοράς την Ευρώπη εκείνη τη χρονική στιγμή. Tα επόμενα χρόνια δουλέψαμε συστηματικά για να έρθουμε σε επαφή με συντρόφους από τη Λατινική Αμερική, τη Νότια Ασία, τη Νοτιανατολική Ασία, τη Βόρεια Αμερική βέβαια και από άλλα μέρη του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης της Αφρικής και των αραβόφωνων χωρών. Η δημιουργία διόδων επικοινωνίας ευδοκιμεί περισσότερο με κάποιες κουλτούρες σε σχέση με κάποιες άλλες, παρά ταύτα επιμένουνε να βρίσκουμε νέους συνομιλητές. Αυτή η διαδικασία διεύρυνσης έχει εξαιρετικά εντατικό χαρακτήρα καθώς τα συνέδρια μεγαλώνουν χρόνο με τον χρόνο και οι προτάσεις για συμμετοχή είναι ολοένα και περισσότερες. Αυτή τη χρονιά λάβαμε περισσότερες από χίλιες προτάσεις για το συνέδριο του Λονδίνου. Δυστυχώς είχαμε χώρο να φιλοξενήσουμε μόνο τριακόσιες από αυτές, κάτι που σημαίνει ότι υπάρχει σημαντικό ενδιαφέρον. Το ενδιαφέρον που αναπτύσσεται κατά τη διάρκεια αυτών των ετών μετουσιώνεται σε συνέδρια σε πολλά μέρη του κόσμου: στο Τορόντο, στην Νέα Υόρκη, στο Σύδνεϋ, στο Δελχί. Και υπάρχουν υπό εξέλιξη συζητήσεις για τη διοργάνωση συνεδρίων στο Βερολίνο, τη Βιέννη, τη Μόσχα, την Ελλάδα και την Ιταλία.

Αυτό συνέβη επειδή οι μαρξιστές ανά τον κόσμο έχουν εκτιμήσει ορισμένες ποιότητες που διακρίνουν τα συνέδρια αυτά. Προσφέρουμε χώρο για θεωρητικό αναστοχασμό και σοβαρή θεωρητική συζήτηση· δεν ανεχόμαστε σεχταριστικές πολεμικές, επιμένοντας να διατηρείται το συντροφικό κλίμα, ακόμη και όταν οι μετέχοντες διαφωνούν έντονα και παθιασμένα. Επιμένουμε επίσης στην ανάγκη για την ενότητα μεταξύ θεωρίας και πολιτικής, όπως ο μας διδάσκει ο νεαρός Mαρξ, πράγμα που σημαίνει όχι μόνο ότι η θεωρία πρέπει να κλίνει προς την πολιτική αλλά και ότι η πολιτική πρέπει να στρέφει το βλέμμα της προς τη θεωρία. Εργαζόμαστε συστηματικά για να δημιουργήσουμε ένα χώρο που θα έχει μια πολιτική μορφή «θεωρητικής πρακτικής» (μια φράση με την οποία σίγουρα θα διαφωνούν μέλη της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού που δεν αυτοπροσδιορίζονται ως αλτουσεριανοί), η οποία θα επιτρέπει την ανάπτυξη μιας ευρύτερης κουλτούρας, εμπλέκοντας όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους σε αυτές τις συζητήσεις. Νομίζω ότι πρόκειται για ένα αρκετά επιτυχημένο εγχείρημα, κρίνοντας από τον αριθμό των ανθρώπων που συμμετέχουν τακτικά στα συνέδρια, αντιμετωπίζοντάς τα ως προνομιακούς χώρους παρουσίασης του έργου τους. Και εδώ σκέφτομαι και πολλά παρόμοια συνέδρια με αυτά του HistoricalMaterialismσε μια σειρά άλλες χώρες, είτε σε άμεση συνεργασία με το περιοδικό είτε ως ανεξάρτητες πρωτοβουλίες (Το πρόσφατο συνέδριο στο Παρίσι με τίτλο «Penser l‘ émancipation», λ.χ., μπορεί να θεωρηθεί παράδειγμα ανεξάρτητης πρωτοβουλίας η οποία εμπνεύστηκε από το εγχείρημα του Historical Materialism). Αυτό καταδεικνύει τόσο ότι το Historical Materialismέχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην προαγωγή νέων μοντέλων συζήτησης στην Αριστερά, όσο και την ετοιμότητα που υπήρχε μεταξύ της Αριστεράς και των μαρξιστών ανά τον κόσμο να συνεργαστούν δημιουργώντας αυτές τις νέες μορφές πολιτικής και θεωρητικής συζήτησης. Και αυτό νομίζω συνδέεται και με τα νέα κινήματα που έχουν αναδυθεί τη τελευταία δεκαετία, τα οποία έχουν ανάγκη τη θεωρητική αποσαφήνιση στη διαδικασία της προετοιμασίας των αγώνων στους οποίους μετέχουν. Το ότι το έργο μας συντονίζεται με τις απαιτήσεις της συγκυρίας μας κάνει να αισθανόμαστε ευτυχείς.

Tα συνέδρια έχουν πετύχει κάτι ιδιαιτέρως σημαντικό για τη διανοητική Αριστερά: την δημιουργία ενός νέου ριζοσπαστικού milieu. Τι άλλο έχουν καταφέρει αυτές οι προσπάθειες έως τώρα;

Νομίζω ότι σταδιακά έχουμε βοηθήσει ώστε δημιουργηθεί ένας χώρος όπου υπάρχουν συνεχιζόμενες συζητήσεις, κάτι που έχει οδηγήσει στην ανάδυση νέων συλλογικών ερευνητικών εγχειρημάτων. Αυτό καθίσταται σαφές όχι μόνο με βάση τις δημοσιεύσεις που παράγονται (περιοδικό, συλλογικοί τόμοι, μονογραφίες) αλλά και με τα άλλα συνέδρια που προκύπτουν από αυτές τις συναντήσεις. Για μια μακρά περίοδο, κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1980 και του 1990, οι γέφυρες επικοινωνίας της διεθνούς Αριστεράς κατέρρευσαν, με αποτέλεσμα να υπάρχει πολύ μικρή, με ορισμένες σημαντικές εξαιρέσεις βέβαια, τακτική επικοινωνία μεταξύ των διαφορετικών εθνικών-θεωρητικών συγκειμένων. Σήμερα έχει δημιουργηθεί ένας χώρος όπου υπάρχει τακτική και συνεχιζόμενη επικοινωνία μεταξύ διαφορετικών εθνικών κουλτούρων. Αυτό το πλαίσιο με την πάροδο του χρόνου συνεχίζει να είναι λειτουργικό μεταξύ των διαδοχικών συνεδρίων. Η επιτυχία αυτών των προσπαθειών ως τώρα δεν οφείλεται εντούτοις μόνο στις προσπάθειες της συντακτικής ομάδας του Historical Materialism. Στέλνουμε ταυτόχρονα προσκλήσεις σε ανθρώπους οι οποίοι ανταποκρίνονται θετικά σε αυτές, πράγμα που καταδεικνύει την ανάγκη της διεθνούς αριστεράς για τέτοιου είδους συζητήσεις.

Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του φετινού συνεδρίου του Historical Materialism στο Λονδίνο ήταν ότι πολλά από τα πάνελ είχαν ως θεματική τους προβληματικές και επεξεργασίες των τρεχουσών φεμινιστικών τάσεων. Θα θέλατε να το σχολιάσετε;

Το θεωρώ ένα θεμελιώδες και αποφασιστικό σημείο, πάνω στο οποίο δουλεύουμε αρκετά χρόνια στο Historical Materialism. Αποτελεί βασική μας μέριμνα, τουλάχιστον εδώ και μια δεκαετία, να επανεισάγουμε μια συζήτηση μεταξύ του μαρξισμού και του φεμινισμού η οποία για διάφορους λόγους, σε κάποιες χώρες και κουλτούρες, είχε ατονήσει μετά την εμφάνιση ορισμένων σημαντικών έργων στην κατεύθυνση αυτή τις δεκαετίες του 1960 και του 1970. Στη Γερμανία υπήρξε ένας συνεχιζόμενος διάλογος μεταξύ μαρξισμού και φεμινισμού ο οποίος ήταν και συνεχίζει να είναι πολύ παραγωγικός. Στον αγγλόφωνο κόσμο, για διάφορους λόγους, είχαμε μια εξασθένιση των διόδων επικοινωνίας μεταξύ της φεμινιστικής και της μαρξιστικής θεωρίας. Σήμερα, ωστόσο, παρατηρούμε την εμφάνιση μιας νέας γενιάς γυναικών, queerθεωρητικών και ανθρώπων από διαφορετικές παραδόσεις που καταπιάνονται με αυτά τα ερωτήματα επιχειρώντας να ανανεώσουν την συζητήση αυτή. Θεωρώ πως οποιαδήποτε οξυδερκής μαρξιστική θεωρία στο μέλλον θα είναι την ίδια στιγμή αναγκαστικά και μια σοσιαλιστική μαρξιστική-φεμινιστική θεωρία. Δεν μπορεί να αναπτυχθεί σοβαρή μαρξιστική θεωρία αν δεν συμπεριλαμβάνει αυτή την κρισιμότατη όψη· αν δεν θεωρητικοποιεί, με άλλα λόγια, επαρκώς μια από τις κεντρικές εστίες καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και καταπίεσης. Επιχειρούμε να συνεχίσουμε αυτές τις συζητήσεις καθιστώντας τις όχι ένα απλό τμήμα ή μια υποπειθαρχία των μαρξιστικών συζητήσεων, αλλά οργανικό κομμάτι όλων των πεδίων με τα οποία καταπιάνεται η μαρξιστική θεωρία. Οι θετικές αποκρίσεις που έχουμε λάβει όλα αυτά τα χρόνια καταδεικνύουν ότι υπάρχει πολύ μεγάλη ενέργεια και ενδιαφέρον μεταξύ των νεαρών φεμινιστριών θεωρητικών να εμπλακούν σε αυτό το εγχείρημα και να το αναπτύξουν περαιτέρω.

4-saloni1Θα ήθελα τώρα να μετακινηθούμε σε θεματικές που βρίσκονται εγγύτερα στα τρέχοντα ερευνητικά σας ενδιαφέροντα και πιο συγκεκριμένα στον δυτικό μαρξισμό. Ο Πέρρυ Άντερσον, στο γνωστό του βιβλίο Ο δυτικός μαρξισμός, υποστήριξε πως «το πρώτο και το βασικότερο από τα χαρακτηριστικά του δυτικού μαρξισμού ήταν η δομική του απόσχιση από την πολιτική πρακτική». Συμφωνείτε;

Η έννοια του δυτικού μαρξισμού αποτελεί ένα πολύ δημιουργικό και ταυτόχρονα ένα πολύ προβληματικό αναλυτικό εργαλείο. Έχει αναπτυχθεί σε διαφορετικές κατευθύνσεις από θεωρητικούς, όπως λ.χ. ο Μ. Μερλώ Ποντύ λ.χ., πολύ πριν τη μελέτη του Άντερσον. Η συνοπτική παρουσίαση της έννοιας από τον Άντερσον στο πολύ δημιουργικό και συνθετικό του έργο Ο δυτικός μαρξισμός παρείχε ένα συγκεκριμένο πολιτικό και θεωρητικό προσανατολισμό στις συζητήσεις που διεξάγονταν τη δεκαετία του 1970. Η εννοιολόγηση του Άντερσον ήταν εν πολλοίς αποτέλεσμα της πολυετούς του ενασχόλησης, καθώς ήταν συντάκτης του NewLeftReview, με το έργο διαφορετικών θεωρητικών οι οποίοι, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, συνδέονταν με τα μεταπολεμικά κομμουνιστικά κόμματα. Νομίζω ότι υπάρχει μια σειρά ιστορικών προβλημάτων με την έννοια του «δυτικού μαρξισμού», έτσι όπως αυτή έχει οριστεί από τον Άντερσον, για την ερμηνεία της πολιτικής και διανοητικής συμβολής πολλών από αυτούς τους θεωρητικούς της μετα-οκτωβριανής περιόδου με τους οποίους καταπιάνεται στο έργο του. Μου φαίνεται για παράδειγμα αρκετά προβληματικό να χαρακτηριστούν θεωρητικοί όπως ο Λούκατς, πόσο δε μάλλον ο Γκράμσι, ως δυτικοί μαρξιστές με βάση τον ορισμό του άγγλου μαρξιστή (παρότι και τους δύο τους μνημονεύει ως φιγούρες που βρίσκονται στο μεταίχμιο μεταξύ κλασικού και δυτικού μαρξισμού), ιδιαίτερα με δεδομένη τη συμμετοχής τους στις συζητήσεις της Κομιντέρν τη δεκαετία του 1920 και της κλασικής μαρξιστικής παράδοσης. Ορισμένες από τις κομβικές έννοιες που ανέπτυξε ο Γκράμσι, ενώ ήταν γνωστές στην κλασική μαρξιστική παράδοση και ιδιαίτερα στις συζητήσεις της Κομιντέρν στις οποίες συμμετείχε, χρεώνονται ως δικές του διακριτές θεωρητικές συμβολές. Έννοιες όπως αυτές του πολέμου θέσεων και του πολέμου ελιγμών, για παράδειγμα, που από πολλούς θεωρούνται γκραμσιανές, αποτέλεσαν αντικείμενο συζήτησης τόσο από τον Λένιν όσο και από τον Τρότσκι.

Υπ’ αυτό το πρίσμα, η έννοια του δυτικού μαρξισμού ως ιστορική κατηγορία ενέχει πολλά προβλήματα. Ως εκ τούτου, στις σημερινές μεταβαλλόμενες πολιτικές συνθήκες ενδεχομένως είναι αναγκαίο να την αναθεωρήσουμε, να στοχαστούμε πάνω σ’ αυτήν εκ νέου, επιχειρώντας να αναπτύξουμε διαφορετικές εννοιολογήσεις για την κατανόηση των διαφορετικών φάσεων ανάπτυξης της μαρξιστικής θεωρίας κατά την διάρκεια του περασμένου αιώνα.

Νομίζω πως τόσο στη μεσοπολεμική όσο και στη μεταπολεμική περίοδο υπάρχουν περαιτέρω προβλήματα τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη. Ένα από αυτά έχει να κάνει με το γεγονός ότι το έργο των περισσότερων μεταπολεμικών ευρωπαίων θεωρητικών, με τους οποίους καταπιάνεται ο Άντερσον, ήταν άμεσα συνδεδεμένο με την πολιτική, με διαφορετικούς ωστόσο τρόπους. Κάτι τέτοιο ισχύει ιδιαίτερα για θεωρητικούς του «δυτικού μαρξισμού» που δεν συμπεριλαμβάνονται στη λίστα αυτών με τους οποίους ασχολείται ο Άντερσον στο βιβλίο του. Από πολλές απόψεις, το κεντρικό επιχείρημα του βιβλίου συνιστά το απότοκο μια ιδιάζουσας σύνθεσης· μιας εστίασης σε ορισμένες όψεις της μεταπολεμικής γερμανικής θεωρητικής παραγωγής η οποία έχει ως επίκεντρο την σχολή της Φρανκφούρτης σε συνδυασμό με ορισμένα στοιχεία της μετέπειτα θεωρητικής παραγωγής στην Γαλλία (με έμφαση κατά βάση στη λεγόμενη σχολή του Αλτουσέρ). Ωστόσο, μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα ότι η σύνθεση αυτή δεν είναι αντιπροσωπευτική των ευρύτερων τάσεων του μεταπολεμικού ευρωπαϊκού μαρξισμού και στηρίζεται σε μια εξαιρετικά εντοπισμένη ανάλυση του φαινομένου.

Σε κάθε ανάλυση της μεταπολεμικής θεωρίας του δυτικού μαρξισμού κεντρικό σημείο αναφοράς πρέπει να είναι αναγκαστικά το μεγαλύτερο κομμουνιστικό κόμμα της Δυτικής Ευρώπης, το ΚΚ Ιταλίας και ο γαλαξίας θεωριών που αυτό παρήγαγε. Αυτή μαρξιστική θεωρητική κουλτούρα ήταν ποιοτικά και ποσοτικά ανώτερη από οτιδήποτε παρήχθη στη Γαλλία και την Γερμανία την ίδια περίοδο. Είναι όμως μια πραγματικότητα η οποία δυστυχώς ελάχιστα αναγνωρίζεται από τις καθιερωμένες ιστορίες της περιόδου και η οποία υποεκπροσωπείται εντυπωσιακά, όσον αφορά τις μεταφράσεις, στον αγλλόφωνο κόσμο. Επίσης, θεωρώ ότι η μαρξιστική θεωρία της περιόδου πρέπει να γίνει κατανοητή σε στενή σύνδεση με το πολιτικό, δηλαδή όχι μόνο με όρους θεωρητικής παραγωγής αλλά και σε σχέση με το αντίκτυπο που αυτή ενδέχεται να έχει στο πεδίο της πολιτικής. Υπ’ αυτή την έννοια, ο σημαντικότερος δυτικός μαρξιστής θεωρητικός της μεταπολεμικής περιόδου δεν είναι ούτε ο Σαρτρ ούτε ο Αλτουσέρ ούτε ο Κολέτι ούτε καμία από τις άλλες προσωπικότητες που μνημονεύει ο Άντερσον, αλλά ο Παλμίρο Τολιάτι. Πέραν του πολύ σημαντικού θεωρητικού έργου που παρήγαγε –το οποίο δεν έχει τύχει της προσοχής που του αξίζει– ο Τολιάτι υπήρξε ένας θεωρητικός της πολιτικής που ενεπλάκη στη δημιουργία ενός ηγεμονικού μηχανισμού ο οποίος προήγαγε μια πραγματική διαλεκτική μεταξύ θεωρίας και πράξης και μια κριτική της πολιτικής της περιόδου. Παρά τις όποιες διαφωνίες έχω με τις θεωρητικές και πολιτικές του θέσεις –και είναι πολλές— αυτές δεν με εμποδίζουν να αναγνωρίσω την κρίσιμη συμβολή του ως θεωρητικού και πολιτικού, ο οποίος επηρέασε σημαντικά την πολιτική σκηνή της περιόδου κατά την οποία έδρασε. Η θεωρητική και πολιτική κουλτούρα, στην δημιουργία της οποίας ο Τολιάτι συνέβαλλε καθοριστικά, του ΚΚ Ιταλίας και της Ιταλίας εν γένει, στο μέτρο που η επιρροή του μαζικού αυτού κόμματος εξακτινωνόταν σε όλο το φάσμα της αριστεράς, αποτελούσε υπόδειγμα την περίοδο αυτή για πολλούς αριστερούς, εντός και εκτός Ευρώπης. Περαιτέρω, στην Ιταλία αυτής της περιόδου απαντάται μια σειρά από άλλες προσωπικότητες όπως οι Τρόντι και Παντσιέρι του Ιταλικού εργατισμού ή ο Τσεζάρε Λουπορίνι, το έργο των οποίων είναι εντελώς παραγνωρισμένο στον αγγλόφωνο κόσμο.

Όταν συνυπολογίσουμε και τις συμβολές αυτών των θεωρητικών, τότε η αρκετά περιορισμένη εικόνα που παρέχεται από το έργο του Άντερσον τροποποιείται σημαντικά. Hδιαστρεβλωμένη αυτή εικόνα προκύπτει από τη μονομερή εστίαση στην μαρξιστική θεωρία στη Γερμανία, όπου απαγορευόταν η πρόσληψη μελών του Κομμουνιστικού Κόμματος στο δημόσιο και στην περίπτωση του ΚΚ Γαλλίας, το οποίο παρά την μεγάλη επιρροή που ασκούσε τηνμεταπολεμική περίοδο, συνέχιζε να βρίσκεται υπό την σκιά του μεγαλύτερου και σημαντικότερου ΚΚ Ιταλίας. Έτσι, η αναθεώρηση αυτών των κατηγοριών μας βοηθά να σκεφτούμε εκ νέου τις πολιτικές διαστάσεις της μαρξιστικής θεωρίας που αναπτύχθηκε στη δυτική Ευρώπη μεταπολεμικά μαζί με την ιστορική πολυπλοκότητα της περιόδου, πηγαίνοντας πέρα από την γεωγραφική-ιστορική διάκριση του Άντερσον μεταξύ δυτικού και κλασικού μαρξισμού. Αν λάβουμε υπόψη αυτές τις αναθεωρήσεις, η εικόνα που κατασκευάζει ο Άντερσον, της απεμπλοκής δηλαδή των θεωρητικών αυτών από την πολιτική και την οικονομία και της αντ’ αυτών ενασχόλησής τους με τη φιλοσοφία και την αισθητική, ανατρέπεται. Αντίθετα, παρατηρούμε την ανάπτυξη σημαντικών στοιχείων μιας μαρξιστικής πολιτικής θεωρίας (το έργο του Πουλαντζά στη φάση αυτή είναι ένα από τα βασικά σημεία αναφοράς) και την ύπαρξη ενός σημαντικού έργου το οποίο, παρότι δεν κινείται στην κατεύθυνση της μαρξιστικής οικονομικής ανάλυσης, συνιστά μια συγκεκριμένη πολιτική κριτική της πολιτικής οικονομίας. Το πρώιμο έργο ορισμένων θεωρητικών του εργατισμού και των θεωρητικών της μορφής της αξίας στη Γερμανία είναι κάποια από τα παραδείγματα της τάσης αυτής.

Συνοψίζοντας, θεωρώ ότι έχει έρθει η στιγμή για να αναθεωρήσουμε αυτές τις κατηγορίες και να σκεφτούμε εκ νέου πιθανές ιστορίες του μαρξισμού κατά την διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου, καθώς κάτι τέτοιο αποτελεί προϋπόθεση για να φανταστούμε τις δυνατότητες του μαρξισμού σήμερα.

4-saloni-2Σήμερα υπάρχει κάτι ζωντανό από την παράδοση του δυτικού μαρξισμού;

Υπάρχουν πολλά στοιχεία τα οποία συνεχίζουν να είναι ενεργά. Νομίζω ότι στοιχεία από το έργο του Λουί Αλτουσέρ και της θεωρητικής παράδοσης, ή της στιγμής καλύτερα, του αντιανθρωπισμού στην οποία μετείχε ήταν σημαντική τομή· μπορούμε σίγουρα να εναντιωθούμε σε αυτήν, εάν επιθυμούμε, αλλά δεν μπορούμε να αρνηθούμε την ιστορική της σημασία. Στην Ιταλία επίσης έχoυν παραχθεί πολύ σημαντικά έργα, σε διαφορετικές κατευθύνσεις, συχνά από προσωπικότητες οι οποίες δεν συζητούνται καθόλου στο Δυτικό Μαρξισμό, όπως οι Μάγκρι, Τζερατάνα Μπανταλόνι και Λουπορίνι. Υπάρχουν επίσης πολύ σημαντικές θεωρητικές μελέτες κριτικής της πολιτικής οικονομίας, οι οποίες μας είναι χρήσιμες σήμερα για να καταλάβουμε κάποιες από τις κομβικές λειτουργίες του καπιταλισμού, όπως τα έργα των Μπακχάους, Ράιχελτ, Χάινριχ και ορισμένων άλλων θεωρητικών που έρχονται από διαφορετικές παραδόσεις, όπως αυτά των Βόλφγκανγκ Φριτζ Χάουγκ και Φρίγκα Χάουγκ. Το εάν ορισμένες από τις διαστάσεις του επονομαζόμενου «δυτικού μαρξισμού» μπορούν να διατηρηθούν σήμερα ζωντανές αυτό εξαρτάται, κατά την γνώμη μου, από τις προσπάθειες που θα καταβάλλουμε να φανταστούμε εκ νέου μορφές συνέχειας με τις διαφορετικές υφιστάμενες μαρξιστικές παραδόσεις στις σημερινές μεταβαλλόμενες συνθήκες.

Το διακριτό σημαίνον χαρακτηριστικό του μαρξισμού είναι, ακριβώς, ότι δεν συνιστά μια δεδομένη θέση ή κάποια αμετάβλητη θεωρία, όπως επισήμανε κάποτε ο Αλτουσέρ, αλλά, αντιθέτως, μια αναπτυσσόμενη και μετασχηματιζόμενη παράδοση. Αυτή είναι η σημαντικότερη ώθηση που μπορούμε να λάβουμε από αυτές τις στιγμές στην ιστορία του μαρξισμού σε οποιαδήποτε προσπάθεια ανασυγκρότησης τούτης της παράδοσης προβαίνουμε σήμερα. Μέσα από τη διαδικασία θα μπορέσουμε καταλάβουμε ποια από τα στοιχεία αυτής της σύνθετης ιστορίας μας είναι χρήσιμα σήμερα.

Μια ερώτηση αναφορικά με το βιβλίο σας The Gramscian Moment. Νομίζω, μεταξύ άλλων, συνιστά μια απάντηση σε δύο από τα κυρίαρχα ερμηνευτικά σχήματα της γκραμσιανής σκέψης των τελευταίων δεκαετιών. Από την μια κινείται ενάντια στο άρθρο του Άντερσον «Οι αντινομίες του Αντόνιο Γκράμσι», στο οποίο ένα από τα κεντρικά επιχειρήματα είναι πως στα Τετράδια της Φυλακής δεν απαντάται μια ολοκληρωμένη θεωρία περί κράτους, επειδή υπολείπεται μιας αποτελεσματικής επεξεργασίας των όρων άρσης του. Από την άλλη επιχειρεί να ανασκευάσει τον τρόπο με τον οποίο το μεταμαρξιστικό πρόγραμμα των Μουφ και Λακλάου αντιμετωπίζουν την έννοια την ηγεμονίας, δηλαδή ως ένα αναλυτικό εργαλείο το οποίο μας βοηθά να ερμηνεύσουμε κατά βάση διαδικασίες κοινωνικής ομογενοποίησης. Συμφωνείτε;

Συμφωνώ σε γενικές γραμμές με την ερμηνεία σου. Εντόπισες ορισμένες από τις κεντρικές προβληματικές του βιβλίου. Άρχισα να ασχολούμαι με τον Γκράμσι, επειδή με προβλημάτιζαν ορισμένες από τις κυρίαρχες ερμηνείες της σκέψης του που συνάντησα όταν ήμουν φοιτητής στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Οι θεωρήσεις αυτές, παρότι τον παρουσίαζαν σαν κάποιον που παρέμεινε μάχιμος κομμουνιστής ως το τέλος της ζωής του, μετά από πολλά χρόνια ταλαιπωριών φυλακισμένος από το φασιστικό καθεστώς του Μουσολίνι, εισηγούνταν ταυτόχρονα ότι το έργο του επιχειρούσε ένα είδος εξόδου από τον μαρξισμό και το κίνημα της εργατικής τάξης στο οποίο είχε αφιερωθεί και για το οποίο σε τελευταία ανάλυση έδωσε την ζωή του. Αυτό μου φαινόταν ως ένα είδος συκοφάντησης της μνήμης του. Έτσι θεώρησα αναγκαίο να επιχειρήσω να ανασκευάσω τη θεώρηση αυτή, ιστορικοποιώντας το έργο του.

Στην αντίληψή μου μια τέτοια κίνηση ήταν αναγκαία όχι μόνο για λόγους ιστορικής ακρίβειας αλλά και γιατί θεωρώ ότι ο Γκράμσι είναι ο σημαντικότερος μεσοπολεμικός στοχαστής που διατύπωσε ορισμένες από τις σημαντικότερες θεωρητικές συμβολές για τις ύστερες αναπτύξεις του μαρξισμού, τις οποίες, κατά την γνώμη μου, πρέπει να μελετήσουμε σοβαρά σήμερα και να αναπτύξουμε περαιτέρω. Ο Άντερσον, σε τελευταία ανάλυση, υποστηρίζει πως ο Γκράμσι στάθηκε ανίκανος να αναπτύξει μια συνεκτική θεωρία του κράτους, της οποίας η εφαρμογή θα ήταν σε θέση να υλοποιήσει το κλασικό αίτημα της μαρξιστικής θεωρίας της υπέρβασης, της κατάργησης του αστικού καπιταλιστικού κράτους. Μια συστηματικότερη εξέταση των Τετραδίων της Φυλακής ωστόσο αποκαλύπτει πως στην πραγματικότητα ο Γκράμσι αναπτύσσει την πιο εκλεπτυσμένη θεωρία καπιταλιστικού κράτους στην ιστορία του μαρξισμού, την πλήρη σημασία της οποίας αρχίζουμε να εκτιμάμε μόλις σήμερα. Θα έλεγα ότι είναι πληρέστερη ακόμη και από αυτή του Πουλαντζά, του οποίου το έργο βρίσκεται πολύ πιο κοντά σε αυτό του Γκράμσι από ό,τι ο ίδιος παραδεχόταν.

Κατά κάποιον τρόπο, τα ανεπίλυτα προβλήματα της πουλαντζιανής θεωρίας του σύγχρονου κράτους και ιδιαίτερα αυτό της αναγκαίας πολιτικής στρατηγικής για την υπέρβασή του είναι ήδη παρόντα στο έργο του Γκράμσι.Oιταλός κομμουνιστής μας προσφέρει μια ισχυρή ανάλυση των τρόπων με τους οποίους το καπιταλιστικό κράτος λειτουργεί ως πεδίο «συμπύκνωσης» των κοινωνικών σχέσεων (τόσο των παραγωγικών όσο και αυτών της καθημερινής ζωής) οι οποίοι αναπτύσσονται στο πλαίσιο ενός ταξικού ηγεμονικού σχεδίου. Κατά ανάλογο τρόπο, ο Γκράμσι παρέχει περιγράμματα για την ανάπτυξη «ενός άλλου τύπου πολιτικής», για να χρησιμοποιήσω μια λενινιστική φράση, μιας πολιτικής προλεταριακής ηγεμονίας για την χειραφέτηση των υπάλληλων τάξεων. Υπ’ αυτήν την έννοια, νομίζω ότι μια διαλεκτική προσέγγιση μεταξύ των έργων του Γκράμσι και του Πουλαντζά μας είναι χρήσιμη σήμερα, τόσο για την ανάπτυξη μιας νέας θεωρητικοποίησης του κράτους όσο και για την δημιουργία μορφών αγώνα εναντίον του.

Ως εκ τούτου, ο Γκράμσι παραμένει ο σημαντικότερος συγγραφέας στον οποίο πρέπει να ανατρέχουμε διαρκώς, εάν θέλουμε να καταλάβουμε την φύση του καπιταλιστικού κράτους και τις αναγκαίες κινήσεις που πρέπει να γίνουν έτσι ώστε να του αντεπιτεθούμε αποτελεσματικά. Υπό αυτή την έννοια μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο Γκράμσι ενδέχεται να είναι σήμερα πιο «επίκαιρος» από εμάς.

Και όσον αφορά τη θεωρία της ηγεμονίας;

Αναφορικά με την θεωρία της ηγεμονίας, το έργο των Λακλαόυ και Μουφ ήταν εξαιρετικά επιδραστικό διεθνώς και συνέβαλε στην καθιέρωση της έννοιας σε πολλές από τις σύγχρονες συζητήσεις και σε διάφορα ερευνητικά πεδία. Θεωρώ, εντούτοις, ότι όταν διαβάζουμε τα Τετράδια της Φυλακής στην ολότητά τους, στην κριτική έκδοση την οποία έχει επιμεληθεί ο Βαλεντίνο Τζερατάνα, συνειδητοποιούμε ότι η θεωρία της ηγεμονίας των Λακλάου-Μουφ ελάχιστα σχετίζεται με αυτήν του Γκράμσι. Για τους Λακλάου και Μουφ η θεωρία της ηγεμονίας είναι κατά βάση μια θεωρία πολιτικής ενότητας. Η αντίληψη αυτή αποτελεί τμήμα μιας παράδοσης της σύγχρονης πολιτικής σκέψης (Χομπς, Ρουσώ κ.α.) η οποία επιχειρεί να στοχαστεί πάνω σε διαδικασίες πολιτικής ενοποίησης και συχνά ομογενοποίησης.

Η θεωρία της ηγεμονίας του Γκράμσι, αντιθέτως, αντλώντας από τις συζητήσεις της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας και την πρώιμη Τρίτη Διεθνή δεν συνιστά ούτε μια θεωρία πολιτικής ενότητας ούτε μια θεωρία βεμπεριανής νομιμοποίησης. Είναι μια θεωρία πολιτικής ηγεσίας που λειτουργεί ως μέθοδος πολιτικού έργου. Ο Γκράμσι με την θεωρία της ηγεμονίας επιχειρούσε να καταλάβει το πως ήταν εφικτό να εισαγάγει δυναμικά στοιχεία προόδου στις πραγματικές ιστορικές κοινωνίες της εποχής του. Ήθελε να αναπτύξει μια τεχνική πολιτική έργου που θα έδινε την δυνατότητα στους σοσιαλιστές, στους κομμουνιστές, στους μαρξιστές να παρέμβουν αποτελεσματικά στους αγώνες που λάμβαναν χώρα στις τότε κοινωνίες και να διασφαλίσει ηγεσία για κινήματα τα οποία επιχειρούσαν να επιλύσουν τα συγκεκριμένα πραγματικά προβλήματα. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι η γκραμσιανή θεωρία της ηγεμονίας παραμένει ένα ανοικτό ερώτημα. Είναι αναγκαίο να ανακτήσουμε τους δεσμούς με την παράδοση αυτή, μελετώντας τη συστηματικά και σκεπτόμενοι σοβαρά τις πιθανότητες πολιτικής ηγεσίας και τους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να ενθαρρύνουμε πραγματικές μορφές ιστορικής προόδου σήμερα. Υπ’ αυτήν την πολύ συγκεκριμένη έννοια, ο Γκράμσι είναι ο Μακιαβέλι της μοντέρνας και μεταμοντέρνας –στο μέτρο που γίνεται ακόμη αποδεκτή η χρήση αυτής της αμφισβητήσιμης έννοιας– εποχής. Είναι ένας από τους βασικούς θεωρητικός που καταδεικνύει τα θεμελιώδη καθήκοντα της επαναστατικής πολιτικής. Όπως ο ίδιος ο Γκράμσι είχε επισημάνει σε σχέση με τον Μακιαβέλι, ένα από τα θεμελιώδη διαχρονικά προβλήματα που ο φλωρεντινός διπλωμάτης είχε θίξει, ήταν η ύπαρξη κυβερνώμενων και κυβερνώντων, η διάκριση μεταξύ διευθυνόντων και διευθυνόμενων. Για τον Γκράμσι αυτό το πρόβλημα, υπό το πρίσμα της κομμουνιστικής πολιτικής, κατέστη ζήτημα άρσης των προαναφερθεισών διακρίσεων και δημιουργίας μορφών δημοκρατικής αυτεξουσιότητας και αυτοκυβέρνησης εντός των ίδιων των μορφών αγώνα ενάντια στην καπιταλιστική κοινωνία. Σήμερα, βλέπουμε ένα μεγάλο εύρος κινημάτων ανά τον κόσμο να αποδεσμεύουν νέες ενέργειες αναζητώντας μορφές καθοδήγησης από το παρελθόν και θεωρίες οι οποίες μπορούν να συμβάλλουν στην κατανόηση των συγκυριών εντός των οποίων δρουν. Ο Γκράμσι είναι από τις βασικές πηγές της κλασικής μαρξιστικής παράδοσης στις οποίες μπορούμε να επιστρέψουμε, από τις οποίες έχουμε ακόμη πολλά να μάθουμε.

2 σκέψεις σχετικά με το “Στα μονοπάτια της γκραμσιανής ηγεμονίας

  1. Πίνγκμπακ: Στα μονοπάτια της γκραμσιανής ηγεμονίας – Νόστιμον Ήμαρ

Γράψτε απάντηση στο kokkinogati Ακύρωση απάντησης

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s