Μουντιάλ 2014: Θέλουμε σχολεία και νοσοκομεία, όχι γήπεδα!

Standard

του Ντέιβ Ζιρίν

μετάφραση: Δημήτρης Ιωάννου

1a zirin

Γκράφιτι εναντίον της FIFA, Βραζιλία 2014 (πηγή: http://www.imgur.com)

 Για πολύ κόσμο, η είδηση ότι γίνονται διαμαρτυρίες στη Βραζιλία ενάντια στο Μουντιάλ του 2014 είναι εξίσου αδιανόητη με το να ζήταγαν οι Νεοϋορκέζοι την απαγόρευση της πίτσας. Κι όμως! Nα ’μαστε λίγες μόνο μέρες πριν την έναρξη της διοργάνωσης, και στις διαδηλώσεις κυριαρχεί το σύνθημα #NãoVaiTerCopa, δηλαδή (σε ελεύθερη απόδοση) «Το Μουντιάλ δεν θα γίνει».

Διαδηλώσεις, απεργίες και κάθε είδους δράσεις φουντώνουν σε όλη τη χώρα. Η πιο χαρακτηριστική είναι η κατάληψη, από 10.000 ανθρώπους, υπό τα λάβαρα του Κινήματος των Άστεγων Εργατών (MTST), ενός τεράστιου αδόμητου οικοπέδου δίπλα στην «Αρένα Κορίνθιανς», που θα φιλοξενήσει το εναρκτήριο παιχνίδι του Μουντιάλ. Το κίνημα αποκαλεί την κατάληψη «το Μουντιάλ του Λαού» και επισημαίνει πως το σχεδόν μισό δισεκατομμύριο δολάρια που κόστισε η ανέγερση του σταδίου, «σύμφωνα με τις προδιαγραφές της FIFA», θα μπορούσε να έχει χρησιμοποιηθεί για την καταπολέμηση της φτώχειας ή τη βελτίωση των δομών δημόσιας υγείας. Το σύνθημα «Θέλουμε νοσοκομεία και σχολεία σύμφωνα με τις προδιαγραφές της FIFA» ακούγεται ακόμα, όπως ακουγόταν και πέρυσι, κατά τη διάρκεια του Κυπέλλου Συνομοσπονδιών, όταν η Βραζιλία ταρακουνήθηκε από τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις των τελευταίων τριάντα ετών. Συνέχεια ανάγνωσης

Προς υπεράσπιση της καθημερινότητας

Standard

της Μαρίας Χαϊδοπούλου-Βρυχέα

Ι. Ο «καναπές»

2-mariw

Τζόρτζιο ντε Κίρικο, «Το Τορίνο την άνοιξη», 1960

Έχουν γραφτεί αρκετά άρθρα τα τελευταία χρόνια με επικριτική διάθεση για τον κόσμο που δεν κινητοποιείται, που υποφέρει και «δεν κάνει τίποτα». Σε γενικές γραμμές όλοι συμφωνούν, ακόμα κι αυτοί που το κάνουν («καλά να πάθουμε ….»). Αλλά μήπως πρέπει να δούμε τελικά τι κάνει ο κόσμος; Μήπως η απλή φράση «κάθονται στον καναπέ τους» υποτιμάει βαθύτατα αυτό που ζούμε στο τώρα;

Τα χρόνια της κρίσης έχουν προκαλέσει ριζικές αλλαγές στην καθημερινότητα, κάποιες από τις οποίες έχουν συζητηθεί πολύ, κάποιες άλλες όχι και τόσο. Στις τελευταίες συγκαταλέγεται και το βίωμα του «κάθε μέρα» ως συνόλου δυσκολιών που απαιτούν επίλυση. (Είναι η άλλη όψη της κατάρρευσης των δημόσιων υπηρεσιών, του συστήματος υγείας και γενικά του κράτους πρόνοιας…) Το «εδώ και τώρα» (προσωπικό, οικογενειακό, φιλικό, επαγγελματικό) απαιτεί επεκτατικά χρόνο και χώρο. Το «κάθε μέρα» απαιτεί πλέον πολλή ενέργεια και εργασία (όχι απαραίτητα αναγνωρισμένη ως τέτοια).

Σωρεία πληροφοριών προς επεξεργασία, αγωνία για το αύριο, προβλήματα που προκύπτουν ξαφνικά, αλλαγές προγραμματισμού, να μην ξεχάσω να πληρώσω το λογαριασμό, τα παιδιά, η μόνη μητέρα, η άρρωστη φίλη… έγνοιες και «δουλειές» δημιουργούν μια αίσθηση πνιξίματος και, κυρίως, βάρους. Αυτοί που υποστηρίζουν ότι «μας ψεκάζουν», πέρα από τη σχεδόν μεταφυσική εξήγηση που παραθέτουν, αναγνωρίζουν τη κυριαρχία ενός συλλογικού βιώματος συνεχούς θολούρας στον εγκέφαλο. Η συγκέντρωση έχει γίνει δύσκολη, και οι διαφόρων τύπων δουλειές πιο κουραστικές και χρονοβόρες. Συνέχεια ανάγνωσης

Ένα φάντασμα στοιχειώνει την ισπανική μοναρχία

Standard

του Ρίτσαρντ Μακ Αλίβυ

μετάφραση: Δημήτρης Ιωάννου

Ο λαοφιλής μονάρχης κυνηγάει ελέφαντες, Μποτσουάνα, Απρίλιος 2012.

 Ένα φάντασμα στοιχειώνει την ισπανική μοναρχία. Σε μια σύνοδο κορυφής το 2007, ο Χουάν Κάρλος ντε Μπουρμπόν, βασιλεύς της Ισπανίας και αρχηγός του κράτους, επιλεγείς προσωπικά από τον δικτάτορα Φρανσίσκο Φράνκο ως ο εκλεκτός του διάδοχος, ξέσπασε άγαρμπα εναντίον του Ούγκο Τσάβεζ, του δημοκρατικά εκλεγμένου προέδρου της Βενεζουέλας.

«¿Por qué no te callas?» (Γιατί δεν το βουλώνεις;, έφτυσε ο Βασιλιάς, τη στιγμή που ο Τσάβεζ μίλαγε για την απόπειρα πραξικοπήματος που επιδίωξε να τον ανατρέψει το 2002. Ο Τσάβεζ αναφερόταν στον ρόλο της ισπανικής κυβέρνηση υπέρ του πραξικοπήματος, και ιδιαίτερα του τότε πρωθυπουργού, Χοσέ Μαρία Αθνάρ, τον οποίο αποκάλεσε «φασίστα».

Ο Φράνκο και ο (πρίγκιπας τότε) Χουάν Κάρλος, 1973

Ο Φράνκο και ο (πρίγκιπας τότε) Χουάν Κάρλος, 1973

Τα σταράτα λόγια του Τσάβεζ και το μελαμψό δέρμα του ήταν ένας συνδυασμός που ο γαλαζοαίματος Βουρβώνος μονάρχης δεν μπορούσε να ανεχθεί, πολλώ δε μάλλον που και ο ίδιος είχε κάμποση εμπειρία στην υποστήριξη δεξιών πραξικοπημάτων.

Εκείνο τον καιρό, η ευρεία δημόσια αποδοχή της μοναρχία του στην Ισπανία τού έδινε σιγουριά: τούτος ο υπερφίαλος φαφλατάς από την πρώην αποικία δεν είχε το δικαίωμα να μιλά μ’ αυτό τον τρόπο για κάποιον από τους ανθρώπους του, και η διπλωματική αυτοσυγκράτηση είχε τα όριά της καθώς έπρεπε να βάλει στη θέση του αυτόν τον βρωμο-Ινδιάνο.

Ο Τσάβεζ όμως έλεγε απλώς την αλήθεια. Ο Αθνάρ ήταν (και είναι), με όποιο μέτρο κι αν τον αξιολογήσει κανείς, φασίστας. Με κάθε ευκαιρία, επιδείκνυε την περιφρόνησή του για τους δημοκρατικούς κανόνες: εμπλέκοντας τη χώρα του στον πόλεμο του Ιράκ παρά την αντίθεση της συντριπτικής πλειονότητας του ισπανικού λαού, ψευδόμενος ασύστολα για την πατρότητα τρομοκρατικών ενεργειών προκειμένου να κερδίσει τις εκλογές, υποστηρίζοντας την ισραηλινή βαρβαρότητα, προβαίνοντας σε δημόσιες δηλώσεις ότι οι μουσουλμάνοι πρέπει «να του ζητήσουν συγγνώμη για την Ανδαλουσία» — δικαιολογώντας έτσι την εθνοκάθαρση στην οποία προέβησαν οι Ισπανοί. Μια περιφρόνηση που έδειχνε πόσο συνεπής ήταν η διαδρομή του από την εποχή που, ως Φαλαγγίτης φοιτητής, υπήρξε μέλος μιας οργάνωσης που αντιπολιτευόταν το καθεστώς του Φράνκο γιατί θεωρούσε ότι δεν είχε κάνει αρκετά ώστε να εγκαθιδρύσει ένα εθνικό κορπορατιστικό σύστημα.

Καράτε κιντς: ο Χουάν Κάρλος και ο κουνιάδος του Κωνσταντίνος,  Αθήνα1966

Καράτε κιντς: ο Χουάν Κάρλος και ο κουνιάδος του Κωνσταντίνος

Στην Ισπανία, το ξέσπασμα του άνακτος βρήκε ως επί το πλείστον θετική ανταπόκριση στα μέσα ενημέρωσης. Περιγράφηκε ως η δίκαιη αντίδραση ενός σοβαρού, ρεαλιστή μονάρχη η οποία συμμόρφωσε έναν τύπο που παρουσιαζόταν πότε ως δικτάτορας, πότε ως γελωτοποιός και πότε ως επικίνδυνος κομμουνιστής, προστατεύοντας παράλληλα το κύρος της ισπανικής δημοκρατίας και του νόμου. Ακόμα και για πολλούς στο τότε κυβερνόν Σοσιαλιστικό Κόμμα, το οποίο πάντα κρατούσε μια δουλοπρεπή στάση έναντι της μοναρχίας, ο Τσάβεζ ήταν άξιος περιφρόνησης ή (στην καλύτερη περίπτωση) συγκαταβατικότητας, και πάντως όχι σεβασμού. Συνέχεια ανάγνωσης

Για την πολιτική αγωγή του αντιφασιστικού κινήματος

Standard

Τα τάγματα εφόδου και η εγκληματική δράση είναι ο πυρήνας του πολιτικού σχεδίου της Χρυσής Αυγής

συνέντευξη του Θανάση Καμπαγιάννη στον Στρατή Μπουρνάζου

 

4-kampagianis-AΚαθώς η ποινική δίωξη εναντίον της Χρυσής Αυγής μπαίνει στο τελικό στάδιο, και ενώ το πνεύμα Μπαλτάκου ζει και βασιλεύει ακόμα στην κυβέρνηση, μιλήσαμε με τον Θανάση Καμπαγιάννη, δικηγόρο, μέλος της ΚΕΕΡΦΑ και της Πρωτοβουλίας για την Πολιτική Αγωγή του Αντιφασιστικού Κινήματος — και έναν από τους πολύ καλούς γνώστες του ζητήματος, αγωνιστή που, εντός και εκτός δικαστηρίων, έχει πρωταγωνιστήσει στη δίωξη των νεοναζί.

 Τι σημαίνει πολιτική αγωγή του αντιφασιστικού κινήματος;

4-kampagiannis-B

Τζωρτζ Γκρος, «Ο προπαγανδιστής» (αλληγορία για τον Χίτλερ), 1928

Πολιτική αγωγή σημαίνει, νομικά, δύο πράγματα. Αφενός, τη δυνατότητα παράστασης σε ένα ποινικό δικαστήριο από πλευράς των θυμάτων για τη διεκδίκηση αστικής αποζημίωσης. Αφετέρου, έναν διακριτό ρόλο μέσα στην ποινική δίκη, ενός διαδίκου ο οποίος έχει συμφέρον να καταλήξει η συγκεκριμένη υπόθεση στην καταδίκη των κατηγορουμένων και, γι’ αυτό, έχει όλα τα σχετικά δικαιώματα: τη δυνατότητα πρόσβασης στη δικογραφία, εξέτασης μαρτύρων κλπ. Η πρωτοβουλία μας για την πολιτική αγωγή του αντιφασιστικού κινήματος στη δίκη της Χρυσής Αυγής έχει ως αφετηρία της την πεποίθηση ότι δεν μπορούμε να εμπιστευθούμε τις διωκτικές και δικαστικές αρχές. Όχι για κάποιον αφηρημένο ή ιδεολογικό λόγο, αλλά επειδή στη διάρκεια της πολύχρονης ύπαρξης της Χ.Α. δεν την έχουν αντιμετωπίσει, παρότι υπήρχε πλούσιο ποινικό περιεχόμενο.

Αυτό εντείνει ακόμα περισσότερο την ανάγκη να είμαστε παρόντες στη δίκη, με έναν ανεξάρτητο τρόπο. Eκτιμούσαμε και εκτιμάμε ότι ο πρωταρχικός λόγος για τον οποίο αναγκάστηκε να κινηθεί το ελληνικό κράτος ποινικά κατά της Χ.Α. ήταν η πίεση του αντιφασιστικού κινήματος. Φυσιολογικό αποτέλεσμα αυτής της εκτίμησης ήταν ότι το αντιφασιστικό κίνημα θα πρέπει να είναι παρόν, ως πολιτική αγωγή, στη δίκη της Χ.Α. Η ιδέα γεννήθηκε σε μια πανελλαδική και διεθνή συνάντηση της ΚΕΕΡΦΑ, τον Οκτώβρη του 2013 στην Αθήνα, λίγο μετά τη σύλληψη του ηγετικού πυρήνα της Χ.Α. Και βάλαμε τρεις στόχους: Πρώτον, κανένα θύμα φασιστικής βίας να μη μείνει ανυπεράσπιστο, δεύτερον, καμία εγκληματική πράξη της ναζιστικής συμμορίας να μη μείνει ατιμώρητη και, τρίτον, η ποινική δίωξη να φτάσει όσο πιο βαθιά και όσο πιο ψηλά χρειάζεται. Δημιουργήσαμε λοιπόν μια πρωτοβουλία δικηγόρων που δουλεύουμε πάνω σε αυτούς τους στόχους· μπορείτε να δείτε και το μπλογκ μας (jailgoldendawn.wordpress.com). Δεν επιλέγουμε μια γραμμή «αναχωρητισμού», αλλά μια αυτόνομη ενεργή πρωτοβουλία που θα παρέμβει και κινηματικά και δικαστικά.

 Θα είστε λοιπόν πολιτική αγωγή στη μεγάλη δίκη της Χρυσής Αυγής;

Ναι, θα είμαστε, εκ μέρους των αιγύπτιων αλιεργατών. Έχουμε αρχίσει ήδη να μελετάμε τη δικογραφία, που είναι τεράστια, δεκάδες χιλιάδες σελίδες. Θυμίζω ότι στη δίκη αυτή θα συνεκδικαστούν τέσσερις υποθέσεις, πάντα με τα σημερινά δεδομένα: η υπόθεση της εγκληματικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή (δηλαδή η «σύσταση και συμμορία», το παλιό 187 του Ποινικού Κώδικα όπως έχει τροποποιηθεί), η δολοφονία του Παύλου Φύσσα, η επίθεση στους συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ στο Πέραμα και η επίθεση στους αιγύπτιους ψαράδες, επίσης στο Πέραμα. Συνέχεια ανάγνωσης

Can Vies ή η πόλη της Βαρκελώνης σε κρίση

Standard

του Γιόζεπ Κάρλες Ριούς

μετάφραση: Χαρά Κούκη

 Από τη ζωή της γειτονιάς με την CanVies. Φωτογραφία του SergiBernal

Από τη ζωή της γειτονιάς με την Can Vies. Φωτογραφία του Sergi Bernal

Χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους της Βαρκελώνης, της Καταλονίας αλλά και ολόκληρης της Ισπανίας τις προηγούμενες μέρες για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στην κατεδάφιση του κτιρίου Can Vies, το οποίο λειτουργούσε ως κοινωνικό αυτοδιαχειριζόμενο κέντρο τα τελευταία δεκάξι χρόνια. Σημείο συνάντησης για όλη την γειτονιά και για διαφορετικές γενιές ανθρώπων, η κατάληψη λειτούργησε όλο αυτό το διάστημα ως μήτρα κοινωνικών και καλλιτεχνικών εγχειρημάτων: φεμινιστικές ομάδες, φοιτητικές συνελεύσεις, αθλητικές και μουσικές δραστηριότητες, εκδοτικές πρωτοβουλίες, μαθήματα νοηματικής. Όλα αυτά και πολλά άλλα έβρισκαν στέγη στην CanVies και παράλληλα έχτιζαν διαφορετικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και, άρα, έναν εναλλακτικό ζωτικό χώρο στην πόλη. Η αλληλεγγύη και η αυτοδιαχείριση κατάφεραν να μετατραπούν σε ζωντανή καθημερινότητα στη γειτονιά του Σαντς: γι’ αυτό τον λόγο οι κάτοικοι βγήκαν στους δρόμους μαζικά, υπερασπιζόμενοι την κατάληψη απέναντι στην αστυνομία. Μετά από πέντε ημέρες αντίστασης και συγκρούσεων, το δημοτικό συμβούλιο της περιοχής αποφάσισε να αναστείλει την κατεδάφιση, ενώ στην γειτονιά ξεκίνησαν αμέσως εργασίες για την επανανέγερση του κτιρίου. 

Χ.Κ.

 barselona-nopasaranΤη Δευτέρα 26 Μαΐου, ο δήμαρχος της Βαρκελώνης Χαβιέ Τρίας διέταξε την εκκένωση της  κατάληψης CanVies, διαπράττοντας  ίσως το μεγαλύτερο λάθος της θητείας τόσο του ίδιου, όσο και του κόμματός του (του συντηρητικού εθνικιστικού καταλανικού CiU), που απαρτίζει την κυβέρνηση του δήμου της Βαρκελώνης. Κι  αυτό γιατί με την απόφαση αυτή ανέτρεψε τις ήδη περίπλοκες κοινωνικές ισορροπίες που επικρατούν στην πόλη. Η CanVies δεν ήταν απλά ένα κατειλημμένο δημοτικό κτίριο, αλλά ένα σύμβολο των λεγόμενων εναλλακτικών κινημάτων, ένα εργαστήριο όπου δουλεύονταν ιδέες, ουτοπίες και πρωτοβουλίες πολιτών, με σκοπό την αλλαγή της πραγματικότητας γύρω τους. Το κέντρο αυτό ήδη μετρούσε δεκάξι χρόνια ζωής στην καρδιά του Σαντς μιας γειτονιάς με ισχυρούς κοινοτικούς ιστούς και συνεργατική δυναμική που αποτελούσε σημείο αναφοράς για ολόκληρη την Καταλονία. Μέσα σε μια τέτοια γειτονιά, η CanVies λειτουργούσε ως σχολείο, όπου διαφορετικές γενιές διδάχτηκαν όλα αυτά τα χρόνια πώς να συμμετέχουν στα κοινά. Με άλλα λόγια, η κατάληψη δεν αποτελούσε πρόβλημα ούτε για την γειτονιά ούτε για την πόλη συνολικά — το αντίθετο. Συνέχεια ανάγνωσης

Η αποτροπή του ανταγωνισμού

Standard

YΠΟΜΝΗΣΕΙΣ. ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΡΟΠΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ

του Σπύρου Ι. Ασδραχά

Αυτές τις μέρες, ο Σπύρος Ασδραχάς μας χάρισε ένα ωραίο δώρο: τον τόμο «Υπομνήσεις. Ιστορικότροπα σημειώματα» (εκδ. Θεμέλιο), καρπό ώριμο της σοφίας και της γραφής του. «Υπομνήσεις», όπως εξηγεί ο ίδιος, «δηλαδή ανασύσταση πραγμάτων ή σωστότερα μια θεματολογίας που ήδη ήταν γνωστή. Ιστορικότροπα, όχι ιστορικά σημειώματα. Δηλώνεται έτσι ένα είδος μετοχής σ’ ορισμένα από τα πλατιά πεδία της ιστοριογραφίας». Σημειώματα επίσης πολυθεματικά: «από τα κοράκια ως τις βραχονησίδες· και από τις βραχονησίδες ως τις αναδύσεις που έρχονται από παλιές μου λογοτεχνικές αγάπες, όπως λόγου χάρη ο πρώτος μου ποιητής, ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης». Σχεδόν όλα τα κείμενα είχαν πρωτοεμφανιστεί στην Καθημερινή¸ με τη φροντίδα του Νίκου Ξυδάκη. Παραθέτουμε στη συνέχεια το ακροτελεύτιο κείμενο του τόμου, κείμενο που πρωτοδημοσιεύεται στον τόμο.

Στρ. Μπ.

6a-asdraxas swstos

Αρμένιος έμπορος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Έργο του Λουί Ντυπρέ, 1825

Η αποτροπή του ανταγωνισμού συνιστά διακριτικό γνώρι­σμα των προκαπιταλιστικών οικονομιών, χωρίς ωστόσο αυτή να συνεπάγεται την κατάργησή του. Λέγαμε στο προηγούμενο σημείωμα ότι ίσχυε η διατίμηση, το narh, δηλαδή η ανώτερη τιμή. Στην οικονομία, ωστόσο, του παζαριού η «δί­καιη» τιμή ήταν προς αναζήτηση: πλειοδοτούσε οπωλητής και μειοδοτούσε ο αγοραστής, έκαναν δηλαδή «παζάρια». Είναι ενδεικτική, ανάμεσα στην πολυσημία της λέξης «παζάρι», αυτή η πρακτική της διαμόρφωσης των τιμών. Το παζάρι το συνοδεύει, όχι υποχρεωτικά πάντα, η διαφάνεια της κατασκευής του προϊόντος. Στις Φωνές του Μαρακές οΚανέττι παρατηρεί ότι ο πωλητής κατασκεύαζε το προϊόν του κάτω από τα μάτια όλων των ανθρώπων του παζαριού. Πιο επεξεργασμένη μορφή αυτής της διαφάνειας ήταν η τήρηση των συντεχνιακών κανόνων: κάποιοι ξέφευγαν και έστηναν τα εργαστήρια τους παράμερα, με αποτέλεσμα την πτώση της ποιότητας του προϊόντος. Ας έρθουμε όμως στο προκείμενο, την αποτροπή το ανταγωνισμού.

Το ζήτημα του εφοδιασμού του πληθυσμού με καταναλωτικά αγαθά, με «αγαθά της πρώτης ανάγκης», που ήταν τα τρόφιμα, δεν απασχολούσε μόνο τις μεγάλες πληθυσμικές συγκεντρώσεις, τις πόλεις, αλλά και τις μικρές, στο μέτρο όπου δεν είχαν ζωάρκεια και ήταν υπόφορες στις εισαγωγές. Όταν ένα πλεούμενο έφτανε σε ένα νησί με είδη πρώτης ανάγκης, ήταν απαγορευμένο να τα αγοράσουν οι έμποροι πριν ικανοποιηθεί η ζήτηση των κατοίκων: πρόκειται για την ανωνική πολιτική.

Ήταν επίσης απαγορευμένο οι εισαγωγείς να πουλάνε έξω από την περίμετρο του οικισμού: τα προϊόντα θα έπρεπε να εισ­αχθούν στον οικισμό και να τρέξουν στο παζάρι οι κάτοικοι να αγοράσουν. Την ίδια πρόνοια βλέπουμε και στους οθωμανικούς κανονισμούς των πόλεων, σχετικά με την αποθήκευση. Η απο­τροπή του ανταγωνισμού ίσχυε και για τους μαστόρους που συγκροτούνταν σε συντεχνία: η συντεχνία δεν αποτελούσε ε­νιαία επιχείρηση, όριζε μόνο τους κανόνες της συναλλαγής και τις υποχρεώσεις των ιεραρχημένων μελών των παραγωγικών και εμπορικών της κυττάρων, του «εργαστηριού». Αλλοιώς τα κύτταρα αυτά θα έπρεπε να συγκροτηθούν σε «συντροφιά», δηλαδή σε εταιρεία, με ορισμένη χρονική διάρκεια. Συνέχεια ανάγνωσης

Μάτια ερμητικά κλειστά

Standard

ΑΝΤΙΚΛΙΜΑΚΑ

της Ιωάννας Μεϊτάνη

home_bkgΠριν από λίγα χρόνια, σε μια παραλιακή πόλη της Καλιφόρνιας, ένας δεκατετράχρονος μαθητής σκοτώνει μέσα στην τάξη, μπροστά στα μάτια όλων, έναν συμμαθητή του. Ο νεαρός δολοφόνος Μπράντον συλλαμβάνεται, δικάζεται και μπαίνει στη φυλακή για 25 χρόνια. Το θύμα, ο μικρός Λάρι, δεν ζει για να ολοκληρώσει κάτι που είχε μόλις αρχίσει να αποτολμάει: να ζει ως γυναίκα. Καθώς το ντοκιμαντέρ Valentine Road της Μάρτας Κάνινγκχαμ (ΗΠΑ, 2013) παρουσιάζει τα γεγονότα και μπαίνει κάτω από την επιφάνεια, ο προβληματισμός όλο και μεγαλώνει. Γιατί η εξήγηση που δίνουν τα «εξωτερικά χαρακτηριστικά» του εγκλήματος, η οποία θα ήταν ενδεχομένως αρκετή για πάψουμε να ασχολούματε με την υπόθεση και θα έκανε ένα σχετικό ντοκιμαντέρ να φαντάζει περιττό, είναι παραπλανητική.

Όντως, ο δολοφόνος Μπράντον είναι λευκός, καλοχτισμένος, έχει μια όμορφη φιλενάδα, έλκεται από ρατσιστικές και νεοναζιστικές ομάδες της πόλης του, σκιτσάρει στα τετράδιά του αγκυλωτούς σταυρούς και, σαν παιδί μιας γνήσιας αμερικάνικης οικογένειας, δεν δυσκολεύεται να βρει στο σπίτι του πιστόλι. Όντως, το θύμα Λάρι είναι ένα ιδιαίτερο παιδί, μελαμψό, ορφανό, που αρχίζει να εκδηλώνει τη θηλυκή του πλευρά και να φοράει τακούνια και σκουλαρίκια στο σχολείο, κουβαλάει στην τσάντα του κραγιόν και μάσκαρα, θέλει να τον φωνάζουν με γυναικεία ονόματα, και την παραμονή του Αγίου Βαλεντίνου πηγαίνει στον Μπράντον και του ζητάει να «γίνει ο Βαλεντίνος του». Το αντράκι Μπράντον τσαντίζεται, και τσαντίζεται τόσο πολύ που την επομένη, ανήμερα του Αγίου Βαλεντίνου, πυροβολεί τον Λάρι μέσα στην τάξη. Όντως η ταινία, αν σταματούσε στο πρώτο μισάωρο, θα ήταν περιττή. Συνέχεια ανάγνωσης