Η αποτροπή του ανταγωνισμού

Standard

YΠΟΜΝΗΣΕΙΣ. ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΡΟΠΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ

του Σπύρου Ι. Ασδραχά

Αυτές τις μέρες, ο Σπύρος Ασδραχάς μας χάρισε ένα ωραίο δώρο: τον τόμο «Υπομνήσεις. Ιστορικότροπα σημειώματα» (εκδ. Θεμέλιο), καρπό ώριμο της σοφίας και της γραφής του. «Υπομνήσεις», όπως εξηγεί ο ίδιος, «δηλαδή ανασύσταση πραγμάτων ή σωστότερα μια θεματολογίας που ήδη ήταν γνωστή. Ιστορικότροπα, όχι ιστορικά σημειώματα. Δηλώνεται έτσι ένα είδος μετοχής σ’ ορισμένα από τα πλατιά πεδία της ιστοριογραφίας». Σημειώματα επίσης πολυθεματικά: «από τα κοράκια ως τις βραχονησίδες· και από τις βραχονησίδες ως τις αναδύσεις που έρχονται από παλιές μου λογοτεχνικές αγάπες, όπως λόγου χάρη ο πρώτος μου ποιητής, ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης». Σχεδόν όλα τα κείμενα είχαν πρωτοεμφανιστεί στην Καθημερινή¸ με τη φροντίδα του Νίκου Ξυδάκη. Παραθέτουμε στη συνέχεια το ακροτελεύτιο κείμενο του τόμου, κείμενο που πρωτοδημοσιεύεται στον τόμο.

Στρ. Μπ.

6a-asdraxas swstos

Αρμένιος έμπορος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Έργο του Λουί Ντυπρέ, 1825

Η αποτροπή του ανταγωνισμού συνιστά διακριτικό γνώρι­σμα των προκαπιταλιστικών οικονομιών, χωρίς ωστόσο αυτή να συνεπάγεται την κατάργησή του. Λέγαμε στο προηγούμενο σημείωμα ότι ίσχυε η διατίμηση, το narh, δηλαδή η ανώτερη τιμή. Στην οικονομία, ωστόσο, του παζαριού η «δί­καιη» τιμή ήταν προς αναζήτηση: πλειοδοτούσε οπωλητής και μειοδοτούσε ο αγοραστής, έκαναν δηλαδή «παζάρια». Είναι ενδεικτική, ανάμεσα στην πολυσημία της λέξης «παζάρι», αυτή η πρακτική της διαμόρφωσης των τιμών. Το παζάρι το συνοδεύει, όχι υποχρεωτικά πάντα, η διαφάνεια της κατασκευής του προϊόντος. Στις Φωνές του Μαρακές οΚανέττι παρατηρεί ότι ο πωλητής κατασκεύαζε το προϊόν του κάτω από τα μάτια όλων των ανθρώπων του παζαριού. Πιο επεξεργασμένη μορφή αυτής της διαφάνειας ήταν η τήρηση των συντεχνιακών κανόνων: κάποιοι ξέφευγαν και έστηναν τα εργαστήρια τους παράμερα, με αποτέλεσμα την πτώση της ποιότητας του προϊόντος. Ας έρθουμε όμως στο προκείμενο, την αποτροπή το ανταγωνισμού.

Το ζήτημα του εφοδιασμού του πληθυσμού με καταναλωτικά αγαθά, με «αγαθά της πρώτης ανάγκης», που ήταν τα τρόφιμα, δεν απασχολούσε μόνο τις μεγάλες πληθυσμικές συγκεντρώσεις, τις πόλεις, αλλά και τις μικρές, στο μέτρο όπου δεν είχαν ζωάρκεια και ήταν υπόφορες στις εισαγωγές. Όταν ένα πλεούμενο έφτανε σε ένα νησί με είδη πρώτης ανάγκης, ήταν απαγορευμένο να τα αγοράσουν οι έμποροι πριν ικανοποιηθεί η ζήτηση των κατοίκων: πρόκειται για την ανωνική πολιτική.

Ήταν επίσης απαγορευμένο οι εισαγωγείς να πουλάνε έξω από την περίμετρο του οικισμού: τα προϊόντα θα έπρεπε να εισ­αχθούν στον οικισμό και να τρέξουν στο παζάρι οι κάτοικοι να αγοράσουν. Την ίδια πρόνοια βλέπουμε και στους οθωμανικούς κανονισμούς των πόλεων, σχετικά με την αποθήκευση. Η απο­τροπή του ανταγωνισμού ίσχυε και για τους μαστόρους που συγκροτούνταν σε συντεχνία: η συντεχνία δεν αποτελούσε ε­νιαία επιχείρηση, όριζε μόνο τους κανόνες της συναλλαγής και τις υποχρεώσεις των ιεραρχημένων μελών των παραγωγικών και εμπορικών της κυττάρων, του «εργαστηριού». Αλλοιώς τα κύτταρα αυτά θα έπρεπε να συγκροτηθούν σε «συντροφιά», δηλαδή σε εταιρεία, με ορισμένη χρονική διάρκεια.

Στη Φιλιππούπολη του 18ου αιώνα οι «αμπατζήδες» είναι ήδη οργανωμένοι σε συντεχνία — ρουφέτι ή εσνάφι επί το τουρκικότερον. Ο όρος αμπατζής είναι δίσημος: σημαίνει τον κατασκευαστή του αμπά, δηλαδή της κάπας, αλλά και το ρά­φτη του επενδύτη, τον καποράφτη. Ας σημειωθεί ότι τα υφά­σματα του αμπά (πριν ραφούν) τα έλεγαν «γκρίζα». Δεν ξέρω αν αυτή η λέξη παραπέμπει στο χρώμα, το «κανούτο», όπως αλλοιώς το έλεγαν. Το γκρίζο ύφασμα παραπέμπει σε μια φάση όπου το νήμα δεν είχε λευκανθεί ή βαφεί. Τούτο δεν σημαίνει ότι τα «γκρίζα» ήταν ό,τι υποδεικνύει ή λέξη.

Σε ένα άρθρο τής συντεχνίας των αμπατζήδων της Φιλιπ­πούπολης αναγράφεται ότι έπρεπε οι μάστορες να περιμέ­νουν στον «οντά» τους τούς πωλητές των αμπάδων, ανθρώ­πους της υπαίθρου, και όχι να τρέχουν να τους βρουν. Τούτο δηλώνει ότι αποφευγόταν ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους μαστόρους. Δηλώνει και κάτι άλλο σημαντικό: ότι στα χωριά υπήρχε βιοτεχνία. Όταν αργότερα, στον 19ο αιώνα, η οικογένεια των Γκιουμουσγκερδάν της ίδιας πόλης στήνουν ένα εργοστάσιο για την κατασκευή υφασμάτων για τον σουλτανικό στρατό, μέρος της παραγωγής το εμπιστεύονται στις βιοτε­χνίες των χωριών με παραγγελία. Πρόκειται για ένα Verlags-system: το χρήμα, λοιπόν, της πόλης εισρέει στην ύπαιθρο.

Η παραγωγή υφαντών δεν είναι, βέβαια, αποκλειστικότητα της Φιλιππούπολης και της ενδοχώρας της. Οι Ηπειρώτες καποτάδες διέπρεψαν στις ιταλικές πόλεις: κύρια πηγή τους ηπειρωτική ενδοχώρα, που από αυτοκαταναλωτική οικοτεχνία μετέπεσε σε εμπορευματική: το προϊόν, από άμεση χρηστική αξία, γίνεται αξία ανταλλακτική (αλλοιώς μετάβαση από την ποσότητα στην ποιότητα). Η αποτροπή του ανταγωνισμού γινόταν και με το «μονοπουλιό» (monopolyaστην τουρκική εκδοχή της λέξης μονοπώλιο). Σύμφωνα με την πρακτική αυτή ο τιμαριώτης μπορούσε να διαθέτει μόνος αυτός προϊόντα επί δύο σεληνιακούς μήνες («δύο φεγγάρια»).

H αποτροπή του ανταγωνισμού είχε επιχειρηθεί στη Σμύρνη με τον ακόλουθο τρόπο: οι χιώτες έμποροι έκαναν έναείδος κονσόρτσιουμ και αγόραζαν τις ολλανδικές εισαγωγές στην τιμή όπου οι ίδιοι επέβαλαν. Κατόπιν μοιράζονταν, ανάλογα με τη συμμετοχή του καθενός, και αποδέσμευαν τις τιμές. Η αποτροπή του ανταγωνισμού γινόταν εργαλείο για τη ανατροπή της.

Το μονοπώλιο συνδεόταν επίσης με την ενοικίαση μιας φορολογικής προσόδου, το «απάλτο»: ο ενοικιαστής ή οι συνεταιρισμένοι ενοικιαστές αποκτούσαν έτσι την όλη διάθεση του μισθωμένου προϊόντος.

Τα παραδείγματα πού επικαλεστήκαμε εικονογραφούνένιους από τους συντελεστές ενός γενικού οικονομικού μηχα­νισμού. Όπως λέγαμε, η αποτροπή του ανταγωνισμού ενείχε την αναίρεσή της, αλλά συγχρόνως υπερασπιζόταν τον άμεσο καταναλωτή, ο οποίος τις χρηστικές αξίες δεν τις μετέτρεπε σε ανταλλακτικές. Αυτή την οικονομία δεν έχουμε λόγους να τη νοσταλγούμε μυθοποιώντας την. Ωστόσο, όλα της τα συστατικά στοιχεία δεν χάθηκαν, αλλά μεταμορφώθηκαν μετά στις ποικίλες μορφές του καπιταλισμού. Απομένει και κάτι άλλο: η έγνοια για την επιβίωση των ανθρώπων. Ένα δυνατό πνεύμα, ο φίλος μου Δημήτρης Μορτόγιας (που πάνε τριάντα πέντε χρόνια από τη στιγμή όπου σκόρπισε η τέφρα του στα νερά του Κατάκωλου), αυτό το δυνατό πνεύμα που δεν απο­τυπώθηκε παρά σε συντρίμμια λόγου, έγραψε τους έξης στί­χους σε ένα καρκινικό ποίημα:

Από το αμήχανο φθόρισμα του ονείρου

αν είχα τις αιχμές του σκαντζόχοιρου

θα προτιμούσα τον ελεύθερο συναγωνισμό.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s