ΔΕΗ, ενεργειακή δημοκρατία και δημόσιο «νέου τύπου»

Standard

 του Αλέξη Χαρίτση

 Η εμπειρία σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχει δείξει ότι µε τη δημιουργία ανταγωνιστικών επιχειρήσεων στη συγκεκριμένη αγορά [ηλεκτρικής ενέργειας] επιτυγχάνονται πολλαπλά οφέλη τόσο στον τομέα των επενδύσεων και της δημιουργίας θέσεων εργασίας, όσο και για τον ίδιο τον καταναλωτή.

1-xaritsis

Έργο του Λάρι Ρίβερς, βασισμένο στον «Χορό» του Ματίς, 1993

Αυτά διαβάζουμε στην αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου για τη «μικρή ΔΕΗ» που συζητιέται τούτες τις μέρες στη Βουλή. Οι συντάκτες της αποφεύγουν, βέβαια, να δώσουν συγκεκριμένα παραδείγματα από την ευρωπαϊκή αυτή εμπειρία, καθώς αυτά θα οδηγούσαν σε συμπεράσματα εντελώς αντίθετα από εκείνα τα οποία επιδιώκουν. Γιατί, όπως δείχνουν οι σχετικές μελέτες,[1] η ιδιωτικοποίηση του ενεργειακού κλάδου οδήγησε σε ολιγοπωλιακές καταστάσεις αύξησης της κερδοφορίας των ιδιωτικών επιχειρήσεων, χωρίς μετακύλιση όμως του κέρδους στους καταναλωτές, όξυνσης των ανισοτήτων με επιβάρυνση των φτωχότερων νοικοκυριών και διόγκωσης των φαινομένων ενεργειακής φτώχειας.

Πιο σκληρές ήταν οι επιπτώσεις στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, με πιο πρόσφατη την περίπτωση της Βουλγαρίας, όπου η αποικιοκρατικού τύπου ιδιωτικοποίηση οδήγησε στην ενεργειακή κατάτμηση της χώρας σε τρεις γεωγραφικές ζώνες, καθεμία από τις οποίες δόθηκε σε διαφορετική ιδιωτική εταιρεία. Οι ραγδαίες αυξήσεις των τιμών του ρεύματος αποτέλεσαν τη θρυαλλίδα πρωτοφανών για τα δεδομένα της Βουλγαρίας κινητοποιήσεων που οδήγησαν στην πτώση της κυβέρνησης Μπορίσοφ, τον Φεβρουάριο του 2013. Και εκτός Ευρώπης όμως, τα πράγματα δεν είναι πιο ρόδινα: πέρα από τη γνωστή κατάρρευση του μοντέλου της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας της Καλιφόρνια (σκάνδαλο Enron), πρόσφατη μελέτη δείχνει ότι η ιδιωτικοποίηση της ηλεκτρικής ενέργειας στην Αυστραλία οδήγησε σε αύξηση των τιμών και μείωση της αξιοπιστίας του ενεργειακού συστήματος.[2] Συνέχεια ανάγνωσης

Από κάπου μακριά

Standard

ΝΕΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ

 του Κωνσταντίνου Χατζηνικολάου

 Τις προάλλες η Εθνική Ελλάδος έπαιζε με την Κόστα Ρίκα, κι εγώ, που μισοκοιμόμουνα δίπλα στον γιο μου, μάθαινα για το ματς μέσω των αντιδράσεων της γειτονιάς.

Υπήρχε βέβαια, όπως πάντα, κάποιος που υπερίσχυε από τους υπόλοιπους φιλάθλους, κάποιος που τους κάλυπτε με τους αλαλαγμούς του, και ομολογώ πως με είχε μπερδέψει τόσο πολύ που δεν καταλάβαινα τι συνέβαινε στον αγώνα.

Για κάμποση ώρα δεν σκεφτόμουν το γήπεδο αλλά εκείνον τον άνθρωπο που φώναζε με φωνή πρωτόγονου.

Τον φανταζόμουν περισσότερο, σαν ένα μεγάλο τριχωτό ζώο που δεν μπορούσε να βολευτεί στον καναπέ του και όλο τιναζόταν ψηλά, φωνάζοντας κάτι ακατάληπτο, για να ξανακαθίσει μετά, έχοντας προσωρινά εκτονώσει τη διέγερσή του.

Μετά ο αγώνας έληξε κι εγώ αναγκάστηκα ν’ ανοίξω το ραδιόφωνο για ν’ ακούσω το τελικό αποτέλεσμα: είχαμε χάσει. Σύντομα, οι τηλεοράσεις έσβησαν μαζί με το σούσουρο και η καλοκαιρινή νύχτα επέστρεψε στους κανονικούς της ρυθμούς.

Η αλήθεια είναι πως το καλοκαίρι είναι ένα ηχείο εξαιρετικής ακριβείας. Μπορείς ν’ ακούσεις από τη βεράντα σου τα πάντα, δηλαδή αυτά που θέλεις ν’ ακούσεις και αυτά που δεν θέλεις ν’ ακούσεις: οτιδήποτε συμβαίνει στα γύρω διαμερίσματα έρχεται και κατακάθεται σαν σκόνη πάνω στ’ αυτιά σου με τον ίδιο τρόπο που έρχεται η σκόνη από τη Βόρεια Αφρική ή και από κάπου μακρύτερα, από την Καλκούτα ή τη Βεγγάλη: ένα μωρό που κλαίει, ένα ζευγάρι που μαλώνει και μετά κάνει έρωτα, μια γυναίκα που μουρμουράει ένα τραγούδι, το κουδούνισμα των καθαρών ποτηριών, όταν κάποιο χέρι τα τοποθετεί στο στεγνωτήριο.

Η  αφίσα του  περσινού FID Marseille

Η αφίσα του περσινού FID Marseille

Αύριο ολοκληρώνεται το Φεστιβάλ Κινηματογράφου στη Μασσαλία (FIDMarseille) και φέτος το πρόγραμμα περιλάμβανε ένα αφιέρωμα στις ταινίες της Μαργκερίτ Ντυράς, σ’ αυτές τις ταινίες που έχουν -όπως και τα γραπτά της- μια κοφτή αισθησιακή προσποίηση που είναι ανακουφιστική για την καθημερινότητά μας και, για τον ίδιο ακριβώς λόγο, εκνευριστική: γιατί απέχει παρασάγγας από τη ζωή μας και πιστεύω πως θα ήταν μια σκέτη γαλλική εξιδανίκευση του έρωτα αν δεν υπήρχε η απαραίτητη ποσότητα οδύνης την οποία κουβαλάνε οι ήρωές της μέσα σ’ εκείνες τις ζεστές περιοχές στις οποίες κατοικούνε και όπου είναι αιωνίως καλοκαίρι.

Στο IndiaSong (1975) το εναρκτήριο πλάνο διαρκεί τέσσερα λεπτά: ο ήλιος δύει αργά πάνω από μια επίπεδη έκταση, που ίσως είναι οι πράσινοι ορυζώνες της Ινδοκίνας, μέχρι που ο δίσκος χάνεται πίσω από τον γκρίζο ουρανό, ενώ μια γυναικεία φωνή τραγουδάει ένα παραπονιάρικο τραγούδι που καταλήγει σ’ ένα κάλεσμα, ένα κάλεσμα ζώου, τόσο μακρινό αλλά και τόσο κοντινό, λες και το ακούς από τη βεράντα σου.

Κ’ ύστερα έρχεται η νύχτα.

Ο διαδικτυακός πόλεμος για την καρδιά και το μυαλό των ανθρώπων

Standard

του Χρήστου Τριανταφύλλου

2-triantafylloyΗ γενιά μου (μιλάω γι’ αυτούς που γεννηθήκαμε στις αρχές της δεκαετίας του 1990) το πρώτο πράγμα που κάνει όταν ξυπνήσει το πρωί είναι να μπει στο Ίντερνετ. Έτσι ενημερωνόμαστε –πολλοί αποκλειστικά–, έτσι επικοινωνούμε, έτσι –μέσα από αυτό το φίλτρο– σκεφτόμαστε και αντιλαμβανόμαστε τα κοινωνικά τεκταινόμενα. Ο τρόπος λοιπόν με τον οποίο βλέπουμε τα πράγματα στο Ίντερνετ είναι κομβικός. Σ’ αυτό το πλαίσιο, πού βρίσκεται η πολιτική, και κυρίως η πολιτική της Αριστεράς;

Λόγω της φύσης του μέσου, αλλά και των γενικότερων εξελίξεων, βαρύνουσα σημασία έχουν τόσο αυτό που αποκαλούμε popculture όσο και το διαδικτυακό χάζεμα. Όπως έχω ξαναγράψει, [1] το χάζεμα αυτό συντελεί τα μέγιστα στον τρόπο με τον οποίο φιλτράρουμε τις πληροφορίες και με τον οποίο αλληλεπιδρούμε με όσα συμβαίνουν on και offline. Μπορεί να φαίνεται παράδοξο σε όσους δεν αποτελούν μέρος αυτής της κουτούρας, αλλά το περίφημο βαριεστημένο scrolldown στο Facebook είναι ο πιο σημαντικός τρόπος για να ενημερωθεί κανείς για την επικαιρότητα και τον δημόσιο λόγο. Συνέχεια ανάγνωσης

Μουσεία της λήθης

Standard

Με αφορμή τα πέντε χρόνια του Μουσείου της Ακρόπολης

του Γιάννη Χαμηλάκη

μετάφραση: Παύλος Καζακόπουλος

Αρχιτεκτονικό θραύσμα από το Ερέχθειο της Ακρόπολης, με οθωμανική επιγραφή του 1805

Αρχιτεκτονικό θραύσμα από το Ερέχθειο της Ακρόπολης, με οθωμανική επιγραφή του 1805. Φωτογραφία του Φώτη Υφαντίδη

Η σχέση ανάμεσα στην αρχαιότητα, την αρχαιολογία και το εθνικό φαντασιακό στην Ελλάδα, η ιεροποίηση του κλασικού παρελθόντος και η αφομοίωση μιας δυτικής ιδέας του ελληνισμού από τον γηγενή πληθυσμό έχουν μελετηθεί εκτενώς τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια.  Μάλιστα, η περίπτωση της Ελλάδας έχει αποδειχτεί πλούσια πηγή ιδεών και στοιχείων για τη μελέτη των πολιτικών της εθνικής κληρονομιάς σε άλλα έθνη-κράτη. H σύλληψη του νέου Μουσείου της Ακρόπολης ήταν σίγουρο ότι θα επηρεαζόταν εξαρχής από την ποιητική της εθνικής ταυτότητας, αφού η κύρια αναφορά του, η Ακρόπολη των Αθηνών, είναι το πιο ιερό αντικείμενο της ελληνικού εθνικού φαντασιακού. Ταυτόχρονα όμως, είναι αντικείμενο αποθαυμασμού και στη δυτικό φαντασιακό (αρκεί μια ματιά στο σήμα της UNESCO),   προορισμός εκατομμυρίων τουριστών απ’ όλο τον κόσμο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται και οικονομικά, και μια αενάως αναπαραγόμενη και τροποποιούμενη παγκόσμια εικόνα.

Υπάρχουν όχι μία αλλά πολλές Ακροπόλεις: σ’ έναν λόφο στο κέντρο της Αθήνας, σε μουσεία όλου του κόσμου, στη λογοτεχνία, στην τέχνη και τον κινηματογράφο, στη φωτογραφία, στο ίντερνετ (δες το φωτο-μπλογκ www.theotheracropolis.com). Υπάρχουν όχι μία αλλά πολλές ιστορίες που αφηγείται αυτή η υλικότητα, πολλές διεκδικήσεις και υποθέσεις που έχουν χρησιμοποιήσει αυτό το αντικείμενο και σύμβολο. Κάποιες επίσημες και από τα πάνω, αρκετές ανεπίσημες, από τα κάτω, κρύφιες , εκουσίως προκλητικές και αμφιλεγόμενες. Γι’ αυτό θεωρώ ότι η εκθεσιακή λογική του νέου μουσείου και οι δυνατότητες που παρέχει στον επισκέπτη, η αρχιτεκτονική και η μουσειογραφεία του δεν μπορούν να κατανοηθούν απομονωμένα. Δεν μπορούν να γίνουν αντικείμενο κριτικής και να αποδομηθούν αποτελεσματικά, αν δεν συνδεθούν με τις αξιώσεις σύγχρονων διεθνών μουσείων επί του υλικού παρελθόντος και αν δεν ληφθούν υπόψιν και όλες οι άλλες φωνές, παρεμβάσεις και προκλήσεις, πέρα από τις επίσημες. Συνέχεια ανάγνωσης

Ένας αντισωφρονιστικός παρακώδικας: Νομοσχέδιο για τις «φυλακές ασφαλείας»

Standard

 της Κλειώς Παπαπαντολέων

Ρενέ Μαγκρίτ, «Πολικό φως», 1926

Ρενέ Μαγκρίτ, «Πολικό φως», 1926

Οι ελληνικές φυλακές, εδώ και καιρό, συνιστούν ένα ιδιότυπο πείραμα, καθώς αποτυπώνουν τη σταθερή και αμετακίνητη πρακτική της πολιτείας να διατηρεί έναν χώρο πέρα και έξω από κάθε έννοια δικαιώματος και ανθρώπινης αξιοπρέπειας, και μάλιστα πεισματικά: παρά τις επανειλημμένες καταδίκες του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου για απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση, παρά τη Δημόσια Δήλωση στην οποία προέβη η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά των Βασανιστηρίων, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις των ίδιων των σωφρονιστικών υπαλλήλων· και, εντέλει, παρά το γεγονός ότι η ύπαρξη τέτοιων φυλακών από μόνη της αναιρεί εν τοις πράγμασι τον χαρακτήρα του κράτους ως φιλελεύθερου κράτους δικαίου. Με λίγα λόγια, οι φυλακές έχουν αποκτήσει στη σημερινή Ελλάδα εμπεδωμένα χαρακτηριστικά τριτοκοσμικού κράτους ή χώρας σε εμπόλεμη κατάσταση.

Οι ενδελεχείς μελέτες του Υπουργείου

Ως εκ τούτου, η αναφορά στο Προοίμιο της Αιτιολογικής Έκθεσης του νομοσχεδίου για τις φυλακές ασφαλείας ότι «κατά τη σύνταξη των ρυθμίσεων, πέρα από το Σύνταγμα και τους νόμους […] εξετάστηκε ενδελεχώς η σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την πρόληψη των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας και οι εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την πρόληψη των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας», προκαλεί γνήσια απορία. Συνέχεια ανάγνωσης

Το ευρώ, ο Νότος και η Ελλάδα

Standard

Όλα τα λάθη της ΟΝΕ, η ίδια η αποτυχία της ως νεοφιλελεύθερου σχεδίου, φορτώθηκαν στις κοινωνίες του Νότου

συνέντευξη της Μαριάννας Τόλια

Τζόρτζιο ντε Κίρικο, "Ο τροβαδούρος"

Τζόρτζιο ντε Κίρικο, «Ο τροβαδούρος»

Τη Μαριάννα Τόλια τη γνωρίζω από τις παλιές καλές μέρες της εφημερίδας «Η Εποχή», όταν και οι δυο μετείχαμε σε αυτό το σπουδαίο εργαστήρι, εργαστήρι γραφής, πολιτικής και σκέψης, που ήταν και συνεχίζει να είναι η «Εποχή». Δεν είναι όμως αυτός ο λόγος που της ζητήσαμε να μας μιλήσει για το βιβλίο της «Το ευρώ, ο Νότος και η Ελλάδα», το οποίο κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό από τις Μεταμεσονύκτιες Εκδόσεις. Αλλά το ότι πρόκειται για ένα βιβλίο τεκμηριωμένο και παρεμβατικό μαζί, που παρακινεί όποιον θέλει να σκεφτεί κριτικά για την κρίση, την οικονομία και την πολιτική. Πέρα από τα στοιχεία που μας προσφέρει για την κρίση της Ελλάδας (που την εντάσσει στη γενικότερη κρίση του Ευρωπαϊκού Νότου, διακρίνοντας όμως την περίπτωση της Ελλάδας και της Πορτογαλίας από τις αντίστοιχες της Ιταλίας και της Ισπανίας) προτείνει προοπτικές για το αύριο ή μάλλον το «μεθαύριο», όπως λέει και η ίδια. Ο αναγνώστης –και ο τόμος έχει το προσόν ότι δεν χρειάζεται να είσαι ειδικός για να τον προσπελάσεις– θα βρει στοιχεία, ιδέες και σκέψεις για τη χάραξη ενός σχεδίου ανασυγκρότησης, πάνω από τα χαλάσματα της κρίσης. Δεν θα μιλήσω εδώ για το περιεχόμενο, το εξηγεί η ίδια η Μαριάννα Τόλια, στη συνέντευξη που ακολουθεί. Θα σταθώ μόνο σε δυο σημεία από τον Πρόλογό της, χαρακτηριστικά της οπτικής της. Πρώτον, μας λέει, «αυτή η αφήγηση δεν προτείνεται μόνο για λόγους θεωρητικού ενδιαφέροντος· προτείνεται κυρίως για να εμπνεύσει την πολιτική πράξη». Και, έπειτα, ότι «η ψυχολογική πηγή για τη συγγραφή του βιβλίου ήταν η αγωνία· η ίδια αγωνία που διακατέχει μεγάλα κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας». Θα πω μόνο ότι, στις σελίδες του τόμου, καταφέρνει να μετατρέψει την αγωνία σε προβληματισμό και σκέψη, με τρόπο γόνιμο και χρήσιμο.

Στρ. Μπ.

Τζόρτζιο ντε Κίρικο, «Σχολή μονομάχων», 1953

Τζόρτζιο ντε Κίρικο, «Σχολή μονομάχων», 1953

Το βιβλίο καταρρίπτει το κυρίαρχο επιχείρημα ότι το κόστος εργασίας στην Ελλάδα και στις χώρες του Νότου είναι αυτό που ευθύνεται για την κρίση του ευρώ. Μπορείς να μας το εξηγήσεις;

Το ότι η άνοδος του κόστους εργασίας ευθύνονταν για την κρίση του ευρώ το υποστήριζε η Γερμανία όταν άναβε η κρίση. Είχε διατυπωθεί τότε –τέλη 2010– μια πρώτη ανάλυση για το τι ήταν όλο αυτό που συνέβαινε στην Ευρώπη η οποία είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αιτία ήταν η απώλεια ανταγωνιστικότητας του Ευρωπαϊκού Νότου έναντι του Βορρά. Από ένα ολόκληρο αναλυτικό σχήμα όμως η γερμανική ηγεσία ξεχώρισε μια παράμετρο, την αύξηση του μοναδιαίου εργασιακού κόστους, και ανήγαγε το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας σε αυτήν, γιατί με αυτό το επιχείρημα μπορούσε να στηρίξει την οικονομική πολιτική που επέβαλε και να αποτρέψει άλλες που ήθελε, π.χ., μια όντως ευρωπαϊκή αντιμετώπιση του προβλήματος των τραπεζών. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο σκοπός και τα μέσα, ξανά

Standard

 του Μάνου Αυγερίδη

8-manos avgeridis

Ρενέ Μαγκρίτ, «Το τέλος του στοχασμού», 1927

 Την Τρίτη που μας πέρασε, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και πολιτικός αναλυτής Νίκος Μαραντζίδης δέχτηκε επίθεση από ομάδα ατόμων ενώ έπινε καφέ μ’ έναν γνωστό του. Το περιστατικό πήρε δημοσιότητα και σχολιάστηκε εκτενώς στον Τύπο και τα social media. Τι είναι όμως σημαντικό να πει κανείς γι’ αυτό και πού επικεντρώθηκε ο δημόσιος σχολιασμός των τελευταίων ημερών;

Θα ξεκινήσω απ’ το δεύτερο. Γράφτηκαν πολλά για το επιστημονικό έργο, την ακαδημαϊκή διαδρομή και τις πολιτικές απόψεις του Μαραντζίδη, συζητήθηκε ξανά το ζήτημα της βίας (πολιτικής και μη), σχολιάστηκε ποικιλοτρόπως η άθλια πολιτική και μιντιακή διαχείριση του περιστατικού και, τέλος, το ίδιο το γεγονός της μεγάλης δημοσιότητας που πήρε μια περίπτωση άσκηση βίας, σε σχέση με πολύ χειρότερες που δέχονται καθημερινά άνθρωποι χωρίς την αναγνωρισιμότητα και το στάτους του καθηγητή: η βία, θεσμική και εξωθεσμική, απέναντι σε εργαζόμενους, μετανάστες, ομοφυλόφιλους, αγωνιστές και κάθε λογής διαμαρτυρόμενους, αγνοείται, θάβεται στα ψιλά των μεγάλων μίντια ή ακόμα χειρότερα αντιστρέφεται, διαστρεβλώνεται, κάνει τους θύτες να μοιάζουν θύματα στο πλαίσιο ενός επικοινωνιακού πολέμου χωρίς όρια τα τελευταία χρόνια. Με πολλά απ’ όσα ειπώθηκαν και γράφτηκαν συμφωνώ και θα είχα κι εγώ να πω· δεν είμαι ουδέτερος.

Μπορούμε και πρέπει να τα συζητήσουμε αυτά, όχι όμως σε σχέση με το περιστατικό της Τρίτης· θεωρώ ότι είναι η χειρότερη βάση για να τα συζητήσουμε, όπως επίσης πιστεύω ότι όλα τα παραπάνω δεν μπορούν να επηρεάζουν την άποψή μας για το περιστατικό. Αν και η αυτονόητη ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε (ή θα έπρεπε) να είναι αρκετή, ίσως χρειάζεται να επιμείνουμε λίγο· να πω λοιπόν ξεκάθαρα το εξής: Η πρακτική να πηγαίνεις και να ρίχνεις ξύλο σε κάποιον που κάθεται και πίνει τον καφέ του είναι τουλάχιστον επικίνδυνη και σίγουρα δεν ανήκει στη λογική και τις αξίες της δικής μας Αριστεράς, όπως κι αν αυτοπροσδιορίζονται οι φορείς της. Συνέχεια ανάγνωσης