Από κάπου μακριά

Standard

ΝΕΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ

 του Κωνσταντίνου Χατζηνικολάου

 Τις προάλλες η Εθνική Ελλάδος έπαιζε με την Κόστα Ρίκα, κι εγώ, που μισοκοιμόμουνα δίπλα στον γιο μου, μάθαινα για το ματς μέσω των αντιδράσεων της γειτονιάς.

Υπήρχε βέβαια, όπως πάντα, κάποιος που υπερίσχυε από τους υπόλοιπους φιλάθλους, κάποιος που τους κάλυπτε με τους αλαλαγμούς του, και ομολογώ πως με είχε μπερδέψει τόσο πολύ που δεν καταλάβαινα τι συνέβαινε στον αγώνα.

Για κάμποση ώρα δεν σκεφτόμουν το γήπεδο αλλά εκείνον τον άνθρωπο που φώναζε με φωνή πρωτόγονου.

Τον φανταζόμουν περισσότερο, σαν ένα μεγάλο τριχωτό ζώο που δεν μπορούσε να βολευτεί στον καναπέ του και όλο τιναζόταν ψηλά, φωνάζοντας κάτι ακατάληπτο, για να ξανακαθίσει μετά, έχοντας προσωρινά εκτονώσει τη διέγερσή του.

Μετά ο αγώνας έληξε κι εγώ αναγκάστηκα ν’ ανοίξω το ραδιόφωνο για ν’ ακούσω το τελικό αποτέλεσμα: είχαμε χάσει. Σύντομα, οι τηλεοράσεις έσβησαν μαζί με το σούσουρο και η καλοκαιρινή νύχτα επέστρεψε στους κανονικούς της ρυθμούς.

Η αλήθεια είναι πως το καλοκαίρι είναι ένα ηχείο εξαιρετικής ακριβείας. Μπορείς ν’ ακούσεις από τη βεράντα σου τα πάντα, δηλαδή αυτά που θέλεις ν’ ακούσεις και αυτά που δεν θέλεις ν’ ακούσεις: οτιδήποτε συμβαίνει στα γύρω διαμερίσματα έρχεται και κατακάθεται σαν σκόνη πάνω στ’ αυτιά σου με τον ίδιο τρόπο που έρχεται η σκόνη από τη Βόρεια Αφρική ή και από κάπου μακρύτερα, από την Καλκούτα ή τη Βεγγάλη: ένα μωρό που κλαίει, ένα ζευγάρι που μαλώνει και μετά κάνει έρωτα, μια γυναίκα που μουρμουράει ένα τραγούδι, το κουδούνισμα των καθαρών ποτηριών, όταν κάποιο χέρι τα τοποθετεί στο στεγνωτήριο.

Η  αφίσα του  περσινού FID Marseille

Η αφίσα του περσινού FID Marseille

Αύριο ολοκληρώνεται το Φεστιβάλ Κινηματογράφου στη Μασσαλία (FIDMarseille) και φέτος το πρόγραμμα περιλάμβανε ένα αφιέρωμα στις ταινίες της Μαργκερίτ Ντυράς, σ’ αυτές τις ταινίες που έχουν -όπως και τα γραπτά της- μια κοφτή αισθησιακή προσποίηση που είναι ανακουφιστική για την καθημερινότητά μας και, για τον ίδιο ακριβώς λόγο, εκνευριστική: γιατί απέχει παρασάγγας από τη ζωή μας και πιστεύω πως θα ήταν μια σκέτη γαλλική εξιδανίκευση του έρωτα αν δεν υπήρχε η απαραίτητη ποσότητα οδύνης την οποία κουβαλάνε οι ήρωές της μέσα σ’ εκείνες τις ζεστές περιοχές στις οποίες κατοικούνε και όπου είναι αιωνίως καλοκαίρι.

Στο IndiaSong (1975) το εναρκτήριο πλάνο διαρκεί τέσσερα λεπτά: ο ήλιος δύει αργά πάνω από μια επίπεδη έκταση, που ίσως είναι οι πράσινοι ορυζώνες της Ινδοκίνας, μέχρι που ο δίσκος χάνεται πίσω από τον γκρίζο ουρανό, ενώ μια γυναικεία φωνή τραγουδάει ένα παραπονιάρικο τραγούδι που καταλήγει σ’ ένα κάλεσμα, ένα κάλεσμα ζώου, τόσο μακρινό αλλά και τόσο κοντινό, λες και το ακούς από τη βεράντα σου.

Κ’ ύστερα έρχεται η νύχτα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s