Θα μιλήσουμε σοβαρά για τη σοβαρή ήττα στα πανεπιστήμια;

Standard

Απάντηση του Αντώνη Λιάκου στο άρθρο του Κώστα Γαβρόγλου, στα προηγούμενα «Ενθέματα». Η ανταπάντηση του Κώστα Γαβρόγλου στο τέλος του ποστ

 του Αντώνη Λιάκου

Έργο του Έριχ Χέκελ

Έργο του Έριχ Χέκελ

Ομολογώ πως όταν προαναγγέλθηκε το άρθρο του Κώστα Γαβρόγλου «Μια σοβαρή ήττα της Αριστεράς στα πανεπιστήμια», στα «Ενθέματα» της περασμένης Κυριακής, ανέμενα ότι επιτέλους κάποιος θα μιλήσει σοβαρά για αυτή τη σοβαρή ήττα, ιδίως στις πρυτανικές εκλογές. Πώς έγινε το ελληνικό πανεπιστήμιο στο οποίο κυριαρχούσε η Αριστερά, ως ευρύτερη ιδεολογικοπολιτική στάση, αλλά και ως χώρος κατεξοχήν του ΣΥΡΙΖΑ, να παραδοθεί χωρίς μάχη, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο αντιπάλους της; Βεβαίως, τα πανεπιστήμια είχαν τεθεί στο στόχαστρο της απαξίωσης και της πειθάρχησης, αλλά ποιος περίμενε ότι όσοι αντιστέκονταν θα παρέδιδαν εν λευκώ τα κλειδιά στους νεοφιλελεύθερους, κηρύσσοντας αποχή από τις εκλογές για την ανάδειξη συμβουλίων; Και όμως στα δυο πανεπιστήμια όπου συνάδελφοι, στελέχη της Αριστεράς τόλμησαν να αψηφήσουν τη γραμμή της αποχής, όπως στο Πάντειο και στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης, εκλέχτηκαν, παρά το γεγονός ότι οι μισοί εν δυνάμει ψηφοφόροι τους κατήγγελλαν για «συμβιβασμό». Στα πανεπιστήμια αυτά οι σχέσεις συμβουλίων και πρυτανείας δεν έχει φτάσει σε κατάσταση εχθροπραξιών όπως στα δυο μεγαλύτερα και κεντρικά πανεπιστήμια Αθήνας και Θεσσαλονίκης. Απ’ ό,τι πληροφορούμαι μάλιστα, στο Πάντειο, η πρόταση της Πρυτανείας για την επιβολή διδάκτρων στα μεταπτυχιακά ματαιώθηκε από το συμβούλιο. Τα πράγματα δεν είναι μαύρο-άσπρο και σε πολλά συμβούλια έχουν εκλεγεί, εκτός από τους/τις ανεκδιήγητους υστερικούς της τιμωρίας, συνάδελφοι από το εξωτερικό με πραγματικό μεράκι να βοηθήσουν τα πράγματα στην Ελλάδα (Μόλχο και Σηφάκης στην Κρήτη, Καίτη Φλέμιγκ στο Πανεπιστήμιο Πειραιά, Κιτροέφ και Γόντικας στο Πάντειο), ενώ είχαν απορριφθεί υποψηφιότητες ακραίων φανατικών. Τη μάχη δεν τη δίνεις εμποδίζοντάς τους να συνεδριάσουν, αλλά συμμετέχοντας στη σύνθεσή τους, επηρεάζοντας τις αποφάσεις τους.

Η αποχή ήταν ολέθρια σε μια στιγμή που με τη νέα δομή θα εκλέγονται κοσμήτορες, που συγκεντρώνουν σημαντικό μέρος των αποφάσεων που αφορούν τα τμήματα στα χέρια τους, και οι εσωτερικοί κανονισμοί των πανεπιστημίων. Αυτές οι πράξεις δεν είναι εύκολα ανατρέψιμες καθώς γεννούν πλέον μια νέα τάξη νομιμότητας και έχουν διαδοχικές συνέπειες. Τι νόημα έχει να διαμαρτύρεσαι για την ανοχή των συναδέλφων σου ως προς τα σημεία που περιορίζουν την ακαδημαϊκή ελευθερία (όπως στο άρθρο του ο Κώστας Γαβρόγλου) όταν εσύ ο ίδιος έχεις παραιτηθεί από όλη τη διαδικασία που οδηγεί στην εκπόνηση των νέων κανονισμών και τους έχεις αφήσει στα χέρια unqualified συναδέλφων σου που έχουν εκλεγεί στα συμβούλια εξ αιτίας της αποχής;

Οι συνέπειες από την τακτική της αποχής στην ιστορία του ελληνικού αριστερού κινήματος είναι γνωστές και πολυσυζητημένες. Πώς βρέθηκε το αριστερό πανεπιστημιακό κίνημα να πέφτει στα ίδια σφάλματα; Ελπίζω το σημείωμά μου αυτό να λειτουργήσει ως πρόκληση μιας συζήτησης που πρέπει να πάει βαθιά. Για παρόμοιες σοβαρές ήττες στην Ιαπωνία του Έντο έκαναν χαρακίρι και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία έπαιρναν κεφάλια.

 

 

 

Η ανταπάντηση του Κώστα Γαβρόγλου:

Δεν κάνουν οι άνθρωποι τους θεσμούς, αλλά το αντίστροφο.

Το ερώτημα είναι απλό: αποτελεί η συγκρότηση των Συμβουλίων βήμα προς τον εκδημοκρατισμό των πανεπιστημίων; Η δική μου απάντηση είναι σίγουρα όχι — και αυτό ανεξάρτητα από το ποιοι τα στελεχώνουν, ανάμεσα στους οποίους πολλοί αξιόλογοι πανεπιστημιακοί. Υπακούει σε στοιχειώδεις δημοκρατικές λειτουργίες να αποφασίζουν τα Συμβούλια ποιοι τελικά θα είναι υποψήφιοι από όσους καταθέτουν υποψηφιότητα; Ακόμη και ως «ιθαγενείς», τόσα μπορούμε να αποφασίσουμε μόνοι μας ως εκλεκτορικό σώμα.

Οι αρμοδιότητες των Συμβουλίων είναι τέτοιες που και οι καλύτεροι, αργά ή γρήγορα, θα υποχρεωθούν να προσαρμοστούν στη λογική που τα συγκροτεί. Το ζήτημα, όπως το τόνισα στο άρθρο μου, αλλά ξεχάστηκε, δεν είναι –επαναλαμβάνω δεν— να αναδειχθούν αριστεροί πρυτάνεις ή μέλη των Συμβουλίων. Το θέμα είναι να δημιουργηθούν και να λειτουργούν ουσιαστικά οι δημοκρατικοί θεσμοί. Και το σημαντικότερο: όλα αυτά πρέπει να τα συζητήσουμε στο πλαίσιο της διεθνούς συγκυρίας που έχει αλλάξει ριζικά τον χαρακτήρα των πανεπιστημίων με το έλλειμμα δημοκρατίας να είναι παντού κυρίαρχο.

Ο νόμος Γιαννάκου το 2007 αποτέλεσε την αρχή μιας λυσσαλέας επίθεσης στο δημόσιο πανεπιστήμιο. Στη συνείδηση της κοινωνίας, τις προσπάθειες Γιαννάκου στήριξαν τότε 1.000 πανεπιστημιακοί, ανάμεσα τους και ο Α. Λιάκος. Έπαιξε κάποιο ρόλο αυτό; Έγινε ο νόμος δημοκρατικότερος, επειδή αρκετοί αξιόλογοι συνάδελφοι έδειξαν έμπρακτα ότι θα στήριζαν τις αλλαγές; Σίγουρα όχι. Άρα, η λειτουργία των θεσμών δεν καθορίζεται από τις προθέσεις των προσώπων που συμμετέχουν στους θεσμούς, αλλά από τις πολιτικές που τους συγκροτούν.

Αν θέλουμε να σοβαρευτούμε, δεν μπορούμε να συζητάμε με την επίκληση του μπαμπούλα της εγκληματικής αποχής της Αριστεράς στις εκλογές του 1946. Έχουν περάσει 70 χρόνια, έχουμε λίγο πιο πρόσφατα θέματα να συζητήσουμε. Όπως έγραφε, άλλωστε και ο Κάρολος «το να κάνεις κριτική στο παρόν, δεν σημαίνει ότι υιοθετείς το παρελθόν».

Καλή μας ξεκούραση, ελπίζοντας ότι από το φθινόπωρο τα χαρακίρι στην Ιαπωνία του Έντο και οι αποκεφαλισμοί στην Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν θα είναι οι πολιτισμικές αναφορές που θα πλαισιώνουν τη συζήτηση για τα πανεπιστήμια.

 

Κώστας Γαβρόγλου

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s