H φιλοσοφία και η πολιτική σε αναζήτηση της χαμένης γραμμής: O Ζακ Ντερριντά για τον Λουί Αλτουσέρ

Standard

 Σκέψεις με αφορμή το βιβλίο Πολιτική και φιλία. Ο Ζ. Ντερριντά για τον Λ. Αλτουσέρ

της Ελένης Κοσμά

6-elena kosmaΑπό μια δυσερμήνευτη τροπή της τύχης, η συνέντευξη που κυκλώνεται από τη συζήτηση για τον ρόλο, τις προϋποθέσεις και τα θεωρητικά απότοκα της στράτευσης σε ένα από τα περισσότερο «σταλινικά», τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του ’70, κομμουνιστικά κόμματα της Ευρώπης, και που σε σημεία δίνει την αίσθηση πως αυτή η εμπλοκή ή μη εμπλοκή στο Κόμμα καθορίζει τις τύχες και τις εκτροπές ολόκληρου του φιλοσοφικοπολιτικού εποικοδομήματος, δίνεται οχτώ μόλις μήνες πριν την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και την οριστική πλέον κατάρρευση του σοβιετικού σοσιαλισμού. Μετά την πτώση των σοβιετικών καθεστώτων η μαρξική επιστημολογία άρχισε να συζητείται με διαφορετικούς όρους και εγκαινιάστηκε ένας αστερισμός μαρξισμών, ο οποίος θεωρεί πλέον υποχρέωσή του μια ορισμένη ποικιλία κατευθύνσεων και ρευμάτων στο εσωτερικό του, τέτοια που να μπορεί να «συμφιλιώσει» έναν Αλτουσέρ με έναν Μπλοχ, για παράδειγμα.[1]

Διαβάζοντας αναδρομικά αυτό το κείμενο δεν μπορούμε παρά να ανιχνεύσουμε, κατασκευάζοντας ίσως μέσα από μια αναδρομική «σπέκουλα», τις άρσεις και τις θέσεις προς τον κυρίαρχο λόγο που οδεύει προς το κλείσιμό του, τις απουσίες και τις παρουσίες του στον πυρήνα της σκέψης των συνομιλητών, τις προοικονομήσεις, σε τελική ανάλυση, για αυτό το κλείσιμο. Η απόρριψη της τελεολογίας του παλαιού διαλεκτικού υλισμού είναι, άλλωστε, από τα πρώτα αλληλοδιεκδικούμενα εδάφη, πάνω στα οποία θα κριθούν τα «πολιτικά» θεμέλια της «φιλίας» του Αλτουσέρ με τον Ντερριντά.

Μπορούμε να ξεκινήσουμε από εδώ, θέτοντας, για αρχή, μιας διαφορετικής ποιότητας ερώτημα: η σχέση του Αλτουσέρ με τον Ντερριντά μπορεί να διαβαστεί ως σχέση του μαρξισμού με την αποδόμηση; Και, για να απαντήσουμε, θα πρέπει να δούμε κατά πόσο ο αλτουσεριανός λόγος είναι, με όλες τις δυνατές αφαιρέσεις, «μαρξιστικός» και ακόμη κατά πόσο έχει δοθεί μια απάντηση τέτοια που να επιτρέπει τις ταξινομήσεις στο ερώτημα «τι είναι αποδόμηση;» Επείγει στη συνέχεια να αναδιατυπώσουμε το εναρκτήριο ερώτημα: θα απλοποιούσαμε πολύ τα πράγματα αν διαβάζαμε τη σχέση του Αλτουσέρ με τον Ντερριντά ως σχέση του μαρξισμού με την αποδόμηση, αλλά για να μιλήσουμε για αυτήν τη σχέση θα πρέπει σίγουρα να ξαναδιαβάσουμε (να διαβάσουμε αλλιώς: στα περιθώρια) τόσο τον Αλτουσέρ όσο και τον Ντερριντά. Και προς αυτήν την κατεύθυνση είναι χρήσιμη η συνέντευξη που δίνει ο τελευταίος στον Μάικλ Σπρίνκερ.

Εδώ εμπλέκεται και ένα τρίτο πρόσωπο που φαίνεται να διαιτητεύει τις δύσκολες «πολιτικές της φιλίας», και καλό είναι να δούμε τo θεωρητικό, πολιτικό και φιλοσοφικό, φορτίο του αμερικανού στοχαστή τα συμπτώματα του οποίου είναι ηχηρά καθόλη τη διάρκεια της συνέντευξης. Η συνέντευξη του Ντερριντά στον Σπρίνκερ δίνεται στις ΗΠΑ τον Απρίλιο του 1989. Την περίοδο αυτή ο Σπρίνκερ συμμετέχει στο Νέο Αμερικανικό Κίνημα, είναι από τους βασικούς συντάκτες της New Left Review, και έχει ήδη αποκαταστήσει τις σχέσεις του με το αποδομητικό παράδειγμα, μέσα από μία σειρά κειμένων για στοχαστές όπως ο Ντεμάν, ο Ρόρτυ ή ο Τζέιμσον. Ένας Γάλλος μιλάει σε έναν Αμερικανό για έναν άλλο Γάλλο, για την Αριστερά, την πολιτική και τη φιλοσοφία.

Σχηματικά, και απλουστεύοντας, έχουμε δύο πόλους μάλλον ασύμπτωτους παρά τις ευγενείς τους προθέσεις να συμπέσουν: την αμερικανική Αριστερά, που δείχνει να καταναλώνεται στον ακαδημαϊσμό, και τη γαλλική Αριστερά, που μόλις τη δεκαετία του 1970 έχει αρχίσει να απεκδύεται το σταλινικό της ένδυμα και να προσχωρεί στα εδάφη ενός νεόκοπου ευρωκομμουνισμού. Όλα αυτά σε μια χρονική στιγμή όπου η Αριστερά συνολικά φαίνεται να βρίσκεται σ’ ένα μεταβατικό σημείο και ο πάλαι ποτέ «παμφάγος»[2] μαρξισμός έχει μάλλον αρχίσει να γίνεται περισσότερο λιτοδίαιτος. Τούτο δεν σημαίνει ασφαλώς την αποκήρυξη του μαρξισμού, αλλά την αποκήρυξη της ανάγνωσής του ως της μόνης σωστής φιλοσοφίας που έχει όλες τις λύσεις για όλα τα προβλήματα και μαζί την αποκήρυξη της ίδιας της δυνατότητας ύπαρξης μιας τέτοιας φιλοσοφίας. Όλα αυτά είναι νέες διεργασίες στο χώρο των ευρωπαϊκών κομμάτων της Αριστεράς που καθόλου δεν πρέπει να αγνοήσουμε, στον βαθμό που διαμορφώνουν δειλά δειλά μια νέα θεωρητικοπολιτική ανθρωπογεωγραφία του μαρξισμού.

Ακόμη, ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και η βιομηχανία θανάτου του Ολοκαυτώματος έχουν φέρει τη φιλοσοφία σε μια δεδομένη αμηχανία και της αποδίδουν, όταν δεν την αποκηρύσσουν, μια βαριά και δυσμεταχείριστη ευθύνη. Η στιγμή σύγκλισης της φιλοσοφίας και της πολιτικής (της πολιτικής στην πράξη, της πολιτικής ως πρακτικής ηθικής) επιφυλάσσει, και για τη μια και για την άλλη, νέες εκτροπές και νέα ζητούμενα. Η συνολική επανανάγνωση της προηγούμενης φιλοσοφίας, η επίμονη συζήτηση για το ρόλο του διανοούμενου στην κοινωνία και για τον ρόλο των πανεπιστημίων, δεν είναι παρά στιγμιότυπα μιας ιστορίας διαρκών άρσεων και θέσεων που στοιχειοθετούν τον ντερριντιανό λόγο, και, εν τέλει, κυκλώνουν ακριβώς μιαν απόπειρα «πρόσκτησης» ενός χώρου μέσα στον οποίο θα επανεγγραφεί «η επενέργεια της πραγματικότητας σε μια γενική κειμενικότητα», και θα παραχθεί η ριζοσπαστικοποιημένη νέα έννοια κειμένου,[3] του οποίου η επικράτηση έναντι του δυτικού (μεταφυσικού ή μετα-μεταφυσικού) μοντέλου αναγγέλεται.

Το μαρξικό κείμενο, σύμφωνα με τον Ντερριντά, έχει μείνει δέσμιο μιας ορισμένης μεταφυσικής, τα «τυφλά σημεία» της οποίας οφείλουμε να ανιχνεύσουμε, εάν θέλουμε να απαλλάξουμε τις δικές μας αναγνώσεις του από αυτήν — και όχι το ίδιο, πράγμα που θα ήταν και βίαιο και μάταιο. Ο Αλτουσέρ και οι αλτουσεριανοί μπορεί να έχουν δει τα ηχηρά κληροδοτήματα της μεταφυσικής στο μαρξικό κείμενο, αλλά προσπαθούν να το απαλλάξουν από αυτήν — και όχι να διαβάσουν πίσω από αυτήν, κίνηση που συνιστά μια ορισμένη «ερμηνευτική βία»,[4] κατά τον φιλόσοφο. Κατά συνέπεια, η αποδομητική κριτική στην έννοια, για παράδειγμα, της οικονομίας, της ιδιοκτησίας, της ιστορίας είναι άλλης τάξεως από την περισσότερο «κατασταλτική» κριτική που ασκείται από τον Αλτουσέρ και τους αλτουσεριανούς σε αυτήν, στο βαθμό που διεκδικεί όχι την εκτροπή του μαρξικού γράμματος, αλλά τη «διόρθωσή» του. Η αντίσταση στον πολιτικό φετιχισμό, στον δογματισμό, στη βία και στην πραγμοποίηση της πολιτικής και της φιλοσοφίας επιβάλλουν μια «νέα ηθική», η οποία και θα υπονομεύσει, θα αναβάλλει ή θα αναστείλει όλες τις εννοιολογικές αντιθέσεις της μεταφυσικής.

         Πώς διαχειρίζεται κάποιος οργανωμένος στο Κόμμα αυτές τις νέες εκτροπές και αυτά τα νέα ζητούμενα και πώς κάποιος που βρίσκεται έξω από αυτό; Σε ποιο βαθμό η κομματική οργάνωση επιβάλλει και μια ιδιαίτερη οργάνωση της σκέψης, αφήνοντας έξω ό,τι περισσεύει, ό,τι δηλαδή δε χωνεύεται από τον κυρίαρχο μηχανισμό; Οι απαντήσεις του Ντερριντά κυκλώνονται προγραμματικά από τέτοιου είδους ερωτήματα που αποτελούν ταυτόχρονα κριτική «σπέκουλα» και άλλοθι — και γι’ αυτό ακριβώς οι λέξεις δισταγμός, αμηχανία, εκφοβισμός, επανέρχονται συστηματικά στο λόγο του φιλοσόφου.

Κλείνοντας αυτή την σύντομη περιδιάβαση σε μια από τις πλέον κρίσιμες συνεντεύξεις του περασμένου αιώνα, να πούμε δύο λόγια για την επιλογή του τίτλου. «Politiques de l’ amitié» ήταν ο τίτλος που έδωσε ο Ντερριντά στο σεμινάριό του για τη φιλία στην Ecole des Hautes Études το ακαδημαϊκό έτος 1988-1989. Στον πρόλογο του βιβλίου του Politiques de lamitié, που εκδόθηκε κάποια χρόνια αργότερα ενσωματώνοντας αυτές τις παραδόσεις, ο Ντερριντά γράφει, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«“Φίλοι μου, δεν υπάρχουν φίλοι”: αυτό είναι ίσως ένα παράπονο και μια στενοχώρια, το παράπονο ενός που παραπονιέται, στον εαυτό του, για τον εαυτό του, ή παραπονιέται για τους άλλους στους άλλους. Εδώ όμως, ποιος θα δεξιωθεί το παράπονο για τον άλλο, με δεδομένο ότι απευθυνόμαστε σε φίλους για να τους πούμε ότι δεν υπάρχουν;».[5]

Η νέα «γενική κειμενικότητα», έτσι όπως τη δίδαξε το παράδειγμα της αποδόμησης, είναι ακριβώς ο τόπος μέσα στον οποίο θα αρθούν προγραμματικά και αναγκαία οι δεσμεύσεις από τον κυρίαρχο κατασταλτικό λόγο (αυτόν, για παράδειγμα, που δεν επέτρεψε στον Ντερριντά τη συνομιλία με τους φιλοσόφους του Κόμματος) και θα εγκαινιαστούν νέα «πρωτόκολλα ανάγνωσης», τέτοια που θα επανεκκινήσουν τόσο την έννοια της «φιλίας» όσο και την έννοια της «πολιτικής» εν γένει. Αυτά τα νέα και ριζοσπαστικοποιημένα «πρωτόκολλα ανάγνωσης» είναι που θα άρουν την εγγενή αντίφαση του εναρκτήριου αφορισμού: «O mes amis, il’ y nul amy».

 

Η Ελένη Κοσμά είναι φιλόλογος

 

Το βιβλίο Πολιτική και φιλία. Ο Ζακ Ντερριντά για τον Λουί Αλτουσέρ (μετάφραση: Δημήτρης Παπαγιαννάκος και Αριστείδης Μπαλτάς, επιμέλεια: Αριστείδη Μπαλτάς) κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Εκκρεμές το 1996.

 

[1] Ουμπέρτο Τσερόνι, Κρίση του μαρξισμού, συζήτηση με τον Ρομπέρτο Ρομάνι, μτφρ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, Θεμέλιο, Αθήνα 1979, σ., 32

 

[2] Η διατύπωση ανήκει στον Ουμπέρτο Τσερόνι, ό.π., σ., 65.

 

[3] Πολιτική και φιλία, ό.π., σ. 67

[4] Στο ίδιο, σ. 68

[5] Jacques Derrida, Politics of Friendship, μτφρ. George Collins, Verso, Λονδίνο-Νέα Υόρκη 1997, σ. ix.

2 σκέψεις σχετικά με το “H φιλοσοφία και η πολιτική σε αναζήτηση της χαμένης γραμμής: O Ζακ Ντερριντά για τον Λουί Αλτουσέρ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s