Το «πάγωμα» του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου και η απόψυξη του ρατσισμού

Standard

(δημοσιεύτηκε στην κυριακάτικη Αυγή, 24.8.2014)

του Στρατή Μπουρνάζου

Έργο του  Μichael Ηafftka

Έργο του Μichael Ηafftka

Εδώ και ενάμιση χρόνο, από την άνοιξη του 2013, το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο μπαινοβγαίνει διαρκώς στο ψυγείο. Τελευταίο επεισόδιο, η «αναβολή» του, προχθές Παρασκευή. Οι συνεχείς αυτές καταψύξεις, αποψύξεις και ανακαταψύξεις (λίαν βλαβερές για τη δημόσια υγεία, ως γνωστόν), φανερώνουν, βέβαια, ότι η ΝΔ, αλλά και η κυβέρνηση, δεν θέλησε ποτέ το νομοσχέδιο: το αντιμετώπισε, στην καλύτερη περίπτωση, σαν μπελά και, στη χειρότερη, σαν εχθρό. Ακόμα και αν ο λόγος της πρόσφατης αναβολής είναι όχι μόνο οι εθνοπρεπείς αντιδράσεις βουλευτών, ιεραρχών και μπαλτάκων, αλλά και η στάθμιση των σχέσεων με την Τουρκία (λόγω ποινικοποίησης της άρνησης του εγκλήματος σε βάρος Ποντίων και Αρμενίων) το συμπέρασμα δεν αλλάζει: για την κυβέρνηση, ο αντιρατσισμός δεν είναι αξία ή πολιτική επιλογή, αλλά ο κοινός παρονομαστής μεταξύ διεθνών πιέσεων, διακρατικών υπολογισμών, «εθνικοφρόνων» αντιδράσεων, ευρωπαϊκής βιτρίνας και δημαγωγίας.

Είναι αξιοπρόσεκτο, έτσι, ότι θέματα που συζητήθηκαν, όλες τις προηγούμενες μέρες, δεν ήταν η ρατσιστική βία, ο ορισμός του ρατσιστικού εγκλήματος, η δράση της Χρυσής Αυγής, η αντιρατσιστική διαπαιδαγώγηση, ο νεοναζισμός, τα όρια της ελεύθερης έκφρασης. Το θέμα που κυριάρχησε καταθλιπτικά, με ευθύνη της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ, καθώς και κάποιων ανεξάρτητων βουλευτών (ανάμεσά τους και οι «προοδευτικοί» –τρομάρα τους!– Πάρις Μουτσινάς και Μάρκος Μπόλαρης, οι οποίοι χαρακτήρισαν το νομοσχέδιο «κατάπτυστη και αντεθνική υπαγόρευση») ήταν η ποινικοποίηση της άρνησης «της γενοκτονίας Ποντίων, Αρμενίων, Θρακιωτών, Μικρασιατών, Ασσυρίων» (επιστολή «38»). Άλλη μια απόδειξη πόσο προσχηματικό είναι το ενδιαφέρον των παραπάνω για την αντιρατσιστική νομοθεσία — αλλιώς όλο και κάτι άλλο, εκτός από την υπεράσπιση των Χριστιανών και του ελληνισμού (ως αντίπραξη μάλιστα στην ποινικοποίηση της άρνησης του «εβραϊκού» Ολοκαυτώματος!) θα έθεταν.

Νομίζω ότι για μας το πράγμα, αν και όχι εύκολο, είναι σαφές: Είμαστε κατά της ποινικοποίησης της «άρνησης» για λόγους ελευθερίας της έκφρασης – και όχι βέβαια από οιαδήποτε συμπάθεια για τους «αρνητές». Όπως η Ντέμπορα Λίπσταντ,[1] εμβληματική Εβραία μελετήτρια και αγωνίστρια κατά της άρνησης του Ολακαυτώματος έχοντας αφιερώσει το έργο και τη ζωή της στην αντίκρουση των ψευδών των «αρνητών», είναι κατηγορηματικά αντίθετη στην ποινική δίωξή τους, θεωρώντας τη ανελεύθερη (βλ. το κλασικό της έργο Deborah Lipstadt, Denying the Holocaust: The Growing Assault on Truth and Memory, Plume, Nέα Υόρκη 1993). Έτσι κι εμείς: για λόγους και αρχής και αποτελεσματικότητας, είμαστε αντίθετοι στην ποινική δίωξη των «αρνητών» (ακόμα κι αν αυτοί αρνούνται το φρικιαστικότερο έγκλημα: το Ολοκαύτωμα). Μετά, ας συζητήσουμε αν η αιματηρή εκδίωξη των χριστιανών του Πόντου, της Μικράς Ασίας, της Ανατολικής Θράκης πρέπει να χαρακτηριστεί «γενοκτονία», «εθνοκάθαρση» ή «σφαγή». Προσωπικά, πιστεύω (όπως έδειξε και ο Νίκος Φίλης, «Παλαιοκομματισμός και ‘Γενοκτονία’ «, Αυγή, 20.8.2014) ότι πρόκειται για «εθνοκάθαρση». Αλλά αυτό ας είναι αντικείμενο δημόσιου και επιστημονικού διαλόγου, όχι ποινικού κολασμού, κομματικής απόφασης ή εθνοκάπηλων ιερεμιάδων.

Ανάμεσα στα άλλα, οι τελευταίες μέρες έκαναν ξεκάθαρο ότι χωρίς τη δυναμική παρέμβαση της Αριστεράς, αντιφασιστών και αντιρατσιστών, αλλά και ενός δημοκρατικού και ευαίσθητου κόσμου, το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο θα «αναβάλλεται προσωρινώς» – και, ως γνωστόν, ουδέν μονιμότερον. Αν τον τόνο δίνουν οι «38», οι μπαλτακιάδες και ο μητροπολίτης Γόρτυνος (που χαρακτήρισε το νομοσχέδιο «άθλιο, ελεεινό», «αντίθετο στην Αγία Γραφή»), η πλάστιγγα θα γέρνει ολοένα και δεξιότερα. Και θα συζητάμε για Ασσύριους, τον Ασσουρμπανιπάλ, τον Ναβουχοδονόσορα.

[1] Η Deborah Lispstadt έγινε ευρύτερα γνωστή όταν ο διαβόητος «αρνητής» του Ολοκαυτώματος ιστορικός David Irving κατέθεσε μήνυση εναντίον της, για συκοφαντική δυσφήμιση, επειδή στο βιβλίο της Denying the Holocaust τον αποκαλούσε «αρνητή». Η δίκη πήρε μεγάλη δημοσιότητα, και έφερε στο προσκήνιο του δημόσιου διαλόγου, στον οποίο αναμίχθηκαν ιστορικοί, πολιτικοί, αγωνιστές κλπ. το θέμα της άρνησης του Ολοκαυτώματος. Παρά το ότι το αγγλικό ποινικό σύστημα ευνοεί μάλλον τον μηνυτή, σε αυτή την περίπτωση, καθώς το βάρος της απόδειξης πέφτει στον κατηγορούμενο, η Lipstadt κέρδισε την απόφαση και ο Ίρβινγκ πλέον είναι «αρνητής» και με τη βούλα του δικαστηρίου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s