Κίνημα για την κλιματική αλλαγή: Να μιλήσουμε για το σωστό και το λάθος, την αγάπη και την αγανάκτηση

Standard

ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΝΑΟΜΙ ΚΛΑΪΝ «Ο ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΚΛΙΜΑΤΟΣ»

 της Ναόμι Κλάιν

μετάφραση: Γιάννης Χατζηδημητράκης

Οι μεγάλες πορείες για την κλιματική αλλαγή σε όλο τον κόσμο, την προηγούμενη Κυριακή αποτελούν ένα αξιοπρόσεκτο γεγονός. Όχι μόνο για τη μαζικότητά τους (σύμφωνα με εκτιμήσεις, μόνο στη Νέα Υόρκη διαδήλωσαν πάνω από 300.000), αλλά και για τα θέματα που ανοίγουν (βλ., λ.χ. την κριτική που τους ασκήθηκε  για τον  μη πολιτικό χαρακτήρα των καλεσμάτων των οργανωτών, την έλλειψη αιτημάτων, το είδος μη «απολιτικής πολιτικής» που προωθούν οι καμπάνιες του Avaaz, τους τρόπους χρηματοδότησης). Στον απόηχο αυτών των  συζητήσεων, δημοσιεύουμε αποσπάσματα από το καινούργιο βιβλίο τής Naomi Klein This Changes Everything: Capitalism vs. the Climate, που μόλις  κυκλοφόρησε από τον οίκο Simon & Schuster.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Γιόχαν Βαν Χελ, «Μέλλον 14», 1928

Το μεγαλύτερο εμπόδιο που ορθώνεται απέναντι στην ανθρωπότητα, στην προσπάθειά της να αντιμετωπίσει την κλιματική αλλαγή, δεν είναι, όπως συχνά πιστεύουμε, ότι είναι ήδη πάρα πολύ αργά ή ότι δεν ξέρουμε τι να κάνουμε. Υπάρχει ακόμα αρκετός χρόνος και επιπλέον έχουμε κατακλυσθεί με πράσινη τεχνολογία και σχέδια πράσινης ανάπτυξης. Και όμως, ο λόγος που πολλοί από εμάς αντιμετωπίζουν αυτή την απειλή με τάσεις παραίτησης, είναι ότι  οι πολιτικοί και το πολιτικό μας σύστημα φαίνονται εντελώς ανίκανοι να εκμεταλλευτούν αυτά τα εργαλεία και να εφαρμόσουν τα σχετικά σχέδια. Και  αυτό δεν αφορά μόνο τους ανθρώπους τους οποίους ψηφίζουμε για να καταλάβουν αξιώματα για να διαμαρτυρόμαστε στη συνέχεια εναντίον τους· αφορά και μας τους ίδιους. Οι περισσότεροι από εμάς, ζώντας σε μεταβιομηχανικές κοινωνίες, όταν παρακολουθούμε ξεθωριασμένα ασπρόμαυρα πλάνα από γενικές απεργίες της δεκαετίας του 1930, victory gardens[1] της δεκαετίας του 1940 και Freedom Rides[2] της δεκαετίας του 1960, είναι βέβαιο ότι δεν μπορούμε να φανταστούμε τον εαυτό μας ως μέρος οποιασδήποτε κινητοποίησης τέτοιου βάθους και κλίμακας. Αυτό το πράγμα τους ταίριαζε, αλλά σίγουρα όχι σε μας – με τα μάτια κολλημένα στα smartphones μας, την προσοχή μας να απασχολούν  τα διάφορα κλικς, και όλη την προσοχή μας να μοιράζεται μεταξύ του βάρους του χρέους και της εργασιακής ανασφάλειας. Πού θα οργανωθούμε; Ποιον θα εμπιστευτούμε να ηγηθεί; Εκτός αυτών, ποιους περιλαμβάνει το «εμείς»;

Με άλλα λόγια, είμαστε γέννημα της εποχής μας και ενός κυρίαρχου ιδεολογικού προγράμματος– ενός προγράμματος που μας μαθαίνει συνήθως να βλέπουμε τους εαυτούς μας ως εντελώς μοναδικούς, που αναζητούν την προσωπική ικανοποίηση και τη μεγιστοποίηση της ατομικής μας ωφέλειας. Οδήγησε επίσης τις κυβερνήσεις μας να στέκουν για πάνω από δύο δεκαετίες ανήμπορες, καθώς η κλιματική αλλαγή μεταμορφωνόταν από «ένα πρόβλημα για τα εγγόνια μας» σε ένα πρόβλημα που μας χτυπάει την πόρτα. Συνέχεια ανάγνωσης

Το νεοφιλελεύθερο πανεπιστήμιο: Μαθήματα από την Αγγλία

Standard

Brand name, zero hour λέκτορες διδακτορικά με ιδία χρηματοδότηση

της Δέσποινας Μπίρη

Τζιόρτζιο ντε Κίρικο, 1914

Τζιόρτζιο ντε Κίρικο, 1914

Λονδίνο, Σεπτέμβριος 2014. Είτε μας αρέσει είτε όχι, η κατάσταση που επικρατεί στην αγγλική ανώτατη εκπαίδευση επηρεάζει περισσότερους Έλληνες φοιτητές και εργαζόμενους παρά ποτέ. Η αυξανόμενη έμφαση που δίνεται στη λογική του κέρδους, επίσης, λειτουργεί ως παράδειγμα –αν και πρόκειται για παράδειγμα προς αποφυγήν– στις όποιες απόπειρες αξιολόγησης των ελληνικών πανεπιστημίων. Αξίζει λοιπόν να αναφερθούμε σε ορισμένα από τα ζητήματα που έχουν να αντιμετωπίσουν οι εργαζόμενοι και οι φοιτητές στην Αγγλία, όπως αυτά διαμορφώνονται μέσα από συζητήσεις, προσωπικές εμπειρίες και παρατηρήσεις.

Ζήτημα Πρώτο. Ο πανεπιστημιακός είναι πρώτα εργαζόμενος και μετά πολίτης. Στην Αγγλία, ορισμένες συμβάσεις θέτουν το όρο οι πανεπιστημιακοί να ζητούν την άδεια του διευθυντή του τμήματός τους πριν εκφραστούν δημόσια για οποιοδήποτε θέμα σχετικό με την εργασία τους. Η αιτιολογία που προβάλλεται, βέβαια, είναι ότι κάτι τέτοιο κρίνεται αναγκαίο, προκειμένου να προστατευθούν ευαίσθητα ερευνητικά δεδομένα και απόρρητες πληροφορίες που αφορούν φοιτητές. Έτσι, όμως, υπονομεύεται η αναγκαία εμπιστοσύνη στην εκπαιδευτική και μαθησιακή σχέση, καθώς εκ των προτέρων ο πανεπιστημιακός θεωρείται «ύποπτος» ή «αφερέγγυος». Αναζητώντας τους λόγους που εισάγονται τέτοιοι όροι, πρέπει να επισημάνουμε ότι σε μια εποχή κατά την οποία τα πανεπιστήμια επιχειρούν να καλλιεργήσουν το «brand» τους, η έκφραση προσωπικών απόψεων, σχετικών με αυτές τις εξελίξεις, κρίνεται επιζήμια για το πανεπιστήμιο. Αυτή είναι και η καρδιά του προβλήματος: το πανεπιστήμιο, αργά αλλά σταθερά γίνεται εμπορική επιχείρηση, παρά αυτόνομος χώρος έρευνας και μάθησης, με ισχυρούς δεσμούς με την κοινωνία – διαδικασία που συνδέεται με το επόμενο ζήτημα. Συνέχεια ανάγνωσης

Μαξιλαροπόλεμος

Standard

Για τα ογδοντάχρονα από τον θάνατο του Βιγκό

του Κωνσταντίνου Χατζηνικολάου

02-b-conosΔεν συμφωνώ καθόλου με τον Τζόρτζιο Αγκάμπεν: τα ωραιότερα λεπτά στην ιστορία του κινηματογράφου δεν είναι έξι, αλλά λιγότερα από ένα (βλ. Βεβηλώσεις, Αγκάμπεν, εκδόσεις Άγρα). Δεν είναι λοιπόν εκείνη η σκηνή από τον Δον Κιχώτη (1992) του Όρσον Γουέλς (ο Δον Κιχώτης παρακολουθεί μια ταινία σε μια κινηματογραφική αίθουσα και, άξαφνα, προκειμένου να παρέμβει σε μια ξιφομαχία που διαδραματίζεται επί της οθόνης, σηκώνεται από τη θέση του και τεμαχίζει το πανί με το σπαθί του), αλλά ένα κομμάτι από τη σκηνή του μαξιλαροπόλεμου στη Διαγωγή Μηδέν (1933) του Ζαν Βιγκό.

Στον κοιτώνα του οικοτροφείου, λίγο πριν τη βραδινή κατάκλιση, τα παιδιά σηκώνονται απ’ τα κρεβάτια τους και αρχίζουν να παίζουν μαξιλαροπόλεμο, όταν, τελείως απροσδόκητα, όλα γίνονται αργά, μαγικά αργά (να το κομμάτι), λες και τα παιδιά έχουν βυθίσει το σώμα τους σ’ ένα διάφανο παχύρρευστο υγρό που έχει αλλάξει απότομα το βάρος τους. Συνέχεια ανάγνωσης

Αμφίπολη: εικόνες από το μέλλον;

Standard

«ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ»: ΕΘΝΟΣ, ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ-1

του Σταθη Γκότση και της Ολγας Σακαλη

Για την ανασκαφή στην Αμφίπολη έχουν γραφτεί και ειπωθεί πολλά ως τώρα. Και θα ακολουθήσουν ασφαλώς περισσότερα, καθώς η αρχαιολογική έρευνα θα προχωρά. Ανεξάρτητα πάντως από τη σημασία του ίδιου του ευρήματος και την έκβαση της σχετικής επιστημονικής συζήτησης, μοιάζει να έχουν ήδη διαμορφωθεί οι συνθήκες που θα αφήσουν εφεξής το στίγμα τους στα αρχαιολογικά πράγματα του τόπου.

Ο εναγκαλισμός μιας εν εξελίξει ανασκαφής (και δη στα αρχικά της στάδια) από τον ίδιο τον πρωθυπουργό είναι ασφαλώς καινοφανής, όπως άλλωστε και ο επικοινωνιακός θόρυβος που ξέσπασε έκτοτε. Δεν ήταν ωστόσο τυχαία φαινόμενα. Είναι πλέον ορατό ότι η a priori σύνδεση του μνημείου με τον Μέγα Αλέξανδρο (ή… έστω με τον κύκλο του) αξιοποιείται από τους κυβερνώντες ως μια εξαιρετική ευκαιρία για άσκηση πολιτικής, τόσο εσωτερικής (σε μια περίοδο που μερικοί πιστεύουν ακόμη πως η ανάταξη του εθνικού φρονήματος μπορεί να υπερκεράσει τις κοινωνικές επιπτώσεις από τη μακροχρόνια μνημονιακή πολιτική) όσο και εξωτερικής απέναντι σε έναν αντίπαλο εθνικισμό, ακόμη και ως διπλωματικό χαρτί αναβάθμισης της διεθνούς εικόνας της χώρας.

Tζόρτζιο ντε Κίρικο, «Αριάδνη», 1913

Ανεξάρτητα από τα πρόσκαιρα επικοινωνιακά οφέλη που ενδεχομένως προσπορίζει στο κυβερνητικό στρατόπεδο, η περίπτωση της Αμφίπολης τείνει να συγκροτήσει ένα νέο μοντέλο ανασκαφικής έρευνας και διαχείρισης των μνημείων. Καταρχάς, το ίδιο το εύρημα σχεδόν «εκβιάζεται» να εκπληρώσει προσδοκίες (και προφητείες) τόσο ως προς το χαρακτήρα, τη χρονολόγηση και το περιεχόμενό του όσο και ως προς τους ρυθμούς με τους οποίους θα «αποκαλύψει τα μυστικά και την ταυτότητα του ενοίκου του». Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η επίκληση των βασικών αρχών δεοντολογίας φαντάζει ως ένας περίπου εμμονικός και σίγουρα απαρχαιωμένος λόγος μιας επιστημονικής συντεχνίας. Το προτεινόμενο νέο μοντέλο έχει διαμορφωθεί: οι προκαταρκτικές υποθέσεις εργασίας γίνονται θέσφατα εγκλωβίζοντας την ίδια την πορεία της έρευνας, ενώ η «αξία» του ευρήματος καθορίζεται από τη δυνατότητά του να συνδεθεί με μια αφήγηση ένδοξου εθνικού παρελθόντος, επώνυμων προσώπων ή εντυπωσιακού πλούτου. Τέλος, η ανασκαφική έρευνα οφείλει να προχωρά γρήγορα ή πάντως να προσαρμόζεται στους χρόνους που εξυπηρετούν συγκυριακές επιδιώξεις. Συνέχεια ανάγνωσης

Aρχαιότητα, εξουσία και εκπαίδευση

Standard

«ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ»: ΕΘΝΟΣ, ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ-2

 του Νίκου Παπαδημητρίου


Ζούμε σε μια χώρα όπου η αρχαιότητα χρησιμοποιείται από την εξουσία ποικιλοτρόπως: ως μέσο προσωπικής προβολής (βλ. Α. Σαμαράς), ως πεδίο συλλογικής προγονολατρίας («περιμέναμε 2300 χρόνια», κατά τον υπουργό Πολιτισμού, για τα ευρήματα της Αμφίπολης), ως ένδειξη φυλετικής υπεροχής («όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες αυτοί έτρωγαν βελανίδια», κατά τον πρώην υφυπουργό Ν. Αθανασόπουλο), ακόμη και ως μέσο νομιμοποίησης της κρατικής βίας (το πρόσφατο πογκρόμ εναντίον μεταναστών ως «Ξένιος Δίας» και παλαιότερα η Μακρόνησος ως «νέος Παρθενών»). Το ότι αυτό αντανακλά την υπέρμετρη σημασία του παρελθόντος για την ελληνική κοινωνία είναι βέβαιο. Το ερώτημα είναι γιατί συμβαίνει και πώς η εξουσία απέκτησε μια τόσο προνομιακή σχέση με την αρχαιότητα, ώστε να μπορεί να τη χρησιμοποιεί με τους πλέον στρεβλούς τρόπους.

Tζόρτζιο ντε Κίρικο, «Οι αρχαιολόγοι», 1968

Εν αρχή ην η ιδέα της αδιάλειπτης συνέχειας του έθνους από τους αρχαίους χρόνους έως σήμερα. Η ιδέα αυτή διαμορφώθηκε σταδιακά στη διάρκεια του 19ου αιώνα. Από τους πρώτους που επιχείρησαν μια τέτοια σύνδεση με στόχο την «εθνική αφύπνιση του γένους» ήταν ο Ρήγας Φεραίος στη Χάρτα του (1797), όπου περιέλαβε αρχαία τοπωνύμια δίπλα σε σύγχρονα, απεικονίσεις αρχαίων μαχών και νομισμάτων και άλλες ιστορικές αναφορές. Ο Ρήγας, βεβαίως, εμπνεόταν από τη Γαλλική Επανάσταση και οραματιζόταν μια καθολική εξέγερση εναντίον της οθωμανικής απολυταρχίας, στην οποία θα συμμετείχαν «Βούλγαροι κι Αρβανίτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί, αράπηδες και άσπροι με μια κοινή ορμή» (Θούριος).

Αυτή η κοινωνική διάσταση του «εθνικού» αγνοήθηκε, φυσικά, από τη βαυαρική μοναρχία, η οποία αντιμετώπισε την αρχαιότητα κυρίως ως μέσο προβολής της νέας της κτήσης στη Δυτική Ευρώπη. Ευνόησε την αρχαιολογία (θεσπίζοντας Αρχαιολογική Υπηρεσία και πανεπιστημιακή σχολή), όπως και τη νεοκλασική αρχιτεκτονική, την αρχαιοπρεπή ονοματοδοσία οδών και την ίδρυση νέων πόλεων δίπλα σε αρχαίες (π.χ. Σπάρτη, Ερέτρια), δεν επιχείρησε όμως να συνδέσει ευθέως την αρχαιότητα με το παρόν. Άλλωστε, η διδασκαλία της ιστορίας ήταν ακόμη προαιρετική στη βασική εκπαίδευση, οι δε ανασκαφές εστίαζαν αποκλειστικά στα κλασικά μνημεία της Αθήνας, ενώ κατάλοιπα άλλων εποχών (συμπεριλαμβανομένης της βυζαντινής) συχνά κατεδαφίζονταν προς χάριν του «οράματος του κλασικισμού». Συνέχεια ανάγνωσης

Το τέλος της αθωότητας

Standard

«ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ»: ΕΘΝΟΣ, ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ-3

 της Δέσποινας Καταπότη

Δεν είναι λίγα τα άρθρα στον Τύπο και το διαδίκτυο, τον τελευταίο καιρό, που επισημαίνουν ότι η επιστήμη της αρχαιολογίας έχει λειτουργήσει (πολλές φορές, και όχι μόνο στην περίπτωση του τύμβου Καστά) ως εργαλείο αναπαραγωγής της εθνικής αφήγησης. Η άποψη δεν είναι νεοφανής: τα τελευταία τριάντα –τουλάχιστον– χρόνια, σε πολλούς γνωστικούς κλάδους των ανθρωπιστικών επιστημών, πλην της αρχαιολογίας, η σχέση παρελθόντος και έθνους βρίσκεται στο επίκεντρο του ερευνητικού ενδιαφέροντος, αποτελώντας ένα από τα δημοφιλέστερα αντικείμενα μελέτης και ακαδημαϊκής παραγωγής. Δεν έχω, ασφαλώς, την πρόθεση να υποτιμήσω τον δικαιολογημένο προβληματισμό της αρχαιολογικής κοινότητας αναφορικά με τις τρέχουσες ιδεολογικοπολιτικές χρήσεις του τύμβου Καστά. Με προβληματίζει, ωστόσο, το ότι απέναντι στο ζήτημα της εθνικοποίησης του παρελθόντος, με (νέα) αφορμή την Αμφίπολη, η αρχαιολογική κοινότητα αντιτάσσει, ως λύση στο πρόβλημα, την επιστροφή στην επιστημονική διαδικασία: Αφήστε επιτέλους τους αρχαιολόγους να κάνουν τη δουλειά τους! Τι ακριβώς σημαίνει όμως αυτό;

06-catapoti

Tζόρτζιο ντε Κίρικο, » Ο κουρασμένος τροβαδούρος», 1960

Πριν λίγες μέρες, στο ιστολόγιό του Nomadic Universality, ο Άκης Γαβριηλίδης έθεσε το ίδιο ακριβώς ερώτημα. Και υποστήριξε ότι ο ρόλος της αρχαιολογίας στη διαδικασία συγκρότησης του εθνικού φαντασιακού στην Ελλάδα την καθιστά ουσιαστικά «μια επιστήμη χωρίς υποκείμενο και σκοπό». Εάν σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της, λέει ο Γαβριηλίδης, η αρχαιολογία υπήρξε μια θεσμοποιημένη πράξη καταστροφής του παρελθόντος και, επιπλέον, ο νόμιμος προστάτης της εθνικής πολιτισμικής κληρονομιάς, πόσο εφικτό είναι να διεκδικήσει λόγο ύπαρξης εκτός του πλαισίου του εθνικού «κτητισμού»; Κατά κανόνα, η απάντηση των αρχαιολόγων είναι ότι το έργο τους συνιστά, πάνω από όλα, μια επιστημονική πράξη, πέρα από θεωρίες και ιδεολογίες, η οποία μέσα από τη συστηματική μελέτη των εμπειρικών της δεδομένων επιτυγχάνει την ανασύσταση του παρελθόντος. Μπορούμε ωστόσο, σήμερα, να μιλάμε αβίαστα για μια «καθαρή», «αντικειμενική» επιστημονική διαδικασία; Συνέχεια ανάγνωσης

Η βία και ο Ζωρζ Λαμπικά

Standard

Η επικαιρότητα της θεωρητικής σκέψης  (και της αγωνιστικής δράσης) του Ζ. Λαμπικά

της Ελένης Πορτάλιου

Από τις εκδόσεις Εκτός Γραμμής κυκλοφορεί το βιβλίο του Ζωρζ Λαμπικά Η βία; Ποια βία; (μετάφραση: Χρήστος Βαλλιάνος,  Τάσος Μπέτζελος, πρόλογος-επίμετρο: Στάθης Κουβελάκης). Συγκεντρώνει ήδη μεγάλο ενδιαφέρον, όπως φάνηκε και από το πολυπληθές ακροατήριο στην πρώτη παρουσίαση, στις 16 Ιουλίου. Ο Ζωρζ Λαμπικά, φιλόσοφος και πανεπιστημιακός, στρατευμένος κομμουνιστής, μέλος –με κριτική, αυτόνομη σκέψη και δράση– του Γαλλικού ΚΚ μέχρι το 1982, υποστήριξε θεωρητικά και υπηρέτησε έμπρακτα τη βαθιά πεποίθησή του ότι η επανάσταση αποτελεί τον μοναδικό δρόμο για την ανάκτηση της ζωής και της ελευθερίας των κυριαρχούμενων τάξεων, για την απαλλαγή από τη βία και την οδύνη που γεννά ο βάρβαρος παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός του 20ού και των αρχών του 21ου αιώνα.

Αντρέ Μασόν, «Σπουδή για ξεκοιλιασμένα άλογα», 1934-1935

Νέος 26 ετών, καθηγητής φιλοσοφίας στη μέση εκπαίδευση στο Αλγέρι, συνδέεται με το Εθνικό Μέτωπο Απελευθέρωσης (FLN) της Αλγερίας και παίρνει μέρος στον πόλεμο κατά της αποικιακής κατοχής. Ζει από κοντά τη κτηνώδη βία του γαλλικού στρατού, περνά στην παρανομία και καταδικάζεται σε θάνατο από την παρακρατική Οργάνωση Μυστικός Στρατός. Υπηρετεί στο διάστημα αυτό τη θητεία του, όπως και άλλοι αριστεροί, στο τάγμα ανεπιθυμήτων (ένα απάνθρωπο στρατόπεδο στις Νότιες Άλπεις), διαφεύγει για λίγο από την Αλγερία στη Γαλλία το 1962 και επανέρχεται για να συμβάλει σημαντικά στην επανίδρυση του Πανεπιστημίου στο ελεύθερο Αλγέρι. Συμμετέχει στον Μάη του ’68, επιστρέφει οριστικά στη Γαλλία και θα διδάξει φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Ναντέρ. Διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο στο Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών και Μελετών του ΓΚΚ, συνιδρύει τη θεωρητική επιθεώρηση Dialectiques, παίρνοντας μέρος στις μεγάλες θεωρητικές και πολιτικές αναζητήσεις για τον μαρξισμό, που σφράγισαν τις δεκαετίες του 1960,  του 1970 και του 1980 (περισσότερα για τη ζωή και το έργο του, στην εισαγωγή του Στ. Κουβελάκη).

Ο  Λαμπικά μάς συστήνει, στο κλείσιμο του βιβλίου, να το επικαιροποιούμε μέσα από παραδείγματα που μας προσφέρονται καθημερινά. Θα αναφερθώ σε δύο: στην επέτειο των σαράντα χρόνων από το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή-κατοχή του 40% του κυπριακού εδάφους και στην πρόσφατη εισβολή των ισραηλινών δυνάμεων κατοχής, για πολλοστή φορά, στη Γάζας.

1974-2014. Σαράντα χρόνια πριν η εγκληματική υπερδύναμη των ΗΠΑ, που ενέχεται σε πάμπολλες δικτατορίες και ιμπεριαλιστικούς πολέμους, βρίσκεται πίσω από το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας στην Κύπρο που άνοιξε τον δρόμο της τουρκικής εισβολής. «ΝΑΤΟ-CIA-προδοσία», κραυγάζουν χιλιάδες Κύπριοι διαδηλωτές. Το σχετικό ντοκιμαντέρ του Μιχάλη Κακογιάννη είναι συγκλονιστικό για τα γεγονότα και την οδύνη που συνθλίβει δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, από μωρά μέχρι γέροντες. Την οδύνη στην Κύπρο γεννά η βία των πραξικοπηματιών, που δεν μακροημέρευσαν, και κυρίως η βαρβαρότητα των εισβολέων ενός στρατοκρατικού καθεστώτος, στηριζόμενου από τις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία. Συνέχεια ανάγνωσης