Το τέλος της αθωότητας

Standard

«ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ»: ΕΘΝΟΣ, ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ-3

 της Δέσποινας Καταπότη

Δεν είναι λίγα τα άρθρα στον Τύπο και το διαδίκτυο, τον τελευταίο καιρό, που επισημαίνουν ότι η επιστήμη της αρχαιολογίας έχει λειτουργήσει (πολλές φορές, και όχι μόνο στην περίπτωση του τύμβου Καστά) ως εργαλείο αναπαραγωγής της εθνικής αφήγησης. Η άποψη δεν είναι νεοφανής: τα τελευταία τριάντα –τουλάχιστον– χρόνια, σε πολλούς γνωστικούς κλάδους των ανθρωπιστικών επιστημών, πλην της αρχαιολογίας, η σχέση παρελθόντος και έθνους βρίσκεται στο επίκεντρο του ερευνητικού ενδιαφέροντος, αποτελώντας ένα από τα δημοφιλέστερα αντικείμενα μελέτης και ακαδημαϊκής παραγωγής. Δεν έχω, ασφαλώς, την πρόθεση να υποτιμήσω τον δικαιολογημένο προβληματισμό της αρχαιολογικής κοινότητας αναφορικά με τις τρέχουσες ιδεολογικοπολιτικές χρήσεις του τύμβου Καστά. Με προβληματίζει, ωστόσο, το ότι απέναντι στο ζήτημα της εθνικοποίησης του παρελθόντος, με (νέα) αφορμή την Αμφίπολη, η αρχαιολογική κοινότητα αντιτάσσει, ως λύση στο πρόβλημα, την επιστροφή στην επιστημονική διαδικασία: Αφήστε επιτέλους τους αρχαιολόγους να κάνουν τη δουλειά τους! Τι ακριβώς σημαίνει όμως αυτό;

06-catapoti

Tζόρτζιο ντε Κίρικο, » Ο κουρασμένος τροβαδούρος», 1960

Πριν λίγες μέρες, στο ιστολόγιό του Nomadic Universality, ο Άκης Γαβριηλίδης έθεσε το ίδιο ακριβώς ερώτημα. Και υποστήριξε ότι ο ρόλος της αρχαιολογίας στη διαδικασία συγκρότησης του εθνικού φαντασιακού στην Ελλάδα την καθιστά ουσιαστικά «μια επιστήμη χωρίς υποκείμενο και σκοπό». Εάν σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της, λέει ο Γαβριηλίδης, η αρχαιολογία υπήρξε μια θεσμοποιημένη πράξη καταστροφής του παρελθόντος και, επιπλέον, ο νόμιμος προστάτης της εθνικής πολιτισμικής κληρονομιάς, πόσο εφικτό είναι να διεκδικήσει λόγο ύπαρξης εκτός του πλαισίου του εθνικού «κτητισμού»; Κατά κανόνα, η απάντηση των αρχαιολόγων είναι ότι το έργο τους συνιστά, πάνω από όλα, μια επιστημονική πράξη, πέρα από θεωρίες και ιδεολογίες, η οποία μέσα από τη συστηματική μελέτη των εμπειρικών της δεδομένων επιτυγχάνει την ανασύσταση του παρελθόντος. Μπορούμε ωστόσο, σήμερα, να μιλάμε αβίαστα για μια «καθαρή», «αντικειμενική» επιστημονική διαδικασία;

Ας μην ξεχνάμε εδώ ότι η λεγόμενη «μεταμοντέρνα στροφή» επηρέασε –έστω και καθυστερημένα– την επιστήμη της αρχαιολογίας, ήδη από τη δεκαετία του 1980. Το βιβλίο του M. Shanks και του C. Tilley Deconstructing Archaeology (1986) υπήρξε ένα δοκίμιο κριτικής ενάντια στην κυρίαρχη αφήγηση και την επιστημονική αυθεντία, ένα θεωρητικό μανιφέστο, το οποίο θεμελίωσε ένα νέο, αξιακό και επιστημολογικό πλαίσιο. Και το έκανε φέρνοντας στο προσκήνιο τις έννοιες της υποκειμενικότητας και της ρευστότητας, αναδεικνύοντας τον πολυσύνθετο χαρακτήρα των υλικών καταλοίπων και, πάνω από όλα, τονίζοντας τον ενεργό ρόλο των υποκειμένων στην ιστορική διαδικασία.

Επιχειρώντας να λειτουργήσει μέσα στο νέο αυτό πλαίσιο, και επομένως πέρα από όποιες ορθολογικά προσδιορισμένες κανονικότητες και όρια, η αρχαιολογική κοινότητα άρχισε να αντιμετωπίζει το παρελθόν ως έναν χώρο ανοικτού νοήματος και δυναμικής δράσης, όπου «όλα επιτρέπονται». Και παρόλο που η ελληνική αρχαιολογία απουσίασε αρχικά από τις θεωρητικές ζυμώσεις που λάμβαναν χώρα σε διεθνές επίπεδο, τα τελευταία χρόνια στα Τμήματα Αρχαιολογίας των ελληνικών πανεπιστημίων εντάσσονται πλέον μαθήματα θεωρητικής αρχαιολογίας, ενθαρρύνοντας τους νέους ερευνητές να αποδομήσουν τα κυρίαρχα ερμηνευτικά μοντέλα και να διερευνήσουν το πλεόνασμα νοήματος που ενυπάρχει στις κοινωνίες του παρελθόντος. Και εκτός ακαδημαϊκού χώρου, ωστόσο, εύκολα διαπιστώνουμε ότι τα αναπτυξιακά και ερευνητικά προγράμματα, οι υλοποιούμενες δράσεις και (κυρίως) οι χρηματοδοτήσεις αποσκοπούν στη διαμόρφωση ενός εξωστρεφούς προφίλ για την επιστήμη της αρχαιολογίας, ενώ παράλληλα ενθαρρύνουν τη συγκρότηση του παρελθόντος μέσα από εναλλακτικές αφηγήσεις και συμμετοχικές διαδικασίες πρόσληψης. Ειδικότερα στην Ελλάδα, τα τελευταία χρόνια, μουσεία, μνημεία, αρχαιολογικοί χώροι και ανασκαφές έχουν αρχίσει να συντονίζονται με τις διαχειριστικές αρχές της «εξωστρέφειας» και της «ανοιχτής πρόσβασης». Ταυτόχρονα, δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στα ειδικά χαρακτηριστικά του προφίλ των επισκεπτών, γεγονός που αποδεικνύεται και από τη συστηματική –πλέον– αποφυγή του όρου «ευρύ κοινό». Τέλος, η ολοένα αυξανόμενη παρουσία των νέων τεχνολογιών στα μουσεία και τους αρχαιολογικούς χώρους (σύνθετες μηχανές αναζήτησης, οθόνες διάδρασης, εικονικά περιβάλλοντα και εφαρμογές πολυμέσων για κινητές συσκευές) διαμορφώνει τις συνθήκες για την προώθηση ενός ακόμα «προϊόντος», που δεν είναι άλλο από την εξατομικευμένη εμπειρία του παρελθόντος.

Σε όλα τα παραπάνω η αρχαιολογική κοινότητα συμμετέχει ενεργά, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, χωρίς ενδεχομένως να συνειδητοποιεί ότι το πρόβλημα που καλείται να αντιμετωπίσει δεν είναι μόνο οι εθνικιστικές κορώνες και ο γενικότερος θόρυβος γύρω από τον Τύμβο Καστά αλλά, πρωτίστως, το σοκ της απώλειας της προνομιακής πρόσβασης στον «χώρο» του παρελθόντος. Και το λέω διότι, ενστερνιζόμενη την αρχή της σχετικοποίησης των ερμηνειών, η αρχαιολογία οδηγήθηκε τελικά στην αυτοαναίρεσή της, καθώς δεν της απομένουν πλέον τα εργαλεία για να καταστήσει εγκυρότερη τη δική της αφήγηση έναντι όλων των υπολοίπων. Υπ’ αυτή την έννοια, αν οι αρχαιολόγοι επιθυμούν να διατηρήσουν το όραμα της δημόσιας αρχαιολογίας αλλά σε οποιοδήποτε «κρούσμα» τύπου Αμφίπολης επιμένουν πεισματικά να αναζητούν καταφύγιο στον ιδεολογικό τάφο της επιστημονικής αυθεντίας και να μην επιδιώκουν την αυτοκριτική και τον διάλογο υπό νέους όρους, τότε πολύ φοβάμαι ότι σύντομα πολλοί επίδοξοι κατασκευαστές (και διαχειριστές) αφηγήσεων που βρίσκονται ήδη εκεί έξω θα είναι έτοιμοι να πάρουν τη θέση τους.

Η Δέσποινα Καταπότη διδάσκει θεωρία πολιτισμού και ψηφιακού πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Ο τίτλος παραπέμπει στο διάσημο (τουλάχιστον για τους αρχαιολόγους) άρθρο του David Clarke «Archaeology: The Loss of Innocence», περ. Antiquity, τόμ 47 (1973), σ. 6-18.

2 σκέψεις σχετικά με το “Το τέλος της αθωότητας

  1. Θα ήθελα να κάνω μια μικρή υποσημείωση για ένα ειδικό σημείο. Στο άρθρο παρατίθεται μία φράση από την δική μου ανάρτηση στο μπλογκ, εκείνη περί «διαδικασίας χωρίς υποκείμενο και σκοπό».
    Υπάρχει μία παρανόηση. Η φράση αυτή α) δεν αναφέρεται ειδικά στην αρχαιολογία, αλλά στην επιστήμη γενικά, β) αναφέρεται όχι ως μία «κατάντια», αλλά ακριβώς αντίθετα ως μέρος της ορθής άσκησης, της δεοντολογίας της επιστήμης. (Όπως ίσως μπορεί να αντιληφθεί κανείς από την αμέσως επόμενη πρόταση).
    Η φράση δεν είναι δική μου, αλλά επαναλαμβάνει μια διατύπωση του Λουί Αλτουσέρ (η οποία στην αρχική της μορφή αναφερόταν στην ιστορία: για τον Αλτουσέρ, η ιστορία είναι «μια διαδικασία χωρίς υποκείμενο και σκοπό». Νομίζω ότι δεν θα ήταν αυθαίρετο να την επεκτείναμε και στην επιστήμη).
    Αυτό δεν θίγει την ουσία του επιχειρήματος του άρθρου, αλλά ήθελα να το σημειώσω για λόγους φιλολογικής πληρότητας και ακρίβειας και για την περίπτωση που ο αναγνώστης θα ήθελε να ψάξει περισσότερο.

  2. Πίνγκμπακ: Το τέλος της αθωότητας | Ελεύθερη Λαική Αντιστασιακή Συσπείρωση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s