Να μη χρειαστεί να γυρίσουμε στον Μπεκαρία

Standard

ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟ-ΚΑΤΑΣΤΑΛΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

της Σοφίας Βιδάλη

Τα τελευταία χρόνια, τα όρια ανάμεσα στο αστικό και το ποινικό δίκαιο σβήνουν. Όσο και αν μοιάζει –και σε έναν βαθμό είναι–υπερβολική ή σχηματική η παραπάνω διατύπωση, μας υποδεικνύει κάτι: ότι νοοτροπίες και πολιτικές καταστολής, που καλλιεργήθηκαν και εδραιώθηκαν στις σχέσεις κράτους-πολιτών, σήμερα πια υπερβαίνουν το ποινικό πεδίο, υποκαθιστώντας τις άλλες πολιτικές και εγκληματοποιώντας την καθημερινότητα: στην οικονομία, τη φορολογία, την κοινωνική προστασία.

Τεοντόρ Ζερικό, «Σπουδή σε χέρια και πόδια», 1818-1819

Τεοντόρ Ζερικό, «Σπουδή σε χέρια και πόδια», 1818-1819

Έτσι, ενώ το πολιτικό και οικονομικό ζήτημα κυριαρχούν, το πραγματικό εγκληματικό ζήτημα (οι πραγματικές συστημικές, διαταξικές διαστάσεις και κοινωνικές συνέπειες του εγκλήματος) «χάνεται», υποβαθμίζεται στον δημόσιο λόγο και «εξαφανίζεται» από τα ΜΜΕ· όχι όμως και από την πραγματικότητα. Η «προστασία» της κοινωνίας από το έγκλημα, που διέπει την ιδεολογία του ποινικού φαινομένου στην Ελλάδα, υλοποιείται πλέον σχεδόν αποκλειστικά με κατασταλτικά μέτρα, η εφαρμογή των οποίων συχνά υπερβαίνει (ή παραβιάζει) ακόμα και τις πλέον αυστηρές διατάξει. Και, επίσης, δεν αφορά μόνον τους στερεοτυπικά παράνομους αλλά και τους χαμένους της κρίσης. Γι’ αυτό –όσο κι αν είναι δύσκολο ή ελάχιστα ελκυστικό, σε μια εποχή που οι στρατιές των κατεστραμμένων πολιτών πληθαίνουν– έχει σημασία να ανοίξει δημόσια μια σοβαρή συζήτηση για το ποινικοκατασταλτικό σύστημα (αστυνομία, δικαιοσύνη, φυλακές) και τη λειτουργία του.

***

Συστηματική αστυνομική βία (συχνά ωμή και παράνομη), επιβολή εξοντωτικών ποινών για μικροεγκλήματα, αναιτιολόγητες αποφάσεις, άθλιες συνθήκες κράτησης σε χώρους ποινικού και διοικητικού εγκλεισμού, μετατροπή των φυλακών σε αποθήκες ανθρώπων: όλα αυτά υποδηλώνουν μια «απανθρωποποίηση» των λειτουργιών του ποινικοκατασταλτικού συστήματος, η οποία έχει πια δομικό χαρακτήρα, αλλοιώνοντας ακόμα και την πιο συντηρητική (αλλά δικαιοκρατική) εκδοχή του ποινικοκατασταλτικού συστήματος. Στο πλαίσιο αυτό, αρχές και στόχοι όπως η νομιμότητα, η αναλογικότητα, ο σκοπός της ποινής, η επανένταξη των κρατουμένων μοιάζουν νεφελώδεις ή εξωπραγματικοί. Επίσης, όλα τα παραπάνω, που συντελούν καθοριστικά στην αποδιάρθρωση του εγγυητικού χαρακτήρα των φιλελεύθερων θεσμών, ενισχύονται από τα αιτήματα καταστολής που προβάλλει μερίδα του πληθυσμού, από την εξουδετέρωση των θεσμικών και κοινωνικών αντιδράσεων στη δημοσιοποίηση τέτοιων περιστατικών, καθώς και από τη διάχυτη ανάπτυξη της παράνομης οικονομίας και του οργανωμένου εγκλήματος που την προάγει. Έτσι, τα πράγματα είναι ιδιαίτερα σύνθετα.

Η τιμωρητική τροπή στο ποινικοκατασταλτικό σύστημα, σε συνδυασμό με την υπεροχή οικονομικών κριτηρίων στον κοινωνικό έλεγχο (θεσμική ανομία), έχουν οδηγήσει σε κορεσμό και είναι πλέον αναποτελεσματικές, ακόμα και για την απλή διαχείριση του εγκληματικού ζητήματος. Οδηγούν στην ποιοτική μετατόπιση της εγκληματικότητας, στην αλλοτρίωση κάθε ανθρωποκεντρικής αντεγκληματικής πολιτικής και τη μετατροπή της κοινωνίας σε «ποινική αποικία».

Η κατάσταση αυτή, που η κρίση την επιτείνει, συμπίπτει με δύο ιστορικές συγκυρίες, με τις οποίες θα αλληλοκαθοριστεί στο άμεσο μέλλον: την επιχειρούμενη μεταρρύθμιση του Ποινικού Κώδικα και την προοπτική της ανόδου της Αριστεράς στην εξουσία.

 Η μεταρρύθμιση του Ποινικού Κώδικα ξεφεύγει από τα όρια του άρθρου αυτού, θα επισημάνω όμως ότι είναι καιρός να ανοίξει μια σοβαρή συζήτηση σχετικά με το ποινικοκατασταλτικό σύστημα.

Μια τέτοια συζήτηση δεν θα είναι εύκολο εγχείρημα: γενιές, επιστημόνων, επαγγελματιών και λειτουργών του ποινικοκατασταλτικού συστήματος έχουν εμπεδώσει απόψεις και πρακτικές που εμπνέονται από την οντολογική διαφορετικότητα του εγκληματία και βρίσκονται μακράν των θέσεων και ρευμάτων της κριτικής σκέψης, οι οποίες προσέγγισαν το εγκληματικό ζήτημα και το ποινικό φαινόμενο από την πλευρά των υποτελών τάξεων. Επίσης, συχνά επικρατούν απόψεις που διαμορφώνονται με δόγματα ή προσωπικές εμπειρίες και, πάντως, μερική γνώση του προβλήματος που δεν οδηγούν σε πολιτική, αλλά αναπαράγουν τη διάκριση των εργαζόμενων στρωμάτων σε υπηρέτες και σε αρνητές της εξουσίας καλλιεργώντας απλουστευτικές προσεγγίσεις για τους θεσμούς. Έτσι, συρρικνώνεται η πρόσληψη της λειτουργίας της αστυνομίας σε στρατιωτικού τύπου επιχειρήσεις, της δικαιοσύνης σε απλό «όπλο» της εξουσίας, της ποινής σε μια εκδίκηση κατά των αδικημένων, η δε εκτέλεση κυρώσεων σε ένα ζήτημα διαχείρισης.

Μια εναλλακτική πολιτική για το ποινικοκατασταλτικό σύστημα, η οποία θα εκφράζει την ιδεολογία και τις θέσεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς, χρειάζεται να υπερβεί τέτοιες προσεγγίσεις και να εγκύψει σε ιδέες και έρευνες που ενέπνευσαν εναλλακτικές πολιτικές, εμπλούτισαν και ανέπτυξαν την εγκληματολογική και ποινική θεωρία. Είναι αναγκαίος λοιπόν, όσο ποτέ, ένας διάλογος για την πολιτική οικονομία του εγκλήματος και του ποινικοκατασταλτικού συστήματος· ένας διάλογος που να ηγεμονεύσει στην κοινωνία και στους ειδικούς, ως αντιπρόταση στη νεοφιλελεύθερη-διαχειριστική αντίληψη για το έγκλημα. Η σύνδεση του ποινικοκατασταλτικού συστήματος με τα πραγματικά προβλήματα της παρανομίας και της κοινωνίας, η ανάλυση των σχέσεων εξουσίας ως κεντρικού προβλήματος, η επανατοποθέτηση σε θεμελιώδη ερωτήματα, όπως τι είναι έγκλημα, τι εγκληματίας, τι ποινή, πώς «κατασκευάζεται» κοινωνικά το ποινικό φαινόμενο σήμερα, ποια πρέπει είναι η απάντηση στο έγκλημα κλπ. αποτελούν βασικά εργαλεία αυτής της οπτικής.

Πιο συγκεκριμένα, είναι αναγκαίος ένας διάλογος ο οποίος:

* θα αναλύσει και θα εξετάσει σοβαρά την πολιτική λειτουργία του ποινικοκατασταλτικού συστήματος (αστυνομία, δικαιοσύνη, φυλακές) στη σημερινή Ελλάδα

* θα συζητήσει τις δικαιοπολιτικές, οργανωτικές και πολιτισμικές διαδικασίες και παραμέτρους, μέσα από τις οποίες διαμορφώνονται (κατά τη βασική τους επαγγελματική εκπαίδευση) αλλά και εκτρέπονται (κατά την επαγγελματική τους ζωή) οι επαγγελματίες του συστήματος αυτού

* θα προάγει την κοινωνική πρόληψη του εγκλήματος

* θα θέσει νέα θεμέλια λειτουργίας του ποινικοκατασταλτικού συστήματος (και θα το υποστηρίξει και στην Ευρώπη), συζητώντας και αναλύοντας ξανά την ταλαιπωρημένη έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης, από την οπτική όχι μιας εκχώρησης του κράτους-πατέρα σε μια κοινωνία «ιθαγενών», αλλά από την οπτική της ριζοσπαστικής Αριστεράς, του κράτους εγγυητή των δικαιωμάτων, της ελευθερίας και εκφραστή της κοινωνίας

* θα διαμορφώσει ένα νέο περιβάλλον κοινωνικής συναίνεσης στους νόμους και τους θεσμούς.

***

Μέσα από έναν τέτοιο διάλογο μπορούν να προκύψουν θέσεις και πολιτικές που θα αποκαταστήσουν τη νομιμότητα, όπου έχει διαρραγεί, θα παρέμβουν σε πάγια και χρόνια προβλήματα των λειτουργών του ποινικοκατασταλτικού συστήματος και θα προωθήσουν τον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα της αντεγκληματικής πολιτικής.

Στο παρελθόν γνωστοί και ποικίλου χαρακτήρα ιστορικοί λόγοι δεν επέτρεψαν την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης στις εγκληματολογικές και ποινικές επιστήμες στην Ελλάδα. Σε μια χώρα όπου οτιδήποτε το δημοκρατικό, προοδευτικό ή εναλλακτικό αφενός εξοριζόταν από τη νομιμότητα και αφετέρου θεωρούνταν προϊόν του καπιταλισμού ή αργότερα χλευαζόταν ως γραφικό, «θεωρητικό» και άρα μη εφαρμόσιμο και απαξιωνόταν, σε μια χώρα που έμαθε να μεταφυτεύει πολιτικές ελέγχου του εγκλήματος από τις ΗΠΑ, την Αγγλία, τη Γαλλία και την Ε.Ε., υπό την ηγεμονία ενός γερμανότροπου ποινικού δικαίου, η Αριστερά έμεινε έξω από τις ιδεολογικές και δικαιοπολιτικές αντιπαραθέσεις για το ποινικό φαινόμενο είτε, απλώς, ό,τι δεν ήταν αυταρχικό, το υποστήριζε.

Σήμερα, όμως, δεν βρισκόμαστε στο ίδιο σημείο. Όχι μόνον επειδή υπάρχει το ορατό ενδεχόμενο να κυβερνήσει ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά επειδή η εκτροπή της καταστολής έχει αλλοιώσει σε τέτοιο βαθμό το φιλελεύθερο αστικό νομικό πολιτισμό, ώστε σε λίγο η νέα γενιά ποινικολόγων και εγκληματολόγων θα έχει άγνοια πως είναι ένα φιλελεύθερο ποινικοκατασταλτικό σύστημα. Και τότε, θα πρέπει να ξαναγυρίσουμε στο 1764, τότε δηλαδή που ο Μπεκαρία εξέδωσε το περίφημο Περί εγκλημάτων και ποινών. Αυτή, άλλωστε, είναι και μια σαφής πολιτική νεοφιλελεύθερης έμπνευσης: να λειτουργούμε σα να γεννηθήκαμε χθες, εν αγνοία του παρελθόντος.

Η Σοφία Βιδάλη διδάσκει εγκληματολογία και αντεγκληματική πολιτική στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Να μη χρειαστεί να γυρίσουμε στον Μπεκαρία

  1. Πίνγκμπακ: Να μη χρειαστεί να γυρίσουμε στον Μπεκαρία | Ελεύθερη Λαική Αντιστασιακή Συσπείρωση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s