Πρόνοια και παιδική προστασία: ο φτωχός συγγενής της δημόσιας διοίκησης

Standard

Από τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι τα χρόνια της κρίσης

του Γιώργου Νικολαΐδη

Από τις ευρωεκλογές και μετά, μια μεγάλη συζήτηση έχει ανοίξει στην Αριστερά, και ιδιαίτερα στον ΣΥΡΙΖΑ, για την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσει ενόψει των –ολοένα και πιθανότερων– πρόωρων εκλογών. Ωστόσο, το ουσιαστικό πολιτικό ερώτημα δεν μπορεί να εδράζεται στην αριθμητική των τακτικισμών ενόψει μιας εκλογικής αναμέτρησης. Αντιθέτως, για την Αριστερά αλλά και όλους τους πολιτικούς σχηματισμούς που θα διεκδικήσουν την ψήφο των πολιτών είναι περισσότερο τι σκοπεύουν να πράξουν με αυτή την ψήφο. Σε αυτό το ερώτημα, δυστυχώς, οι απαντήσεις στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και στη λοιπή Αριστερά, είτε «δεξιόστροφες» είτε «αριστερόστροφες», ούτε πολλές ούτε επαρκείς είναι.

Έργο του Ερκούτ Τερλικσίζ

Στο «κυρίως μενού» της οικονομίας οι διαχωριστικές γραμμές των επαγγελλόμενων πολιτικών κάπως χαράζονται· κι αυτό παρά την παροιμιώδη ασάφεια ορισμένων καθοριστικών ζητημάτων (ιδιαίτερα από πλευράς ΣΥΡΙΖΑ) ή την παντελή απουσία εξήγησης του πώς θα γίνουν όσα εξαγγέλλονται (στα προγραμματικά κείμενα της λοιπής Αριστεράς). Όμως, αν προχωρήσουμε στις επιμέρους θεματικές, εκεί η θολούρα είναι μάλλον ο κανόνας. Ένας κοινωνικός ανθρωπολόγος από τον Άρη, παρατηρώντας την κατάσταση των πραγμάτων σε ζητήματα θεσμικής πολιτικής, θα μπορούσε να συμπεράνει πως τα αριστερά κόμματα, σε γενικές γραμμές, υποστηρίζουν τα αιτήματα των διαμαρτυρόμενων κλάδων και επαγγέλλονται περισσότερες δημοκρατικές ελευθερίες. Πέραν τούτου όμως; Έχουν διαφορετική προσέγγιση –που να απορρέει και από την ιδεολογική τους αφετηρία– για την οργάνωση της παιδείας, της υγείας, της δικαιοσύνης, του πολιτισμού, της αυτοδιοίκησης; Ο καλόπιστος ή αφελής παρατηρητής θα επισήμαινε, βέβαια, ότι και σημαντικό μέρος των απολογητών της κυβερνητικής πολιτικής (αν εξαιρέσουμε όσους διακηρύσσουν ότι το «Μνημόνιο είναι ευλογία», κάνοντας σημαία τη σύγκρουση με τις «συντεχνίες») υιοθετούν πολλά από τα αιτήματα, τουλάχιστον εν μέρει, ως δίκαια, αναβάλλοντας ωστόσο την ικανοποίησή τους έως ότου η οικονομική κατάσταση το επιτρέψει. Άρα η διαφορά είναι μόνο στη χρονική στιγμή; Ασφαλώς όχι· αλλά τότε γιατί δεν αναδεικνύεται;

Μήπως, λοιπόν, αντί να ανταλλάσσονται μύδροι περί «δεξιόστροφων» και «αριστερόστροφων» φωνών πρέπει η συζήτηση να ανοίξει και να γειωθεί πρωτίστως στο περιεχόμενο των πολιτικών και τις επιπτώσεις τής κάθε τακτικής σε αυτό ακριβώς το περιεχόμενο; Η παρατήρηση δεν φαίνεται να αφορά μόνο τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος, καθώς ενδέχεται οσονούπω να βρεθεί σε θέση κυβερνητικής εξουσίας δέχεται πλήθος κριτικών για «δεξιόστροφη» απόκλιση. Αφορά και τα λοιπά τμήματα της κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, από τα οποία θα περίμενε κανείς ότι, απαλλαγμένα από το άγχος της άμεσης διεκδίκησης της πλειοψηφίας του εκλογικού σώματος, θα άρθρωναν μια προγραμματική πολιτική πιο ριζοσπαστική και ρηξικέλευθη, περισσότερο αντισυστημική, που να υπερβαίνει τη σημερινή εμπειρία, στην προοπτική μιας άλλης κοινωνικής οργάνωσης.

Η ιστορική υπανάπτυξη της πρόνοιας

Ετούτο το κείμενο, λοιπόν, πραγματεύεται το έλλειμμα πολιτικού (δια)λόγου στο θέμα της πρόνοιας και ειδικότερα της παιδικής προστασίας, που αποτελεί το πεδίο επαγγελματικής μου ενασχόλησης τα τελευταία χρόνια. Δυστυχώς, συγκροτημένη πολιτική για την πρόνοια και την παιδική προστασία δεν υπήρξε ποτέ στη χώρα μας. Η μέριμνα για το παιδί και την οικογένεια, περιθωριακό ζήτημα φιλανθρωπίας μέχρι τότε, γεννήθηκε –μαζί με την υγειονομική περίθαλψη– μέσα από την εξαθλίωση των Βαλκανικών Πολέμων και της Μικρασιατικής Καταστροφής. Σε αντίθεση όμως με τα νοσοκομεία (τα περισσότερα από τα οποία είτε φτιάχτηκαν είτε επεκτάθηκαν σημαντικά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα), οι προνοιακές δομές παρέμειναν περιορισμένες και υποβαθμισμένης ποιότητας. Χαρακτηριστικά, το Βρεφοκομείον Αθηνών αναφερόταν συχνά στον Τύπο της εποχής ως «Βρεφοκτονείον Αθηνών», εξαιτίας της τεράστιας θνητότητας των βρεφών που φιλοξενούσε. Πόροι των προνοιακών πολιτικών υπήρξαν κατεξοχήν οι «Μεγάλοι Ευεργέτες» – αρκετοί εκ των οποίων ήταν οι ίδιοι υπαίτιοι της κοινωνικής εξαθλίωσης των στρωμάτων που έσπευδαν να «σώσουν» με τα κληροδοτήματά τους. Οι αιτίες της συγκριτικής υπανάπτυξης της πρόνοιας σε σχέση με την περίθαλψη είναι πολλές και σύνθετες, όμως η βασικότερη είναι οι εφεδρείες και τα «αμορτισέρ» της παραδοσιακής ελληνικής κοινωνίας και ευρύτερης οικογένειας: το ορφανό, ο γέρος, ο άστεγος, ο ανάπηρος κ.ο.κ. συνήθως αντιμετωπίζονταν εκ των ενόντων από την ευρύτερη οικογένεια ή την τοπική κοινότητα. Κι αφού το πράγμα βολευόταν κουτσά στραβά, καμία κυβέρνηση δεν έμπαινε στον κόπο να δαπανήσει πόρους για την ολοκληρωμένη αντιμετώπιση των φαινομένων αυτών.

Στο «κράτος των εθνικοφρόνων»

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, την Κατοχή και τον Εμφύλιο, η πρόνοια υποτάχθηκε στην προσπάθεια του «κράτους των εθνικοφρόνων» να επικυρώσει τη νίκη του έναντι του κομμουνισμού. Έτσι, ιδιαίτερα η παιδική προστασία ηγεμονεύτηκε από το τρίπτυχο «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια», που σηματοδοτούνταν από τη δραστηριότητα της Φρειδερίκης: τα έκθετα παιδιά του Εμφυλίου, η πρωτοκαθεδρία των θρησκευτικών ιδρυμάτων και η έμφαση στην «εθνικόφρονα» ανατροφή χαρακτήρισαν μια δράση με σαφή στόχευση και μεθοδολογία η οποία κυριάρχησε μέχρι τη δεκαετία του 1970. Το βιβλίο της Φρειδερίκης Μέτρον κατανοήσεως είναι άκρως περιγραφικό για τα βασικά χαρακτηριστικά της. Η κρατική μέριμνα, συνεπικουρούμενη από την εκκλησιαστική, είχε βασικό χρηματοδότη είτε ειδικά τέλη, είτε τη φιλανθρωπία εύπορων «κυριών» της Εκάλης και του Κοκκιναρά («κυριών», καθώς η έμφυλη διάσταση δεν θα μπορούσε να λείπει σε μια πολιτική αντίληψη τόσο δεμένη με τα πρότυπα της πατριαρχικής κοινωνίας την οποία αναπαρήγαγε). Είναι, επίσης, χαρακτηριστικό πως οι πρώτοι κοινωνικοί λειτουργοί ήταν περίπου κατ’ αποκλειστικότητα γυναίκες, ως επί το πλείστον της «καλής κοινωνίας» και σχεδόν καθολικά θεούσες: ο Σύλλογος Συνταξιούχων Κοινωνικών Λειτουργών μέχρι πρότινος καλούσε τις συνελεύσεις του σε ενοριακούς χώρους Κυριακές πρωί μετά τη λειτουργία.

Από τη «μέριμνα για το έγγραφο» στην απόσυρση του κράτους

Κάπως έτσι φτάσαμε στην πασοκική δεκαετία του ’80. Τότε, και ελλείψει της συγκρότησης εναλλακτικής κατεύθυνσης με κοινωνικά στρώματα που να την προωθούν, στο εσωτερικό μιας ευρύτερης αναδιάταξης μικροεξουσιών και θεσμικών δομών στον δημόσιο τομέα, αναδύθηκε μια νέα γραφειοκρατία διαχειριστών των προνοιακών ζητημάτων. Οι άνθρωποι αυτοί, κοινωνικοί λειτουργοί, επαγγελματίες ψυχικής υγείας ή –και πιο συχνά!– διοικητικοί επέβαλλαν, εν μέρει τουλάχιστον, τη δική τους οπτική για την πρόνοια. Αντικείμενο της πρόνοιας έγινε όχι ο άνθρωπος σε ανάγκη, το ορφανό, ο γέρος, ο ανάπηρος, ο άστεγος, αλλά… το διοικητικό έγγραφο: η αρμοδιότητα, η σκοπιμότητα, η έγκριση, η κοινοποίηση. Έτσι, το επίδομα αποτέλεσε το κατεξοχήν μέσο παρέμβασης αυτής της γραφειοκρατικής εκδοχής για τις προνοιακές πολιτικές, ενώ οι κοινωνικές υπηρεσίες φροντίδας παρέμειναν περιθωριακό είδος που συνέχισε να διακονεύει πόρους από τις φιλόπτωχες κυρίες, τις εκκλησίες και τα κληροδοτήματα των –εκλιπόντων πλέον προ πολλού– ευεργετών. Φυσικά, και πάλι η κοινωνία αντιμετώπιζε μόνη της το μεγαλύτερο μέρος των προβλημάτων της.

Στην αμέσως επόμενη φάση, της «ισχυρής Ελλάδας σε ισχυρή Ευρώπη», εμφανίστηκαν οι ΜΚΟ. Και μάλιστα πολλαπλασιάστηκαν ταχύτατα: η Ελλάδα έφτασε κάποια στιγμή, στο γύρισμα της χιλιετίας, να έχει περισσότερες ΜΚΟ από ό,τι η Ολλανδία, το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο μαζί, χώρες που θεωρούνται «κοιτίδες» των ΜΚΟ. Τα κίνητρα, ασφαλώς, δεν ήταν τα ίδια ούτε υπήρξαν πάντα αθώα — ούτε η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών το ίδιο υψηλή. Σε μερικές περιπτώσεις ήταν τόσο προβληματική όσο αναιμικός ήταν και ο μισθός των εργαζόμενων τους. Και είναι άξιον απορίας πως οι μεγαλύτερες και πιο συγκροτημένες ΜΚΟ δεν απαίτησαν οι ίδιες να επιβληθεί κεντρικός έλεγχος ποιότητας, ώστε να μην αμαυρώνεται συλλήβδην η εικόνα τους από τις –διόλου λίγες– περιστασιακές «αρπαχτές». Η ανάπτυξή τους ακολούθησε την πεπατημένη των θεσμών στη χώρα μας: πελατειακές σχέσεις, προνομιακές διασυνδέσεις με το πολιτικό προσωπικό και τα κόμματα εξουσίας. Μάλιστα, για αρκετές, ιδιαίτερα όσες ήταν «μιας χρήσεως», είναι αμφίβολο αν ισχύει η ονομασία τους, καθώς οι πόροι τους προέρχονταν αποκλειστικά ή σχεδόν αποκλειστικά από κυβερνητικές ή κυβερνητικά ελεγχόμενες χρηματοδοτήσεις. Σε μια περίοδο στην οποία το σημιτικό ΠΑΣΟΚ είχε ήδη υιοθετήσει πλήρως τη νεοφιλελεύθερη ατζέντα, η ανάπτυξη των ΜΚΟ εξυπηρέτησε πλήρως το γενικό πολιτικό σχέδιο απόσυρσης του κράτους από την ευθύνη παροχής κοινωνικής πολιτικής αλλά και outsourcing των κυβερνητικών λειτουργιών. Την ίδια περίοδο, η πολιτική «αποκέντρωσης της δημόσιας διοίκησης» μετατοπίζει την «αρμοδιότητα» της πρόνοιας στους ΟΤΑ. Αυτό, με τη σειρά του, είχε αποτέλεσμα την αποσπασματική και εξαρτώμενη από την ενάργεια και την ευαισθησία τής κάθε δημοτικής αρχής –αλλά και τον ενθουσιασμό (ή το burn-out) των εργαζόμενων επαγγελματιών– ανάπτυξη ή όχι υπηρεσιών (ποιοτικών ή μη), με ελάχιστους πόρους, μικρή και αμφισβητούμενη αρμοδιότητα, συχνές πυκνές πολιτικές παρεμβάσεις στο έργο τους.

Ο φτωχός συγγενής της δημόσιας διοίκησης

Τζόρτζιο ντε Κίρικο, «Οι δύο μάσκες»

Στην ιστορική αυτή διαδρομή, κάθε φορά που αναδυόταν ένα καινούργιο «κύμα» στην προνοιακή σκηνή (χορηγίες ευεργετών, θρησκευτικοί/εθνικόφρονες θεσμοί, γραφειοκρατία, ΜΚΟ) κανένα από τα προηγούμενα δεν εξαφανίζονταν πλήρως αλλά εξακολουθούσε, έστω υποτελώς, να αναπαράγεται, ενίοτε ενσωματωμένο στον μεταγενέστερο θεσμό. Παράλληλα, η μη ανάπτυξη συμπαγών κρατικών πολιτικών κοινωνικής προστασίας άφηνε όλες πλέον τις εκδοχές έκθετες στην ένδεια πόρων και στην αναπαραγωγή μιας γενικευμένης ατμόσφαιρας μιζέριας και ζητιανιάς (αν εξαιρέσουμε κάποιες ιδιαίτερα επιτυχημένες στην ανεύρεση ιδιωτικών πόρων ΜΚΟ). Η πρόνοια, σε γενικές γραμμές, έγινε ο φτωχός συγγενής των άλλων κλάδων της δημόσιας διοίκησης: της υγείας, της δικαιοσύνης, της αυτοδιοίκησης, εσχάτως και των πολιτικών απασχόλησης. Για να είμαστε ωστόσο δίκαιοι, πρέπει να σημειώσουμε την πολύ διαφορετική πορεία κάποιων επιμέρους τομέων, που κατάφεραν να ξεφύγουν από τη γενική κατάσταση απαξίωσης και υπανάπτυξης. Έτσι, οι διεκδικήσεις για την απαγόρευση της παιδικής εργασίας ή τις συντάξεις, όντας μέρος της ατζέντας του εργατικού κινήματος από τις απαρχές του, μπόρεσαν σταδιακά να κατοχυρωθούν νομικά – αν και δεν τηρούνταν πάντοτε στην πράξη. Ακόμα, χάρη στις συστηματικές προσπάθειες του αναπηρικού κινήματος, ιδιαίτερα μετά τη Μεταπολίτευση, σημειώθηκαν σημαντικές θεσμικές και οικονομικές κατακτήσεις στο συγκεκριμένο θέμα. Ωστόσο, η γενικότερη πορεία των προνοιακών ζητημάτων δεν άφησε αλώβητα ακόμα και επιμέρους πεδία, όπως την πολιτική για τα ΑμεΑ: μια βόλτα σε οποιαδήποτε πόλη της χώρας δείχνει πως η κοινωνία στην πράξη δυστυχώς δεν αναγνώρισε ποτέ την ανάγκη κοινωνικής ενσωμάτωσης των ΑμεΑ, παρά τις όποιες δομικές παρεμβάσεις σε πεζοδρόμια και κτήρια.

Εν τω μεταξύ, μια σημαντική μεταβολή είχε επέλθει στην ελληνική κοινωνία. Το βάθος της αστικοποίησης είχε μεγαλώσει, η ευρύτερη οικογένεια είχε υποχωρήσει υπέρ της πυρηνικής (που ακόμα κι αυτή δεν εμφάνιζε την ίδια σταθερότητα όπως παλιά), η γειτονιά ως πεδίο κοινωνικής συνάρθρωσης ξεθώριασε, οι κοινωνικές σχέσεις χαλάρωσαν και η πρόσληψη του εαυτού έτεινε ολοένα και περισσότερο στον ατομικισμό. Έτσι, τα παραδοσιακά «αμορτισέρ» της κοινωνίας άρχισαν να μην επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών σε προνοιακές φροντίδες, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα. Οι διαδοχικές κυβερνήσεις φαίνεται ότι δεν το αντιλήφθηκαν, αν κρίνουμε εκ του αποτελέσματος, αφού δεν έσπευσαν να αναπληρώσουν το κενό με συγκροτημένες και συνεκτικές υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας. Ιδιαίτερα, μάλιστα, στον διοικητικά ενοποιημένο επί πολλά έτη χώρο της «υγείας – πρόνοιας» η απουσία ομάδων πίεσης καθώς και συμφερόντων που να προωθούν συστηματικά τη δεύτερη είχε αποτέλεσμα τον κραυγαλέο παραγκωνισμό της. Όπως σημείωνα χρόνια πριν, αν υπήρχε «δυστυχόμετρο» και μια μεγάλη πολυεθνική ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού να το προωθεί, ίσως δημιουργούνταν και για την πρόνοια χώρος ανάπτυξης, όπως με την περίθαλψη.

Τα χρόνια της κρίσης και η αποδιάρθρωση των «αμορτισέρ»

Και μετά ήρθε η κρίση. Οι υφιστάμενοι πόροι, ούτως ή άλλως λιγοστοί και κατακερματισμένοι, έγιναν λιγότεροι. Η κατεύθυνση των προνοιακών πολιτικών νομοτελειακά ακολούθησε τη γενική ατζέντα των μνημονίων, ήτοι τη συμπίεση του κόστους του δημόσιου τομέα. Έτσι, η μετακίνηση της πρόνοιας από το υπουργείο Υγείας σε εκείνο της Εργασίας μάλλον δεν επέφερε αισθητή αλλαγή συνολικού προσανατολισμού, αλλά συνέτεινε περισσότερο στον επανέλεγχο και την κεντρική εποπτεία των κοινωνικών βοηθημάτων και επιδομάτων: ούτως ή άλλως, η κρατική πρόνοια συγκροτούνταν ως επί το πλείστον από αυτά. Οι –αναμορφωμένες με τον Καλλικράτη– κοινωνικές υπηρεσίες των ΟΤΑ, λόγω της πολιτικής των προσλήψεων και το κύμα συνταξιοδότησης στο Δημόσιο, έφτασαν πρακτικά (με αξιοσημείωτες εξαιρέσεις) να επιτελούν μετά δυσκολίας ακόμα και το γραφειοκρατικό τους έργο. Παράλληλα, η κινητικότητα του προσωπικού οδήγησε αρκετούς επαγγελματίες στην ανάληψη ρόλων τελείως διαφορετικών, σε αντικείμενα σχεδόν πρωτόγνωρα σε σχέση με την εργασιακή τους καθημερινότητα επί δεκαετίες. Τα κληροδοτήματα και οι ΜΚΟ, βλέποντας τις παραδοσιακές πηγές χρηματοδότησής τους (τα ακίνητα και τις χορηγίες) να μειώνονται δραματικά και την κρατική συνδρομή να ελαχιστοποιείται, αναγκάστηκαν να περιορίσουν τη δράση τους, αναστέλλοντας ενίοτε λειτουργίες και δομές με διαδρομή δεκαετιών. Ταυτόχρονα, οι ανάγκες εκτοξεύτηκαν, συνέπεια της όξυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων, του αποκλεισμού μεγάλων κομματιών της κοινωνίας αλλά και της επιτάχυνσης των διεργασιών αποσάθρωσης των παραδοσιακών κοινωνικών «αμορτισέρ».

Το αποτέλεσμα ήταν μια γενικευμένη ανεπάρκεια πόρων, ανθρώπινων και υλικών, καθώς και η υποχώρηση του δημοσίου λόγου σε μοντέλα που θαρρούσαμε ξεπερασμένα από δεκαετίες: των «κυριών» της καλής κοινωνίας, της φιλανθρωπίας κ.ο.κ. Παράλληλο αποτέλεσμα όλης αυτής της εξέλιξης ήταν η δραματική επίταση τής ούτως ή άλλως υπαρκτής τάσης για επαγγελματική εξουθένωση, «κάψιμο» (burn-out) των επαγγελματιών του χώρου, σε όλους τους πυλώνες. Και μάλιστα με μια ακόμα ελληνική ιδιαιτερότητα, απότοκο της χρόνιας υπανάπτυξης του χώρου της πρόνοιας: ενώ στο εξωτερικό οι «καμένοι» συνήθως αποχωρούν από το σύστημα κοινωνικών υπηρεσιών μη αντέχοντας ψυχικά τη χρόνια φθορά, στη χώρα μας συχνά είναι οι μόνοι που αντέχουν να παραμείνουν, εκτελώντας πια διεκπεραιωτικά τα καθήκοντά τους, ενώ όσοι αντιστέκονταν στην εξουθένωση αποχωρούσαν.

Η επαναθεμελίωση της φροντίδας στα χρόνια της κρίσης

Συχνά, ακούγεται ο αντίλογος ότι η κατάσταση δεν είναι και τόσο άσχημη. Βέβαια, ένα τέτοιο επιχείρημα συνήθως επικυρώνει του λόγου το αληθές — κάτι σαν το περιβόητο «δεν είναι αυτό που νομίζεις!». Ωστόσο, μια από τις ελπιδοφόρες εξελίξεις, μεσούσης της κρίσης, είναι η ανάπτυξη ενός πολύπλευρου κινήματος κοινωνικής αλληλεγγύης, το οποίο εκτός από τις πιο θεσμικές μορφές (κοινωνικά ιατρεία, φαρμακεία, φροντιστήρια, παντοπωλεία κ.ο.κ.) περιέλαβε και την επαναθεμελίωση της έννοιας της φροντίδας σε νέες βάσεις. Όχι πλέον στο περιβάλλον της γειτονιάς, του χωριού ή της οικογένειας, αλλά στο σύγχρονο αστικό περιβάλλον της κοινωνικής απόρριψης. Αυτή η επανιδιοποίηση της περιεκτικής λειτουργίας από την κοινωνία και μάλιστα στις πιο προχωρημένες της μορφές, όχι προς υποκατάσταση ενός ανεπαρκούς κράτους ούτε σε αντιπαράθεση κατ’ ανάγκη με αυτό (αντιθέτως, το κράτος σε διάφορες περιστάσεις επέλεξε να κηρύξει τον πόλεμο σε δομές κοινωνικής αλληλεγγύης) αλλά σε αντιδιαστολή προς αυτό δημιουργεί τις βάσεις μιας πραγματικά ριζοσπαστικής προοπτικής ενός μελλοντικού εναλλακτικού μοντέλου κοινωνικής προστασίας.

***

Παρ’ όλα αυτά, η κατάσταση στο πεδίο της πρόνοιας και της παιδικής προστασίας παραμένει κρίσιμη. Πέραν των νησίδων που εξακολουθούν να υπάρχουν σε πείσμα των καιρών, χάρη στην επιμονή συγκεκριμένων ανθρώπων σε όλων των λογιών τις δομές, οι υφιστάμενοι πόροι τού όποιου «συστήματος» αδυνατούν να διαχειριστούν την έκρηξη αναγκών. Και σε αυτή την περίσταση που οι πόροι έχουν μειωθεί και οι ανάγκες πολλαπλασιαστεί οξύνεται και ο εσωτερικός, επίσημος ή άτυπος, «ανταγωνισμός» ανάμεσα στους δυνητικούς παρόχους προνοιακών υπηρεσιών συσκοτίζοντας το πραγματικό μεγάλο πρόβλημα: την ανεπάρκεια των πόρων σε συνδυασμό με την έλλειψη συνολικού αναπροσανατολισμού των κοινωνικών υπηρεσιών. Το χειρότερο το έθεσε με αφοπλιστική απλότητα, σε μια προσωπική μας συζήτηση, στέλεχος με πολυετή πείρα και συνεισφορά στη συγκρότηση υπηρεσιών «πεδίου» και στη χώρα μας. Με δυο λόγια, μου είπε πως όταν κάποιοι ξεκίνησαν πριν από δεκαετίες μπορεί να μην υπήρχε περίπου τίποτα πάνω στο οποίο να οικοδομήσουν, αλλά τουλάχιστον ζούσαν η ελπίδα και η προοπτική της βαθμιαίας ανάπτυξης, ενώ σήμερα η αίσθηση της παλινδρόμησης είναι αποκαρδιωτική.

Πώς μπορούμε να ξεφύγουμε από αυτή την αποκαρδίωση; Θα συνεχίσω, σε επόμενο άρθρο, με ορισμένες προτάσεις.

 

O Γιώργος Νικολαΐδης είναι ψυχίατρος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s