Εκατό χρόνια μοναξιά

Standard

NEA ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ

του Κωνσταντίνου Χατζηνικολάου

Πως οι Βοσκοί του Νίκου Παπατάκη δεν συμπεριλαμβάνονταν στη λίστα με τις διακόσιες ταινίες που πρότεινε το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης στο κοινό, προκειμένου να ψηφίσει για τον εορτασμό των εκατό χρόνων από τη γέννηση του ελληνικού κινηματογράφου, δεν ήταν το χειρότερο πράγμα –λέμε τώρα– που θα μπορούσε να μας συμβεί. Το χειρότερο ήταν η τελική λίστα με τις είκοσι επικρατέστερες ελληνικές ταινίες, οι οποίες προβάλλονται, πανηγυρικά, αυτές τις μέρες στη συμπρωτεύουσα.

Στιγμιότυπο από τους Βοσκούς του Νίκου Παπατάκη

Στιγμιότυπο από τους Βοσκούς του Νίκου Παπατάκη

Αγνοώντας τους Βοσκούς, είναι σαν να έχει απαλείψει κάποιος από την αντίστοιχη λίστα τη Γυναίκα της Ζάκυθος του Σολωμού: γιατί αν ο Σολωμός ονειρεύτηκε τη νεοελληνική γλώσσα προτού καν σχηματιστεί, όπως μου είπε πριν καιρό ένας φίλος, ο Παπατάκης ονειρεύτηκε ολόκληρο τον ελληνικό κινηματογράφο, από το ξεκίνημά του μέχρι σήμερα.

Άλλωστε, τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται ο Παπατάκης (οικογένεια, εξουσία, εξορία, εξέγερση, ήλιος), είναι περίπου ό,τι απασχολεί τους νέους κινηματογραφιστές τα τελευταία χρόνια, μόνο που ο Παπατάκης, μισός Αιθίοπας, μισός Έλληνας, θαμμένος στη Γαλλία, έφτιαξε ένα προσωπικό μείγμα από Ευριπίδη και Αρτώ, ίσως επειδή αποφάσισε ν’ αντισταθεί στον Ρεμπώ: επεδίωξε να είναι ο ίδιος και όχι ένας άλλος και να μιλήσει με το δικό του στόμα και όχι με δανεικό.

Το πρόβλημα με τους σύγχρονους Έλληνες κινηματογραφιστές είναι πως δεν τους αρέσει ο εαυτός τους και θέλουν να γίνουν κάτι άλλο, όπως ο Βλαχόπουλος στους Βοσκούς που ήθελε να γίνει από πλούσιος-βλάχος, αστός. Έτσι και αυτοί πασχίζουν να γίνουν Τρίερ, Χάνεκε, αδερφοί Νταρντέν, ενώ θα είχε περισσότερο ενδιαφέρον να θυμούνται πού και πού τον Καραγκιόζη: φτωχός, ξυπόλυτος και πεινασμένος, μα πάντα έτοιμος να προσβάλει τον Βεζίρη του (συχνά μουρμουρίζω: ο κινηματογραφιστής πρέπει να ξαναβρεί την αυτονομία του Καραγκιοζοπαίχτη).

Κοιτάζοντας λοιπόν την τελική λίστα, ίσως αισθανθεί κανείς αμήχανα, γιατί, ακόμη κι αν είναι συμπαθητικές οι ταινίες του Φάγκρα, του Μπουλμέτη και του Τζίτζη, εφόσον δεν υπάρχει ούτε μία ταινία του Τορνέ, του Τσιώλη ή του Πανουσόπουλου, μάλλον κάτι δεν πάει καλά. Τουλάχιστον, το δίπολο Στέλλας (Κακογιάννης)-Στρέλλας (Κούτρας) συνοψίζει με ακρίβεια τη διαδρομή της ντόπιας κινηματογραφίας –αλλαγή της κοινωνίας απ’ το 1955 στο 2009, με ταυτόχρονη στασιμότητα της κινηματογραφικής αφηγηματικής γλώσσας-, αν κι εγώ πιστεύω πως η πιο εύστοχη επιλογή ήταν ο Κυνόδοντας του Λάνθιμου, γιατί, μετά το βραβείο στις Κάννες, άλλαξε το τοπίο, λειτουργώντας όμως σαν μια στροφή που απομάκρυνε ακόμη περισσότερο τους κινηματογραφιστές από εμάς, τους θεατές, βυθίζοντάς μας σε μια απέραντη μοναξιά, δίχως εικόνες: οι ταινίες έπαψαν να μιλάνε για τη ζωή μας κι άρχισαν ν’ αναφέρονται σε μια υποθετική ζωή που θα είχαμε αν ζούσαμε κάπου αλλού.

Πάντως, εγώ δεν θα επέλεγα τον Κυνόδοντα, αλλά μερικά από τα παλιά βίντεο κλιπ του, με πρώτο και καλύτερο το Άντεξα του Σάκη Ρουβά, γυρισμένο προτού ο Λάνθιμος ανακαλύψει τον Χάνεκε. Γιατί τότε ήταν πραγματικά ο ίδιος και άντεχε –λέμε τώρα– δίπλα μας και όχι μέσω Βιέννης.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s