Corporate media: ο θριαμβευτής των αμερικανικών «ενδιάμεσων εκλογών»

Standard

του Ριντ  Ρίντσαρντσον

μετάφραση: Γιάννης Χατζηδημητράκης 

Χαρακτικό του Τζωρτζ Γκρος, από το έργο του «Το πρόσωπο της άρχουσας τάξης»

Χαρακτικό του Τζωρτζ Γκρος, από το έργο του «Το πρόσωπο της άρχουσας τάξης»

Μια μικρή ομάδα είναι ο πραγματικός θριαμβευτής των εκλογών: τα εταιρικά μέσα (corporate media).  Χάρη στην όλο και μεγαλύτερη απορρύθμιση των κανόνων χρηματοδότησης της προεκλογικής εκστρατείας των υποψηφίων, οι μεγάλες εταιρείες των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, σ’ αυτές τις ενδιάμεσες εκλογές απόλαυσαν για άλλη μια φορά έναν πακτωλό χρημάτων πολιτικής διαφήμισης. και περισσότερο από όλους, οι προνομιούχοι ιδιοκτήτες των τοπικών τηλεοπτικών σταθμών της χώρας.

Για τι ποσά μιλάμε όμως; Τα οριστικά νούμερα δεν είναι ακόμη γνωστά, όμως τα στοιχεία που έχουμε ως τα μέσα Οκτωβρίου μιλούν για 1,3 δισεκατομμύριο δολάρια για πολιτική διαφήμιση σ’ αυτές οι εκλογές, σύμφωνα με ανάλυση του Γραφείου Τηλεοπτικής Διαφήμισης (TVB). Και σ’ αυτό το ποσό δεν περιλαμβάνονται οι τελευταίες ξέφρενες εβδομάδες, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι το ποσό μπορεί να φτάσει ή και να ξεπεράσει τα 2,1 δισεκατομμύρια δολάρια που ξοδεύτηκαν το 2010.

Αλλά ακόμη και αν τα συνολικά ποσά κυμανθούν σε ελαφρώς χαμηλότερο επίπεδο από ότι τις προηγούμενες ενδιάμεσες εκλογές, οι τοπικοί τηλεοπτικοί σταθμοί μπορεί να αποκομίσουν ακόμα περισσότερα χρήματα. Αυτό συμβαίνει γιατί, σύμφωνα με μια ανάλυση του Pew Research Center, σ’ αυτόν τον γύρο εκλογών συγκέντρωσαν ένα ακόμη μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς των τηλεοπτικών διαφημιστικών δαπανών. Μετά τα τέσσερα στα πέντε δολάρια από τις δαπάνες πολιτικής διαφήμισης που εισέπραξε το 2012, η τοπική τηλεόραση το 2014 έχει καταστεί σχεδόν μονοπωλιακή, προσελκύοντας ένα εκπληκτικό 95% των χρημάτων της τηλεοπτικής πολιτικής διαφήμισης.

Ο λόγος; Σε ένα όλο και πιο πολωμένο τοπίο στα μέσα ενημέρωσης, η τοπική τηλεόραση δείχνει να είναι η τελευταία πλατφόρμα ειδήσεων που προσελκύει τηλεθεατές απ’ όλο το ιδεολογικό φάσμα. Για εκστρατείες που φιλοδοξούν να προσελκύσουν όσο το δυνατόν ευρύτερο κοινό ψηφοφόρων, η τοπική τηλεόραση έχει γίνει το καλύτερο μέσο τους.

Οι εταιρείες μέσων ενημέρωσης ξόδεψαν 8,8 δισ. δολάρια το 2013 για να αγοράσουν 290 θυγατρικούς τηλεοπτικούς σταθμούς, εξαγορές τριπλάσιες από το 2012. Επιπλέον, η συντριπτική πλειοψηφία αυτής της δραστηριότητας αφορά μόνο μερικούς μεγάλους ιδιοκτήτες τοπικών μέσων ενημέρωσης, όπως οι εταιρείες Sinclair, Nexstar, Media General, και Tribune. Ως αποτέλεσμα αυτού του συγκεντρωτισμού, οι πέντε κορυφαίες εταιρείες μέσων μαζικής ενημέρωσης κατέχουν τώρα έναν στους τρεις τηλεοπτικούς σταθμούς σε όλη τη χώρα. Μόλις πριν από 10 χρόνια, το ποσοστό ήταν περίπου ένας στους επτά. Επιπλέον, χάρη στους χαλαρούς κανόνες για το ιδιοκτησιακό καθεστώς της FCC [Σ.τ.Μ. το αμερικάνικο ΕΣΡ], σε πολλές κοινότητες μεγάλα συγκροτήματα έχουν καταβροχθίσει πολλά κανάλια, περιορίζοντας σημαντικά την πολυφωνία. Τώρα, στο ήμισυ της αγοράς των μέσων ενημέρωσης της χώρας, υπάρχουν συμφωνίες κοινής παροχής υπηρεσιών μεταξύ τοπικών τηλεοπτικών σταθμών της ίδιας πόλης ή περιφέρειας, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από το 2011.

Δεδομένου ότι αυτές οι εταιρείες ΜΜΕ επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους στην αναζήτηση επικερδούς πολιτικής διαφήμισης, η ποιότητα των ειδήσεων και η πολυφωνία συχνά υποφέρουν. Όταν οι φορείς λήψης αποφάσεων για όλο και περισσότερους τοπικούς τηλεοπτικούς σταθμούς διαμένουν σε άλλο μέρος της χώρας, είναι επόμενο να δίνουν όλο και λιγότερή έμφαση σε περίπλοκα τοπικά ζητήματα. Είναι, απλά, πιο κερδοφόρο να γεμίσουν το δελτίο με ειδήσεις από έναν σταθμό με τον οποίο συνεργάζονται ή με τον μητρικό σταθμό. Αυτός είναι ο λόγος που δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι, πέρυσι, ένας στους τέσσερις τηλεοπτικούς σταθμούς της χώρας δεν παρήγαγε πρωτότυπο ειδησεογραφικό περιεχόμενο.

Το να ανακυκλώνεις πολιτικές ειδήσεις είναι άσχημο πράγμα. Αλλά το χειρότερο είναι ότι οι τοπικοί τηλεοπτικοί σταθμοί μόλις και μετά βίας καλύπτουν πλέον την πολιτική. Σύμφωνα με μελέτη του Pew Research Center αφιερωμένη στην τοπική τηλεόραση, κατά το 2012 μόνο το 3% κατά μέσο όρο των καθημερινών ειδήσεων αφορούσαν την πολιτική και την κυβέρνηση. Αυτό σημαίνει λιγότερο από 40 δευτερόλεπτα σε ένα τυπικό μισάωρο δελτίο ειδήσεων. Έτσι, εάν το ήμισυ της χώρας μαθαίνει τις πολιτικές εξελίξεις από την τοπική τηλεόραση, στην πραγματικότητα δεν μαθαίνει και πολλά πράγματα.

Σύμφωνα με άρθρο των Los Angeles Times, η WHO-HD, θυγατρική της Tribune στο Ντε Μόιν, επέλεξε φέτος να προσθέσει μια επιπλέον ώρα τοπικών ειδήσεων στη ζώνη 4-5 μ.μ., ώστε να προκύψουν περισσότερες ευκαιρίες διαφήμισης της καυτής κούρσας για την Γερουσία. Όπως το έθεσε ο υπεύθυνος του σταθμού Dale R. Woods: «Αλλάξαμε λίγο το επιχειρηματικό μας μοντέλο ώστε να ικανοποιήσουμε τις πολιτικές απαιτήσεις».

Προσέξτε τη γλώσσα: «επιχειρηματικό μοντέλο», όχι «προγραμματισμός ενημέρωσης». Όταν τα στελέχη των τοπικών τηλεοπτικών σταθμών βλέπουν τα δελτία ειδήσεων περισσότερο ως αφορμή για διαφήμιση και λιγότερο ως ευκαιρία για να ενημερώνουν τους τηλεθεατές ή να ελέγξουν την εξουσία, τότε δεν ενδιαφέρονται να προσφέρουν ενημέρωση στο κοινό αλλά πρωτίστως να του την πουλήσουν. Επιπλέον, όταν ο τοπικός τηλεοπτικός σταθμός είναι απλώς μια γραμμή στον ισολογισμό ενός τεράστιου εθνικού εταιρικού δικτύου, η πίεση να βάλει τα έσοδα πάνω από το δημοσιογραφικό καθήκον γίνεται ισχυρότερη.

Επίσης μην παραβλέψουμε ότι όλες αυτές οι μεγάλες εταιρείες ΜΜΕ έχουν και άλλες ατζέντες εκτός από το να κερδίσουν χρήματα -συχνά πολιτικές. Σκεφτείτε το Sinclair Broadcasting Group, τον μεγαλύτερο ανεξάρτητο τηλεοπτικό σταθμό της χώρας, ο οποίος κατέχει πλέον έναν στους εννέα σταθμούς της αμερικανικής τηλεόρασης και πάνω από 50 σταθμούς σε πολιτείες με αβέβαιο αποτέλεσμα. Η Sinclair, η οποία πέτυχε την πρωτιά της μετά από μια εκστρατεία επιθετικών εξαγορών, είναι γνωστή για τις ξεκάθαρα δεξιές απόψεις της και για την απαίτηση της από όλους τους σταθμούς της να μεταδώσουν ένα ημίωρο ντοκιμαντέρ λάσπης εναντίον του γερουσιαστή Τζον Κέρι κατά τη διάρκεια των τελευταίων ημερών της προεκλογικής εκστρατείας του 2004. Αλλά αυτό δεν ήταν μεμονωμένο περιστατικό. Στην πορεία προς τις εκλογές του 2010 αλλά και του 2012, η Sinclair αντικατέστησε την κανονική ροή των ειδήσεων με «ντοκιμαντέρ» που δεν ήταν τίποτε άλλο παρά προπαγανδιστική εκστρατεία υπέρ των Ρεπουμπλικάνων. Μια ματιά στην ιστορία των χρηματικών συνεισφορών του ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού, οι οποίες πηγαίνουν συντριπτικά στους Ρεπουμπλικάνους, κάνουν σαφές ποιου κόμματος οι υποψήφιοι θέλει η Sinclair να κερδίσουν την ημέρα των εκλογών.

Σ’ αυτό το πράγμα όμως έχουν μετεξελιχθεί οι εκλογικές διαδικασίες. Για να εκλεγούν οι ηγέτες του έθνους μας, το πλούσιο 1% και εταιρείες-μεγαθήρια έχουν λάβει λευκή επιταγή να χρηματοδοτήσουν κρυφά οργανώσεις που ξοδεύουν αστρονομικά ποσά για διαφήμιση σε τηλεοπτικούς σταθμούς που ανήκουν σε άλλες εταιρείες-μεγαθήρια και πλούσιους του 1%. Με λίγα λόγια, το σύστημα πολιτικής χρηματοδότησης έχει μετατραπεί σε ένα σύστημα αναδιανομής του εισοδήματος για τους υπερβολικά πλούσιους και μια επικερδής ευκαιρία για τις μεγάλες εταιρείες μέσων μαζικής ενημέρωσης. Γι’ αυτό τον λόγο, το βράδυ των εκλογών, θα υπάρξουν χωρίς αμφιβολία άφθονες προπόσεις με σαμπάνια στα διοικητικά συμβούλια των ΜΜΕ, καθώς και ανυπομονησία για το 2016. Αλλά όλοι οι υπόλοιποι, θα μείνουμε για άλλη μια φορά με την πικρή γεύση μιας δημοκρατίας που σταδιακά αποσυνδέεται όλο και περισσότερο από τις ανάγκες του μέσου Αμερικανού.

Το άρθρο που μεταφράζεται εδώ με περικοπές, δημοσιεύθηκε στο «The Nation», στις 3.11.2014

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s