Η Αντιγόνη που δεν ενοχλεί

Standard

του Νίκου Παρασκευόπουλου

Φτάνοντας στις τελευταίες σελίδες ενός ωραίου βιβλίου, όπως το συλλογικό Αντινομίες της Αντιγόνης. Κριτικές θεωρήσεις του πολιτικού (επιμ. Έλενα Τζελέπη, μτφρ. Μιχάλης Λαλιώτης και Απόστολος Λαμπρόπουλος, Εκκρεμές, 2014) δεν αρκείται κανείς στην κατανάλωση των καρπών της απολαυστικής ανάγνωσής του. Χρειάζεται να συζητήσει. Γι’ αυτό, εν τέλει, γράφονται τα παρακάτω, έστω κι αν προσκρούουν σε αντεπιχειρήματα ή επαναλαμβάνουν κάποια ήδη γνωστά. Άλλωστε, πιθανή και κάποτε αναπόφευκτη γίνεται στις συζητήσεις μια επανάληψη θέσεων που έχουν διατυπωθεί στο παρελθόν: o Τζωρτζ Στάινερ, όπως παρατηρεί μια από τις συγγραφείς του βιβλίου (η Όλγα Ταξίδου), έχει μετρήσει πάνω από 100.000 μεταφράσεις και αναπαραστάσεις της Αντιγόνης μόνο στα γερμανικά κατά τους τελευταίους δύο αιώνες. Εκτός από το εύρος, είναι και το βάθος χρόνου που σωρεύει ιδέες: ο Αβάς Μπαρτελεμύ και ο Έγελος, η φιλοσοφία, η πολιτική και ο ρομαντισμός των τελευταίων αιώνων, ήδη επανωθούσαν το συγκεκριμένο τραγικό κείμενο στα υψίπεδα των μεγάλων θεμάτων της ανθρωπότητας.

Τζόρτζιο ντε Κίρικο, «Παρηγορητική Αντιγόνη», 1973

Τζόρτζιο ντε Κίρικο, «Παρηγορητική Αντιγόνη», 1973

Χωρίς αμφιβολία, η ιδέα της συγκεκριμένης πολυσύνθετης έκδοσης ήταν θαυμάσια. Αν ένας αναγνώστης, ειδικός π.χ., στην ψυχαναλυτική θεωρία ή στον φεμινισμό, επιλέξει να περιοριστεί μόνο στην ανάγνωση των συμβολών που του είναι επιστημονικά οικείες, τότε θα του ξεφύγει η πεμπτουσία αυτής της συλλογής, που είναι ακριβώς η πολυπρισματική θεώρηση του θέματος. Εδώ, πάντως, μπορεί να αναγνωρίσει κανείς και τη βασική δυσκολία του βιβλίου-εγχειρήματος: ο αναγνώστης που επεκτείνεται στο διάβασμα αναλύσεων από περιοχές που δεν του είναι ήδη οικείες, ώρες ώρες θα αισθανθεί αμηχανία: για να διαβάσει τον συγγραφέα Α, θα πρέπει ήδη να γνωρίζει τα κείμενα του αναφερόμενου Β και πάει λέγοντας. Μερικές φορές, λοιπόν, δεν είναι μόνο ο συγγραφέας που χρειάζεται την επιείκεια του αναγνώστη: προαπαιτείται το αντίστροφο.

Όσα ακολουθούν, λοιπόν, δεν αποτελούν ούτε βιβλιοπαρουσίαση (αυτό είναι ολοφάνερο), ούτε βιβλιοκρισία. Είναι οι κριτικές σκέψεις ενός νομικού, που πήγασαν από την ανάγνωση.

Η πολιτική διάσταση 

Το πρώτο σημείο που θα τονιστεί εδώ, ως κεντρικής σημασίας, είναι ότι ένα τραγικό έργο τόσο επιδραστικό ήδη στην εποχή της συγγραφής του δεν μπορεί να μην αφορούσε την κύρια κοινωνική σύγκρουση που τότε δονούσε το υπέδαφος των σχέσεων και του πολιτισμού. Η ανάδυση και η εμπέδωση της αρχαιοελληνικής δημοκρατίας φυσικά δεν ήταν μόνο πολιτικό θέμα: είχε βαθιές κοινωνικές διαστάσεις, αμφισβητώντας οικογενειακές εξουσιαστικές δομές, έφθανε να επηρεάζει τη γλώσσα (δημιουργία!), την τέχνη, τον ψυχισμό, τη θρησκεία (θα μπορούσε άραγε ο Πρωταγόρας να είναι πνευματικό τέκνο όχι της πόλης αλλά των γενών;), τα πάντα. Η ίδια η πολιτική διάσταση ήταν βαρύτατη, αφού η δημοκρατία πάλευε με τα γένη, με τον πολιτισμό του κοινού αίματος που ήδη πρυτάνευε στη Σπάρτη, στους Μήδους, στην Καρχηδόνα και αλλού , και έξωθεν την απειλούσε με αφανισμό. Έτσι εξηγείται βέβαια το έντονο ενδιαφέρον των Αθηναίων θεατών για τις τραγικές πράξεις των γενών, το οποίο έφθανε και στις πολυδάπανες χορηγίες και στην ενασχόληση π.χ. με τα πάθη των Περσών, σαν να ήταν οι τελευταίοι τα φιλαράκια της διπλανής πόρτας. Όντως, οι Πέρσες έμοιαζαν εκφραστές ενός διαφορετικού, αλλά οικείου στα δομικά του στοιχεία, πολιτισμού κοινού αίματος και καταγωγής.

Εκείνα επομένως τα κείμενα του τόμου που σκύβουν με προσοχή στη διαμάχη γενών – δημοκρατίας, η οποία συγκλόνιζε την εποχή-μήτρα του τραγικού, χωρίς άλλο σκάβουν βαθιά στο σκοτεινό χώμα της τραγωδίας. 

Ο θεσμός της επικλήρου και η Ιστορία του δικαίου 

Το δεύτερο σημείο μας έχει να κάνει με τις ρομαντικές και τις φεμινιστικές αναγνώσεις της Αντιγόνης. Η κριτική ιδέα εδώ εκκινεί από έναν θεσμό. Στην κλασική Ελλάδα –και όχι μόνο– συναντάται ο πατριαρχικός θεσμός της επικλήρου.[1] Αν ένα γένος έμενε χωρίς άρρενα απόγονο, τότε εμφανίζονταν οι «χηρωστές»: η κόρη έπαιρνε τα σκήπτρα του γένους, με την υποχρέωση να παντρευτεί τον εγγύτερο εξ αρρενογονίας συγγενή. Ίσως έναν εκ πατρός θείο. Ήταν η επίκληρος. Αναλάμβανε έτσι συμβολικά, αλλά και πρακτικά, τις εξουσίες και τις ευθύνες του γενάρχη. Γενάρχισσα ή φορέα κοινωνικών γονιδίων θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε προκλητικά, «Αντι-γόνη με τ’ όνομα» και με την ουσία. Από κοινωνική-συμβολική άποψη, αυτή είναι «ανδροπρεπής» κι όχι ο εκ μητρός θείος Κρέοντας.[2]

Η επίκληρος ήταν σημαντική προσωπικότητα. Ενώ η θυγατέρα δεν κληρονομεί η ίδια, μπορεί ως επίκληρος να γίνει γέφυρα ώστε να κληρονομήσουν άλλοι — υπό τον όρο βέβαια της πατριαρχικής ενδογαμίας. Κατά κάθετο τρόπο, ό,τι ήταν αιμομιξία εφόσον γινόταν με συγγενείς από την μητρική γραμμή, γινόταν θεσμός, υποχρέωση και κανονικότητα, εφόσον χωρούσε με τους εξ αίματος συγγενείς του πατέρα. Το πιο επιφανές παράδειγμα επικλήρων ήταν οι Δαναΐδες, οι Ικέτιδες του Αισχύλου. Η Αντιγόνη επίσης, μετά τον θάνατο του Ετεοκλή και του Πολυνείκη, απομένει χωρίς αδελφούς απόγονος του Οιδίποδα και οφείλει να αναλάβει τις ευθύνες-εξουσίες και λειτουργίες του γένους. Ο Αίμονας είναι ακατάλληλος κατά τους πατριαρχικούς θεσμούς υποψήφιος γαμπρός, αφού έχει πατέρα τον Κρέοντα, μητρογραμμικό θείο. Οι θεατές γνωρίζουν το μυστικό.

Η Αντιγόνη, λοιπόν, υπακούει πιστά στην εξουσία του πατριαρχικού εκείνου γένους, που μένει προσηλωμένο στα πάτρια: στο πένθος, στην κηδεία, στην ταφή, στην ενδογαμία, όπως αυτά τα ήθελε η πατριά, η εντολή του πατέρα, κι όχι όπως τα «ευτελίζει» η δημοκρατία, ή όπως σπεύδουν να τα υιοθετήσουν τα φιλικά προς αυτήν (προδοτικά!) γένη, κάποιοι Αλκμαιονίδες και λοιποί.

Παράδοξο το εξαγόμενο από τα παραπάνω: ο φεμινισμός δεν μπορεί να εκφράζεται συμβολικά από την Αντιγόνη, αλλά από τον Κρέοντα (!), που αμφισβητεί τα πατρογονικά δομικά υλικά και ήθη και προτείνει κάτι λιγότερο πειθαρχημένο προς αυτά. Το δίπολο Αντιγόνη – Κρέων δεν εκπροσωπεί την ηθική, τη μητριαρχία ή τα άγραφα ασύνειδα βάθη της ψυχής αφενός, και την εξουσία-άτεγκτο νόμο αφετέρου. Είναι δίπολο εξουσιών και νόμων: εδώ το εξουσιαστικό γένος με τους κανόνες του, εκεί η εξουσιαστική δημοκρατία με τους δικούς της.

Δεν διεκδικούν πρωτοτυπία οι παραπάνω σκέψεις. Ήδη μεταξύ των συμβολών του τόμου, αυτές των B. Honig και Ο. Ταξίδου, την ανάγνωση αυτή ευνοούν με στέρεα επιχειρήματα, αν και χωρίς αναγωγή στην επίκληρο. Εδώ διατυπώνονται τηλεγραφικά απόψεις που αν έχουν κάποια προστιθέμενη αξία, αυτό θα συμβαίνει μόνο για τα εξής.

Πρώτα, επειδή θυμίζουν ότι μια ταπεινή πλέον επιστήμη, που αφήνει αδιάφορη την αγοραία διαχείριση των γνώσεων και ελάχιστα πια καλλιεργείται, η Ιστορία του δικαίου και μάλιστα του αρχαιοελληνικού, μπορεί να εισφέρει και στην εποχή μας γόνιμες ιδέες στους διαλόγους της φιλοσοφίας και των επιστημών. Κατά δεύτερο, επειδή σήμερα ακριβώς, η μονοδιάστατη ανάγνωση που βλέπει στην Αντιγόνη και στην οικογένεια με τους κανόνες της μια επανάσταση και μια αυθορμησία, ενώ στη δημοκρατία ένα αποκρουστικό –στο πρόσωπο του Κρέοντα– κράτος, μπορεί να καταντήσει ταιριαστή με τα νεοφιλελεύθερα αντικρατικά ιδεολογήματα. Προφανώς άθελα για τους συγγραφείς, αλλά αντικειμενικά, οι συγκεκριμένες απόψεις τους γίνονται χρηστικές σε απρόσμενες κατασκευές.

Αυτή η Αντιγόνη πολιτικά δεν θα ενοχλεί τις ηγεμονίες, όπως αντίθετα τις ενοχλούν οι ιδέες της ουσιαστικής δημοκρατίας. 

Ο Νίκος Παρασκευόπουλος διδάσκει στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ

[1] Δύο ειδικές μελέτες: Μιχαήλ Τσιτσικλής, Χηρωσταί. Συμβολή εις την προϊστορίαν του ελληνικού κληρονομικού δικαίου (ανάτ.), Θεσσαλονίκη 1960· Ευαγγελία Ποδηματά, «Ο μύθος των Δαναΐδων στις Ικέτιδες του Αισχύλου και ο αττικός θεσμός του επικλήρου», Τιμητικός τόμος για τον Ιω. Μανωλεδάκη ΙΙΙ, 2007, σ. 86 κ.ε 

[2] Βλ. στο συζητούμενο εδώ έργο τις συμβολές των B. Honig (ιδίως σ. 302) και της Ο. Ταξίδου (σ. 345 κ.ε.)

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Η Αντιγόνη που δεν ενοχλεί

  1. πολύ ενδιαφέρον – να μού επιτρέψετε πάντως να προσθέσω ότι ο h.d.f. kitto, στην «αρχαία ελληνική τραγωδία» του (εκδόσεις παπαδήμας στα ελληνικά) ήταν ο πρώτος – για μένα τουλάχιστον – που είχε τολμήσει να κατεβάσει την αντιγόνη από το βάθρο της τής «αντιστεκόμενης στην εξουσία» : δεν θυμάμαι (πάνε χρόνια που το διάβασα) αν αναφερόταν και στον θεσμό τής επίκληρου, θυμάμαι όμως πως τόνιζε εντονότατα την «νεωτεριστική» πολιτική αντίληψη από τη μεριά τού κρέοντα ως προς την εφαρμογή τών «άγραφων νόμων» (εάν υπονομεύουν το «δημοκρατικό ήθος» τής πόλης), και θυμάμαι επίσης ότι είχε τολμήσει από τότε (1939 νομίζω!) να αναγάγει (αυτόν, τον κρέοντα!) σε πραγματικό ήρωα τής τραγωδίας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s