Η πολιτική οικονομία της ελληνικής κρίσης

Standard

ΑΠΟ ΤΑ «ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΘΕΜΑΤΑ» ΠΟΥ ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ

 του Ζολτάν Πογκάτσα

μετάφραση: Γιάννης Μπαλαμπανίδης

Γιάννης Τσαρούχης, "Ο σκεπτόμενος", 1947

Γιάννης Τσαρούχης, «Ο σκεπτόμενος», 1947

Από το πλούσιο τεύχος 126 των «Σύγχρονων Θεμάτων», που μόλις κυκλοφόρησε, δημοσιεύουμε αποσπάσματα από το άρθρο του Zoltán Pogátsa. Ο Pogátsa είναι διευθυντής του προγράμματος Διεθνών Οικονομικών και Επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο της Δυτικής Ουγγαρίας και εξέδωσε πριν λίγους μήνες τη μελέτη The Political Economy of the Greek Crisis, στην οποία βασίζεται και το άρθρο. Ο συγγραφέας δείχνει ότι η καθιερωμένη «γερμανική» αφήγηση για την ελληνική κρίση δεν περνάει τον πήχη μιας σοβαρής δοκιμασίας, με βάση τα αξιόπιστα στατιστικά στοιχεία και τις εμπειρικές μελέτες και προτείνει ένα διαφορετικό περίγραμμα της ελληνικής πολιτικής οικονομίας.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

 Η καθιερωμένη παγκοσμίως –ή «γερμανική»– αφήγηση για την Ελλάδα περιγράφει μια χώρα που είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για την κρίση της: ο υπέρογκος δημόσιος τομέας προκάλεσε υπέρμετρη δημόσια δαπάνη, ενώ οι πολίτες αμείβονταν με υπερβολικά υψηλούς μισθούς που, όμως, δεν ήταν διατηρήσιμοι. Εν ολίγοις, κάτι σαν τον αισώπειο μύθο του έλληνα τζίτζικα και του γερμανού μέρμηγκα. Αν αυτή η αφήγηση ήταν ακριβής, τότε το φάρμακο του Σόιμπλε και της Τρόικας θα είχε αποδειχθεί επαρκές: περικοπή του μεγέθους του κράτους και των αμοιβών των πολιτών. Περί αυτού πρόκειται, είτε το πει κανείς λιτότητα, μισθολογική συγκράτηση ή εσωτερική υποτίμηση για να χρυσώσει τεχνοκρατικά το χάπι. Δυστυχώς, όμως, αυτή η αφήγηση δεν αντέχει τη δοκιμασία των εμπειρικών στοιχείων.      

   Ακόμη και με βάση τα αναθεωρημένα στοιχεία, το επίπεδο του ελληνικού χρέους δεν αυξήθηκε σημαντικά στη διάρκεια της δεκαετίας που η χώρα βρέθηκε στην ευρωζώνη, το 2001-2009. Σύμφωνα με τη Eurostat, οι δημόσιες δαπάνες την ίδια περίοδο ήταν στον μέσο όρο της ΕΕ, χαμηλότερα από εκείνες της Γερμανίας, ενώ οι δαπάνες του ελληνικού κράτους για τους δημοσίους υπαλλήλους ήταν μόλις μισή εκατοστιαία μονάδα πάνω από τον μέσο όρο των χωρών της Ε.Ε. Ακόμη και ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων δεν ήταν πολύ μεγαλύτερος αναλογικά με τον πληθυσμό της χώρας. Το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ το μέγεθος του κράτους. Τα πραγματικά ζητήματα επί δεκαετίες ήταν τα μειωμένα δημόσια έσοδα, οι πολύ υψηλές δαπάνες για τόκους και η αποβιομηχάνιση. Κανένα από αυτά, όμως, δεν αντιμετωπίστηκε από τη λανθασμένη συνταγή της Τρόικας, που όπως συμβαίνει συνήθως με τις λανθασμένες συνταγές, επιδείνωσε την κατάσταση του ασθενούς.

   Οι αντίπαλοι του Ανδρέα Παπανδρέου συνηθίζουν να ισχυρίζονται ότι ο λαϊκισμός και οι ανεξέλεγκτες δαπάνες επί των ημερών του δημιούργησαν την εγχώρια ζήτηση που προκάλεσε αυτή την έκρηξη εισαγωγών. Σήμερα, ακόμη και η ελληνική Αριστερά παραδέχεται ότι ο Παπανδρέου ήταν λαϊκιστής, ωστόσο τα οικονομικά στοιχεία από τη δεκαετία του ’80 δεν επιβεβαιώνουν ότι αυτός ευθύνεται για την ανοδική πορεία των εισαγωγών. Στην Ελλάδα, το μερίδιο των μισθών στο ΑΕΠ ήταν χαμηλότερο από τον μέσο όρο των χωρών της ΕΕ των 15, και μάλιστα κατά τη διάρκεια της θητείας του Παπανδρέου έβαινε μειούμενο. (Στην πραγματικότητα, αυξανόταν από τη Μεταπολίτευση μέχρι και την εκλογή της κυβέρνησης Παπανδρέου, σε μια περίοδο που προηγήθηκε της εκρηκτικής αύξησης του εμπορικού ελλείμματος και του χρέους). Η ιδιωτική κατανάλωση αυξανόταν κατά λιγότερο από 1% σε ετήσια βάση μεταξύ 1981 και 1987, σε αντίθεση με την αύξηση κατά 5% τα προηγούμενα επτά χρόνια, από τη Μεταπολίτευση μέχρι την είσοδο στην ΕΟΚ. Όποια και αν ήταν η μισθολογική αύξηση, δεν μεταφράστηκε σε αυξημένη κατανάλωση. Συνεπώς, το άλμα στις εισαγωγές δεν μοιάζει να προκλήθηκε, επειδή οι Έλληνες στράφηκαν ξαφνικά στα ξένα προϊόντα.

   Απλούστατα, η είσοδος στην ΕΟΚ έγινε υπερβολικά γρήγορα, παρά τις προσπάθειες του Παπανδρέου να διατηρήσει κάποιες ρήτρες παρέκκλισης σε προστατευτική κατεύθυνση για μερικά χρόνια μετά την προσχώρηση. Η αντίθεση με τη Νότια Κορέα είναι εν προκειμένω πολύ διδακτική. Μετά από αρκετές δεκαετίες βιομηχανικής πολιτικής, όπως και η Ελλάδα, η Σεούλ απέσυρε την προστασία προς τους επιχειρηματικούς της ομίλους μόνο σταδιακά, καθώς αυτοί έμπαιναν στο διεθνές πεδίο, και ήταν πάντα έτοιμη να τους τείνει χείρα βοήθειας και συνδρομής όποτε το χρειάζονταν. Οι αναπτυσσόμενες χώρες δεν θα πρέπει να μπαίνουν με ορμή νεοφώτιστου στις ζώνες ελεύθερου εμπορίου, διότι οδηγούνται σε αποβιομηχάνιση εάν το κράτος δεν εφαρμόσει πολιτικές που να αντισταθμίζουν επαρκώς τις συνέπειες μιας τέτοιας εισόδου. Κάτι παρόμοιο συνέβη και όταν κατέρρευσε το σοβιετικό σύστημα στην Ανατολική Ευρώπη, όπου η συνέπεια της εισροής πολυεθνικών κεφαλαίων ήταν μια εξαρτημένη μορφή επανεκβιομηχάνισης.

   Και το «ακριβό» κράτος πρόνοιας που θεμελίωσε ο Παπανδρέου; Το χρηματοδοτικό κενό του δημόσιου τομέα, που διευρυνόταν στη δεκαετία του ’80, είχε τις ρίζες του στον συνδυασμό της αύξησης των δαπανών και της μείωσης των εσόδων. Ωστόσο, τα χρόνια εκείνα η δαπάνη δεν έφτασε καν στον ευρωπαϊκό μέσο όρο, καθώς αυξήθηκε λιγότερο από 10%. Η αύξηση αυτή οφείλεται στο ότι οι Έλληνες, τη δεκαετία του ’80, απέκτησαν για πρώτη φορά ένα σύστημα υγείας κι ένα ασφαλιστικό σύστημα, βήματα βελτίωσης που είχαν καθυστερήσει πάρα πολύ. Τα κράτη της Δυτικής Ευρώπης είχαν εγκαθιδρύσει προνοιακά καθεστώτα εδώ και δεκαετίες, τα περισσότερα μάλιστα αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Παπανδρέου εισήγαγε στην Ελλάδα ένα μοντέλο που ήταν επίτευγμα του πολιτισμού της ευρωπαϊκής ηπείρου, και δη οικονομικά επιτυχημένο. Δυστυχώς, οι ποικίλες μορφές του μοντέλου του προνοιακού κράτους παρέμειναν στο εθνικό επίπεδο, χωρίς ποτέ να γίνει θεμέλιος λίθος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, παρά τη ρητορική περί «κοινωνικής Ευρώπης». Η νοτιο-ευρωπαϊκή ποικιλία καπιταλισμού, που συμπεριλαμβάνει την Ελλάδα, ποτέ δεν προσέγγισε τη βορειο-ευρωπαϊκή σε ό,τι αφορά την έκταση του κράτους πρόνοιας. Επομένως, το πρόβλημα δεν ήταν ότι ο Παπανδρέου δημιούργησε κράτος πρόνοιας, αλλά ότι δεν ήταν αρκετά πολιτικά τολμηρός ώστε να το χρηματοδοτήσει από τα δημόσια έσοδα.

   Μήπως, όμως, οι μισθοί στην Ελλάδα αυξήθηκαν γρηγορότερα απ’ ό,τι έπρεπε; Ένα ενδεχόμενο σημείο αναφοράς για τη μισθολογική αύξηση στην ευρωζώνη είναι το στοχευμένο επίπεδο πληθωρισμού, που η ΕΚΤ προσδιόρισε κοντά στο 2%. Όπως έχουν δείξει οι Flassbeck και Λαπαβίτσας, εάν το κύριο στοιχείο του δείκτη πληθωρισμού είναι οι μισθολογικές αυξήσεις, τότε η άρρητη υπόθεση είναι ότι στην ευρωζώνη οι μισθοί αυξήθηκαν επίσης κατά περίπου 2%. Στην Ελλάδα, οι μισθοί αυξήθηκαν κάπως περισσότερο στη διάρκεια της περιόδου της ευρωζώνης, περίπου κατά 2,7%. Θα μπορούσε, όμως, η ανάπτυξη μέσω χαμηλών μισθών να συνιστά πρόβλημα; Δεν πρόκειται περί αρετής; Για την ευρωζώνη, όχι. Ενώ η Γερμανία γνώρισε στη δεκαετία της ευρωζώνης μικρή αύξηση της παραγωγικότητας, οι Nοτιοευρωπαίοι, μαζί και οι Έλληνες, είχαν σημαντικά υψηλότερη αύξηση τη παραγωγικότητας, ακολουθώντας τις κατευθύνσεις της Στρατηγικής της Λισαβόνας. Ακόμα, όμως, κι αν ακολουθούσαν μια πολιτική μισθολογικών αυξήσεων συνδεδεμένων με την αύξηση της παραγωγικότητας (στην πραγματικότητα, οι μισθολογικές αυξήσεις ήταν ελαφρώς υψηλότερες από την παραγωγικότητα), και πάλι δεν θα μπορούσαν να ανταγωνιστούν τη Γερμανία που μείωνε το μερίδιο των μισθών στο ΑΕΠ της κατά σχεδόν 10% κατά τη δεκαετία της ευρωζώνης. Με τον τρόπο αυτό, η Γερμανία υποκαθιστούσε την αύξηση της παραγωγικότητας με μια πολιτική μισθολογικής συγκράτησης, την εγχώρια ζήτηση με εξαγωγές, το εισόδημα των νοικοκυριών με κέρδη για τις επιχειρήσεις. Αυτή η πολιτική είναι αμφισβητήσιμη από κοινωνική άποψη στη Γερμανία, αλλά και καταστροφική για την οικονομική ολοκλήρωση της Ευρώπης. Οδήγησε σε ένα γιγαντιαίο εξαγωγικό πλεόνασμα για τη Γερμανία σε σχέση με τη Νότια Ευρώπη, προκαλώντας στη δεύτερη αυξανόμενα ελλείμματα.

 

 

 

 

Στο τεύχος 126 των Σύγχρονων Θεμάτων, στην επέτειο των τριάντα χρόνων του θανάτου του Ενρίκο Μπερλινκγουέρ, το περιοδικό παρουσιάζει αποσπάσματα από δύο κείμενά του για τη «δίκαιη λιτότητα», τον κοινωνικό μετασχηματισμό και τη δημοκρατία.

Ο Χρήστος Πιέρρος επιμελείται τον φάκελο «Οικονομική θεωρία και κρίση» με συνεντεύξεις των οικονομολόγων Ρόμπερτ Σκιντέλσκι, Μπερτράν Καντελόν και Ράνταλ Ρέι, καθώς και κείμενα των Χρήστου Πιέρρου και Γιώργου Ιωαννίδη σχετικά με τις πολιτικές και θεωρητικές συνέπειες της κρίσης. Ακόμη, ο ούγγρος οικονομολόγος Ζόλταν Πογκάτσα εξετάζει την πολιτική οικονομία της Ελλάδας, η Αριέλλα Ασέρ μελετά την ψυχανάλυση στη δίνη του αντισημιτισμού, η Χριστίνα Τσακιστράκη διερευνά τα όρια της συμβολικής λειτουργίας του δικαίου, η Μαρία Πρέκα αναζητά τα ίχνη των Αρσακειάδων διδασκαλισσών στα τέλη του 19ου αιώνα. Το τεύχος συμπληρώνουν η μόνιμη στήλη «Έπεα πτερόεντα» (Γιώργος Καραβοκύρης, Σωτηρία Λιακάκη, Κωστής Κορνέτης) και οι βιβλιοκρισίες.

 

 

 

 

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s