Ο Ιωάννης πίσω από το δέντρο

Standard

Συμβολή στη μελέτη του θέματος

Η «Καθημερινή» ολοκλήρωσε, την προηγούμενη Κυριακή, με τον  τόμο για τον Ιωάννη Μεταξά, τη σειρά των 10 Ηγετών του Ελληνισμού, που ξεκίνησαν με τον Περικλή και τον Αριστοτέλη, συνέχισαν με Μεγαλέξανδρο, Ιουστινιανό, Ρήγα Φεραίο, Καποδίστρια, Κολοκοτρώνη, Τρικούπη, Βενιζέλο (τον Ελευθέριο, όχι τον άλλο). Για την ένταξη του ηγέτη της 4ης Αυγούστου στο εθνικό πάνθεον είχαμε ξαναγράψει στα «Ενθέματα», όταν ξεκίναγε η σειρά. Ο τόμος, ωστόσο,  με την εισαγωγή του Στέφανου Κασιμάτη, θέτει καίρια ερωτήματα. Παραθέτουμε: «Η κρατούσα αντίληψη θέλει τον Μεταξά “φασίστα”. (Σημειωτέον: σε μια εποχή όπως η σημερινή, όπου ο πολιτικός πραγματισμός εξισώνεται ακρίτως με τον φασισμό…). […] Επειδή στην Ελλάδα ο θεσμός του καφενείου, τελικά, πάντα επιβάλλει τις αξίες του (και μαζί τους διάφορες πολιτικές σκοπιμότητες που συμπορεύονται), έχει καταβληθεί προσπάθεια για να μειωθεί ο προσωπικός ρόλος του Ι. Μεταξά στην 28η Οκτωβρίου». Μήπως, τελικά, δεν ήταν φασίστας o Mεταξάς; Μήπως κάποια άλλη –μη κρατούσα– άποψη τον θέλει σοσιαλδημοκράτη ή ελευθεριακό κομμουνιστή; Μήπως ο Μεταξάς ήταν φασίστας, αλλά ο Ιωάννης βαθιά δημοκράτης;

Η βιογραφική μελέτη του «Δύο Βοσκοί», που μας παραχώρησε ευγενώς ο συντάκτης της (πρωτοδημοσιεύθηκε στο facebook), απαντάει σε όλα τα ερωτήματα. Δημοσιεύουμε εκλεκτές περικοπές.

EΝΘΕΜΑΤΑ

του Στέλιου Πόραβου

Ο Ιωάννης Μεταξάς (aka Ιωάννης Μεταξάς) ήταν Έλληνας με Ρ κεφαλαίο. Γεννήθηκε το 1871 στην Ιθάκη του Καβάφη και πέθανε το 1941 στην Αθήνα του μπαρμπα-Θωμά. Από μικρός έδειξε τη φιλομάθειά του και δεν χόρταινε να διαβάζει. Επειδή η οικογένειά του ήταν οικονομικά ασθενής, για να ικανοποιήσει την ακόρεστη επιθυμία του για γνώση ξεκίνησε να διαβάζει τη μοίρα από το χέρι.

Το 1879 (σε ηλικία οκτώ ετών) γράφεται στον Παιδικό Σταθμό, που ο ίδιος θα καθιερώσει σαράντα χρόνια αργότερα, και κερδίζει μια υποτροφία το 1899 για το Βερολίνο. Με τη βοήθεια του Θεού, του διαδόχου Κωνσταντίνου και ενός ελληνογερμανικού λεξικού θα κατορθώσει να αποφοιτήσει το 1902. Στο Βερολίνο θα συνδεθεί φιλικά με έναν ράφτη, μια γάτα (κάποια αδέσποτη ή ίσως του Σρέντινγκερ) και τον Σέρλοκ Χολμς προτού ο τελευταίος αναχωρήσει αιφνιδίως για να λύσει το μυστήριο των Μπάσκερβιλ (στην πρώτη έκδοση).

Στους Βαλκανικούς Πολέμους θα διαβάσει λάθος τον χάρτη και θα βρεθεί με το στράτευμά του στην Ελβετία. Θα λάβει μέρος στον Εμφύλιο που έχει ξεσπάσει ανάμεσα στα ρολόγια χειρός και στα ρολόγια τοίχου, παίρνοντας σαφείς αποστάσεις από τα τελευταία. Θα επιδοθεί σε μια –ασύλληπτων διαστάσεων– εκστρατεία εξόντωσης των κούκων από τα ρολόγια τοίχου, ενέργεια που θα τον καθιερώσει στη συνείδηση του κόσμου ως μεταρρυθμιστή και ως τον εμπνευστή της επίσημης έναρξης της κυνηγετικής περιόδου.

Οι πρωτιές του δεν σταματάνε εδώ. Στις μέρες του θα θεσπιστούν οι κοινωνικές φυλακίσεις, η υποχρέωση να χτυπάμε την πόρτα, και αργότερα το κουδούνι (Αναθεωρητική Βουλή 1937) πριν εισέλθουμε σε ένα ξένο σπίτι, οι συλλογικές συμβάσεις εξορίας, η αναγνώριση του γυναικείου οργασμού, η απαραβίαστη δυνατότητα στο φτάρνισμα αφού έχει προηγηθεί η κάλυψη του στόματος από το δεξί χέρι και η καθιέρωση στο λούσιμο κάθε Σάββατο. Για να πλησιάσει το θυμικό των λαϊκών μαζών θα προτείνει να μην ακολουθούν τη θερινή ώρα και να γυρίζουν τα ρολόγια τους, γιατί αυτά είναι αστικές συνήθειες. Η πεποίθηση περί ανωτερότητας του ελληνικού πολιτισμού και η καθιέρωση τα γεμιστά χωρίς κιμά να λέγονται ορφανά είναι, επίσης, μεταξικής προέλευσης.

Εντούτοις, η κρατούσα αντίληψη θέλει τον Μεταξά «φασίστα».

Φασίστας με την έννοια που έχει ο όρος στην Ιστορία και στην Πολιτική Επιστήμη, δεν ήταν. Φασίστας με την έννοια που έχει ο όρος στην Αριθμητική και στην Κηπουρική μπορεί να ήταν. Οι απόψεις διίστανται. Ακόμα και σήμερα που γράφονται αυτές οι αράδες  έχουν χάσει τον ύπνο τους και οι κουκουβάγιες για να λυθεί αυτός ο γρίφος. Αν μας δίνονταν οι λέξεις φασίστας, πιανίστας, τρομπετίστας, κιθαρίστας και τα ονόματα Μεταξάς, Ραχμάνινοφ, Μάιλς Ντέιβις και Αντρέ Σεγκόβια θα δυσκολευόμασταν, στ’ αλήθεια  ν’ αντιστοιχήσουμε τις ιδιότητες με τα ονόματα.

Ο Μεταξάς είπε το Ώχι με Ωμέγα  και τα παιδιά του με τα ονόματα των γονιών του. Στις 28 Οκτωβρίου του 1940 απορρίπτει το ιταλικό τελεσίγραφο γιατί είναι γραμμένο με greeklish και πεθαίνει στις 29 Ιανουαρίου του 1941.

Απραγματοποίητη επιθυμία του ήταν να μάθει να κάνει σούζες με ποδήλατο και να δένει με ένα χέρι τα κορδόνια του. Σεμνή παρακαταθήκη του είναι το Κονιάκ που φέρει το όνομά του συνοδευόμενο με σταφίδες που φέρνουν στο μυαλό μας το πρόσωπο ενός μεταγενέστερου πρωθυπουργού.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s