Υπόθεση Χαϊκάλη: Mια πολύ σοβαρή υπόθεση

Standard

WEB ONLY- MONO ΣΤΟ ΜΠΛΟΓΚ ΤΩΝ ΕΝΘΕΜΑΤΩΝ

του Στρατή Μπουρνάζου

 Bosch_Cristo_03Έμαθα για την υπόθεση Χαϊκάλη απόγευμα Παρασκευής, ενώ ήδη είχαμε σελιδοποιήσει τα «Ενθέματα». Παρότι το άρθρο που μόλις είχα γράψει σχετιζόταν άμεσα με τα καταγγελλόμενα, προτίμησα να μην κάνω κάποια προσθήκη «επί του πιεστηρίου». Όχι επειδή το θέμα ήταν ασήμαντο αλλά τον ακριβώς αντίθετο λόγο: επειδή ήταν εξαιρετικά σημαντικό (και σκοτεινό, βέβαια), κι έτσι δεν μπορούσα το ξεπετάξω με τρεις αράδες.

Δυο μέρες μετά, η αρχική μου αίσθηση έχει ενισχυθεί. Θεωρώ, λοιπόν, πρόκειται για υπόθεση εξαιρετικά σοβαρή – και αυτό ανεξάρτητα από τη σοβαρότητα ή τη φερεγγυότητα των εμπλεκόμενων και πρωταγωνιστών.

Όποια από τις δύο εκδοχές που κυκλοφορούν και αν ισχύει (είτε έχουμε απόπειρα χρηματισμού του Π. Χαϊκάλη, είτε μια υπόθεση που «έστησαν» οι ΑΝΕΛ) το πολιτικό ζήτημα είναι τεράστιο. Στην πρώτη, η κυβέρνηση (ή η ΝΔ ή κύκλοι της) εξαγοράζει ψήφους, στη δεύτερη ένα κοινοβουλευτικό κόμμα (και ενδεχομένως σύμμαχος του ΣΥΡΙΖΑ σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας), ακόμα κι αν είναι το φαιδρότερο, στήνει μια τέτοια σκευωρία. Γι’ αυτό, όσο κι αν αηδιάζουμε από την υπόθεση (γιατί η ίδια αλλά και τα παραφερνάλιά της –γι’ αυτά γράφω πιο κάτω– έχουν κάτι εντόνως αηδές), όσο και αν το νοσηρό κλίμα που δημιουργείται αποπροσανατολίζει από πολλά άλλα σοβαρά (από τη βροχή τροπολογιών μέχρι την αποθέωση της νομιμοποίησης των καταπατήσεων και της υφαρπαγής δημόσιας γης), δεν μπορούμε να την προσπεράσουμε.

Ωστόσο, η διαπίστωση αυτή είναι μόνο η αφετηρία της συζήτησης. Δεν μπορούμε να μείνουμε στο είτε-είτε (είτε χρηματισμός είτε σκευωρία), όσο κι αν αυτό είναι ίσως βολικό, όση απόγνωση κι αν μας δημιουργεί ότι πρέπει να βουτηχτούμε στον βούρκο για να βγάλουμε άκρη. Δεν μπορούμε, πιστεύω, ως υπεύθυνα πολιτικά όντα, να πούμε ότι μπορεί να ισχύει το ένα μπορεί και το άλλο, είναι και τα δυο αηδή, και αφού εμείς δεν έχουμε σχέση, ας τα ξεκαθαρίσουν μεταξύ τους. Και δεν μπορούμε να το πούμε, ακριβώς επειδή δεν γίνεται να ισχύουν και τα δύο, και έχει μεγάλη πολιτική σημασία τι ισχύει. Ούτε μπορούμε να ξεφορτωθούμε την υπόθεση, επαφιέμενοι στη δικαιοσύνη (αν και ασφαλώς πρέπει να απαιτούμε τη δικαστική διερεύνηση, τάχιστα). Σε ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, οφείλουμε να τοποθετηθούμε· όχι ως ντετέκτιβ, δικαστές ή παντογνώστες. Τοποθετούμαι λοιπόν, με τη διάθεση να μοιραστώ δημόσια τις θέσεις μου, αλλά και επειδή θεωρώ ότι η τοποθέτηση (με τον κίνδυνο της διάψευσης) είναι στοιχείο πολιτικής υπευθυνότητας.

α) Πιστεύω ότι  υπάρχουν στοιχεία που υποδεικνύουν ότι η καταγγελία είναι σοβαρή και βάσιμη (και πρωτίστως το ίδιο υλικό), ενώ δεν έχουμε κάποιο χειροπιαστό στοιχείο που να την κλονίζει σοβαρά. Όλα τα αντίθετα που έχουν ειπωθεί (η αφερεγγυότητα των ΑΝΕΛ, η φαιδρότητα και η εμπλοκή Καμμένου σε σκοτεινές υποθέσεις, το πολιτικό όφελος των ΑΝΕΛ), παρότι τα συμμερίζομαι, δεν στοιχειοθετούν ενδείξεις για να θεωρήσουμε ότι η υπόθεση «στήθηκε» από τον Καμμένο-Χαϊκάλη.

Αν ήταν έτσι, τότε στην υπόθεση Καισιδιάρη-Μπαλτάκου, θα έπρεπε να θεωρήσουμε εξαρχής το βίντεο χαλκευμένο, αφού ο Κασιδιάρης είναι εξ ορισμού ραδιούργος, συνωμότης και αφερέγγυος. Και όμως το βίντεο το πήραμε στα σοβαρά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υποληπτόμαστε στο ελάχιστο τον Κασιδιάρη. Στην παρούσα υπόθεση, μάλιστα, μια σειρά στοιχεία που λέγονται για να κλονίσουν την αξιοπιστία της καταγγελίας (ότι οι ΑΝΕΛ είναι «ψεκασμένοι», ότι ο Αποστολόπουλος διατηρούσε στενές σχέσεις με τον Καμμένο) ενισχύουν, στα μάτια μου, τη φερεγγυότητά της. Γιατί είναι προφανές ότι οι ενδιαφερόμενοι ούτε τον Γλέζο ούτε την Παπαρήγα ούτε τον Δρίτσα ούτε τον Άγιο Φραγκίσκο θα προσέγγιζαν· κάποιον «ψεκασμένο» και πολιτικά κοντινό θα έψαχναν, και θα τον προσέγγιζαν μέσω κάποιου προσώπου που θα ενέπνεε στον προσεγγιζόμενο εμπιστοσύνη, προσωπικά και πολιτικά. Συνέχεια ανάγνωσης

Εκλογή προέδρου: το νέο σαξές στόρυ

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

1-stratisΘέλοντας κανείς να συζητήσει τις εξελίξεις που συνδέονται με την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας πρέπει να ξεπεράσει έναν διπλό σκόπελο. Αφενός, κάποια πράγματα είναι τόσο προφανή που δεν αξίζουν σχολιασμό (λ.χ. το ότι οι 160 ψήφοι συνιστούν ήττα της κυβέρνησης). Αφετέρου, κάποια άλλα πράγματα (τα σενάρια για αλλαγή υποψηφίου στην τρίτη ψηφοφορία) είναι τόσο αβέβαια, που πάλι δυσκολεύεται να τα σχολιάσει κανείς, καθώς δεν μπορεί να διακρίνει τι είναι βάσιμο, τι αβάσιμο, τι τρολιά και τι υποβολιμαίο. (Πάντως, σε ορισμένα δημοσιεύματα, όπως το παλαιότερο της ιταλικής Republica, ότι ο Α. Σαμαράς ήθελε τον… Βαγγέλη Μαρινάκη για Πρόεδρο –της Δημοκρατίας, όχι του Ολυμπιακού–, εκεί τρολ και ανάλυση έσονται τα δύο εις σάρκαν μία). Στην ενδιάμεση ρευστή περιοχή, που αυτές τις μέρες συχνά θυμίζει κινούμενη άμμο, θα προσπαθήσω να κινηθώ, με μια μεγαλύτερη έλξη προς τον πρώτο πόλο (καθώς το να λες κάτι προφανές είναι μάλλον προτιμότερο από την αρλουμπολογία).

***

Ξεκινάω λοιπόν από το προφανές. Από όποια πλευρά κι αν το δει κανείς, και για όποιους λόγους και αν συνέβη αυτό, οι 160 ψήφοι (μόλις πέντε παραπάνω από την ψήφο εμπιστοσύνης και τα Ναι στον προϋπολογισμό) συνιστούν σοβαρή ήττα της κυβέρνησης. Πέραν όλων των άλλων, όταν, ως κυβέρνηση, με δική σου πρωτοβουλία, έχεις επισπεύσεις την προεδρική εκλογή, διακηρύσσοντας παντοιοτρόπως ότι θα τους βρεις τους 180, τότε το «μείον είκοσι» συνιστά σαφή αποτυχία. Συνέχεια ανάγνωσης

Μια κραυγή

Standard

 του Νίκου Χατζηνικολάου

8b-xatzinikoaloyΟ λόγος για μια παράσταση: κείμενο, μουσική, κινούμενες εικόνες, ένας ρυθμός ξέφρενος, μια γροθιά στο στομάχι.

Στο Θέατρο της οδού Κυκλάδων-Λευτέρης Βογιατζής ο Άρης Μπινιάρης, ο Τάκης Βαρελλάς κι ο Βασίλης Γιασλακιώτης έκαναν Το Θείο Τραγί του Σκαρίμπα μανιφέστο. Βέβαια ήταν γλωσσικό μανιφέστο. Τόκαναν ροκ μανιφέστο. Σχολίασαν τη γλώσσα με κινούμενες εικόνες, σχολίασαν τις κινούμενες εικόνες με μπάσο και τύμπανα.

Ο σαρκασμός, η καταγγελία, μια αναρχική διεκδίκηση ισότητας απέναντι στους Κυρίους. «Τα Έθνη, οι πολιτείες, οι τόποι, δεν έχουνε σύνορα στον δικό μας το χάρτη και τα δυο ημισφαίρια μας πέφτουνε λίγα. Η ζωή μας δεν ανέχεται όρια. Εμείς ένα σύνορο ξέρουμε : της ζωής και του θανάτου». Αυτά ο Σκαρίμπας.

Ο Άρης Μπινιάρης πήγε το πράγμα πάρα πέρα. Η δεκαετία του ’30 κι ο φασισμός να μαίνεται. Οι δυνάμεις της τάξης και η ανωτερότητα της φυλής. Συνέχεια ανάγνωσης

Ημερολόγιο σχολείου. «Kι εγώ πάλι σαν μαθήτρια»: η ημέρα μιας καθηγήτριας

Standard

της Γιάννας Μπακάλη

8a-bakali

Γιώργος Μαυροΐδης, «Το παράξενο φως», 1984

Η ώρα είναι περίπου 8 το πρωί. Διασχίζω το προαύλιο, προχωρώντας για το γραφείο. Παιδιά στην αυλή, άλλα όρθια, άλλα καθισμένα στο τοιχάκι της εισόδου περιμένουν τους φίλους και συμμαθητές τους να έρθουν, κάποιοι με σκυμμένο το κεφάλι διαβάζουν, αποκομμένοι από το πρωινό τοπίο του σχολείου. Κάποιο διαγώνισμα, σκέφτομαι. Στο γραφείο άλλοι τρέχουν να βγάλουν φωτοτυπίες, πρόσθετο υλικό για μελέτη ή τα διαγωνίσματα της πρώτης ώρας, κάποιοι σχολιάζουν την επικαιρότητα, αθλητική ή πολιτική, με ύφος ζωηρό.

Η πρωινή συγκέντρωση, προσευχή και ανακοινώσεις. Τα παιδιά με υπομονή ακούνε. Πρόσωπα άτονα, χέρια στις τσέπες, πλάτες φορτωμένες με βιβλία. Η πρώτη ώρα στην Τρίτη Λυκείου, Αρχαία Κατεύθυνσης. Πρόσωπα κουρασμένα από το διάβασμα, τους αδυσώπητους ρυθμούς στο κυνήγι της επιτυχίας, αγωνία, άγχος, κούραση, φόβος αν θα τα καταφέρουν, σημειώνουν, ρωτούν… Κάποιοι άλλοι, εκεί στη συνοικία των πίσω θρανίων, νιώθουν ότι έχουν χάσει «το τρένο» της εκπαιδευτικής επιτυχίας· το όνειρο των σπουδών χάθηκε γι’ αυτούς σε κάποιο σημείο της εκπαιδευτικής ζωής τους. Πιο αδιάφοροι, βαριούνται, αδημονούν να χτυπήσει το κουδούνι, νιώθουν πως ό, τι συμβαίνει δεν τους αφορά. Μόλις χτυπήσει, πετάγονται έξω. Κι όμως σε αυτά τα παιδιά, τους «αδιάφορους» μαθητές, κρύβονται δημιουργικά μυαλά, ευφυΐα, ευαισθησία και αγωνίες, που το εκπαιδευτικό σύστημα αγνοεί, καθώς μόνο η ακαδημαϊκή αριστεία μετράει. Αυτά τα παιδιά όμως είναι η αληθινή πρόκληση για τον δάσκαλο… Συνέχεια ανάγνωσης

Φορομπήχτου λάθη

Standard

του Στράτη Μυριβήλη

6-miriviliss Διαχρονικοί φόροι. «Αυτοί δεν θα αφήσουν τίποτα αφορολόγητο», λένε οι πολίτες εδώ και τέσσερα χρόνια. Θα φορολογήσουν και τον αέρα που αναπνέουμε, αλλά και το πόσες φορές κάνουμε έρωτα. Όταν είχε ανακοινωθεί η φορολόγηση (μέσω ΕΝΦΙΑ) των παμπάλαιων αγροτόσπιτων, των «νταμιών», στη Λέσβο κάποιοι διαμήνυσαν στον βουλευτή της Λέσβου, και παλιό υπουργό Πολιτισμού, Νίκο Σηφουνάκη ότι θα τα γκρεμίσουν. Αυτά εξαιρέθηκαν, όμως δεν συνέβη το ίδιο και με τα κλειστά προσφυγικά σπίτια, αυτά στα οποία οι Μικρασιάτες πρόγονοί μας στέγασαν τις οικογένειες και τον πόνο τους. Ίσως να γίνει σε εύθετο προεκλογικό χρόνο, με την αντίστοιχη πολιτικάντικη εκμετάλλευση.

Η φορολόγηση διάφορων αγαθών με σκοπό την αύξηση των εσόδων είναι διαχρονική. Το 1927 προστέθηκε φόρος στη ζάχαρη από τον υπουργό Οικονομικών Γεώργιο Καφαντάρη. Με αφορμή το γεγονός, ο Στράτης Μυριβήλης δημοσιεύει, στην εφημερίδα Ταχυδρόμος της Μυτιλήνης, στις 12 Μαΐου, το χρονογράφημα «Φορομπήχτου λάθη». Σ’ αυτό με το περιπαιχτικό, ιδιαίτερο γράψιμό του σατιρίζει τη φορολόγηση καθημερινών αγαθών, τη φοροαποχή διαφόρων επώνυμων γνωστών Μυτιληνιών, οι οποίοι ενίσχυσαν τον προεκλογικό αγώνα του Καφαντάρη, αλλά και την αφέλεια των συμπολιτών του για την πίστη στις προεκλογικές φορολογικές υποσχέσεις. Το γράψιμό του τσακίζει!

Αριστείδης Καλάργαλης        

Μα για στάσου να συνεννοηθούμε, κύριοι!

Δεν μπορώ να καταλάβω επί τέλους γιατί αυτή η οργή των νοικοκυραίων κατά τού κ. Καφαντάρη και των αποστόλων του, η οποία εκδηλώνεται κατ’ αυτάς μέσα στα μπακάλικα την ώρα που πρόκειται να αγοράσουν τη ζάχαρη με την πρόσθετον φορολογίαν την οποίαν ο Ευρυτάν, όπως τον λέει ο εκ Γέρας φίλος Μίδης ή Τιτάν, εφόρτωσε κατά το τελευταίον εικοσιτετράωρον εις την ράχιν των αγαθών ποιμένων οι οποίοι είδον τον πεντάκτινον αστέρα της Οθωμανικής Τραπέζης κατά τας τελευταίας εκλογάς.

Μήπως είχατε την αξίωσιν να φορολογήσει τα κουπόνια του καλού Τιντίνου, ο οποίος εθυσίασε στις εκλογές χάριν της επιτυχίας του «Ευρυτάν» δεκάδας χιλιάδων δραχμών καθώς και 3 κιλά λίπους; Ή μήπως εφαντασθήκατε ότι θα καλέσει τον κ. Κατσακούλην να βοηθήσει με ένα ποσοστόν των εκατομμυρίων του το πενόμενον Δημόσιον Ταμείον, αφού ήδη ο άνθρωπος του παρεχώρησεν αμισθί το πολυτελές του μέγαρον ως εκλογικόν κέντρον; Συνέχεια ανάγνωσης

Οι τριάντα τρεις μέρες: Τα Δεκεμβριανά και το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα

Standard

του Τάσου Τρίκκα

Μπόρις Κουστόντιεφ, «Ο μπολσεβίκος», 1920

Μπόρις Κουστόντιεφ, «Ο μπολσεβίκος», 1920

Όσοι έλαβαν μέρος, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στη μεγάλη ανθρώπινη περιπέτεια του περασμένου αιώνα, την υπόθεση του κομμουνισμού, αισθάνθηκαν την ανάγκη, μετά το «συγκλονιστικό 1989» –χρονιά της κατάρρευσης της ΕΣΣΔ– να εγκύψουν σ’ έναν βαθύ αναστοχασμό γύρω από την κατάθεση ζωής, που αντιπροσώπευε η στράτευσή τους, αναστοχασμό που είχε πυρήνα του το πολυδιάστατο ιστορικό εγχείρημα που φιλοδόξησε «να αλλάξει τον κόσμο». Ένα κίνημα ιδεολογικό, κοινωνικό και πολιτικό, που αφύπνισε και έφερε πελώριες μάζες στο προσκήνιο της Ιστορίας, ένα φαινόμενο πολιτισμικό, μια έκρηξη ελπίδας με εσχατολογική προοπτική, όπως θα έλεγε ο Ερνστ Μπλοχ.

Δεν είναι στις προθέσεις του σημειώματος αυτού η αξιολογική προσέγγιση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, της εξέλιξής του και του ρόλου του δικού του «Βατικανού» — του μακαρία τη λήξει Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης. Οι σκέψεις που ακολουθούν αφορούν τη βαθιά διάσταση ανάμεσα στην έξαρση και την ανάταση, που δημιουργεί από τη μια μεριά η κινητοποίηση ψυχής τε και σώματος, στο πλαίσιο ενός συλλογικού αγώνα για δικαιοσύνη, ελευθερία, ισότητα, και, από την άλλη, η βίαιη, τις πιο πολλές φορές, αναγκαστική προσγείωση, που επιφέρει κάποια στιγμή η αναπόφευκτη εμπλοκή με τη ρεαλπολιτίκ. Αφορμή για τις σκέψεις αυτές, η επέτειος ενός δικού μας ιστορικού γεγονότος: της «ματωμένης Κυριακής», της 3ης Δεκεμβρίου 1944 και του έπους των τριάντα τριών ημερών που ακολούθησαν. Συνέχεια ανάγνωσης

Το κεφάλαιο επιστρέφει στη γη (από την οποία δεν έφυγε ποτέ)

Standard

Η κυβέρνηση της Αριστεράς πρέπει να ανακτήσει τη δημόσια γη και να προσπαθήσει να τη μετεξελίξει σε κοινή κτήση

συνέντευξη του Κωστη Χατζημιχαλη στη Μαρία Καλαντζοπούλου

Με την ευκαιρία του βιβλίου του «Κρίση χρέους και υφαρπαγή γης» στη σειρά Ριζοσπαστική σκέψη, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΚΨΜ

Έργο του Στάθη Ανδρουτσάκη

Έργο του Στάθη Ανδρουτσάκη

Θα ξεκινήσω την κουβέντα από κάτι που θεωρώ πολύ ενδιαφέρον: την εξήγηση που δίνεις στο βιβλίο για το πώς το εγχείρημα υφαρπαγής της γης εγγράφεται σε ένα παγκόσμιο εγχείρημα αναδιάρθρωσης της συσσώρευσης και άσκησης βιοπολιτικής εξουσίας – κάτι το οποίο, μολονότι εκφάνσεις του που αφορούν την επίθεση στην ιδιωτική και δημόσια γη είναι αισθητές σχεδόν σε όλους, ως συνολικό εγχείρημα δεν είναι προφανές, συχνά ούτε για την Αριστερά.

Νομίζω ότι, στη «θεσμική Αριστερά» –και εννοώ την Αριστερά που είναι οργανωμένη σε πολιτικά κόμματα–, δεν είναι κατανοητή η σημαντική αλλαγή που συνέβη στην Ελλάδα από τα μέσα-τέλη της δεκαετίας του ’80, αλλά σε παγκόσμιο επίπεδο πολύ νωρίτερα: η σταδιακή υπερίσχυση εκείνων των κλάδων της οικονομίας οι οποίοι δίνουν κέρδη χωρίς να βασίζονται σε παραγωγικές επενδύσεις. Δηλαδή, δίνουν κέρδη υπό τη μορφή ενοικίων. Ενοίκιο με την έννοια της προσόδου: από μετοχές, από άλλα χρηματοπιστωτικά προϊόντα, από ασφάλειες, από real estate και γαιοπρόσοδο από επενδύσεις σε γη, οι οποίες έχουν εκτιναχθεί παγκοσμίως από τη δεκαετία του ’80 και σ’ εμάς, στην Ελλάδα, από τη δεκαετία του ’90.

kxΑυτό όμως, συνοδεύεται από έναν πολύ μεγάλο περιορισμό της φορολογικής βάσης στα εθνικά κράτη, γιατί όλα αυτά τα κέρδη έχουν τη δυνατότητα να αποκρύβονται ή να μεταφέρονται σε φορολογικούς «παραδείσους» κλπ. Παράλληλα, βλέπουμε μια σταδιακή απομείωση των παραγωγικών κλάδων –πάντοτε ως ποσοστιαία συμμετοχή στο ΑΕΠ–, όπως η βιομηχανία, η γεωργία, η ενέργεια, οι επενδύσεις σε δημόσια έργα κλπ. Το δημόσιο χρέος που προκύπτει συνιστά, με τη σειρά του, έναν μηχανισμό πολιτικού ελέγχου, έναν μηχανισμό αναδιανομής εισοδημάτων σε μια κατεύθυνση φτωχοποίησης του πληθυσμού και άσκησης της γεωπολιτικής εξουσίας. Αυτό, πιστεύω, φωτίζει με έναν διαφορετικό τρόπο τη σημασία της γης όπως τη γνωρίζαμε μέχρι τώρα, και ιδιαίτερα της γης που δημιουργεί γαιοπρόσοδο. Γιατί με αυτό τον τρόπο συμβάλλει στη δημιουργία κερδών από μη δεδουλευμένη εργασία, κερδών, δηλαδή, τα οποία δεν έχουν προέλθει από κάτι συσχετισμένο με την παραγωγή. Και εκεί νομίζω εγγράφεται σήμερα η άνοδος της σημασίας της γης ως υποδοχέα επενδύσεων πλέον καθαρά κερδοσκοπικού χαρακτήρα από πολύ μεγάλες επιχειρήσεις και, κυρίως –αυτό που αλλάζει πάρα πολύ το υπόδειγμα των επενδύσεων σε γη– από τους λεγόμενους «θεσμικούς επενδυτές». Είναι παγκόσμια τάση. Η Ελλάδα δεν εξαιρείται από αυτήν, απλώς είχε μια χρονική καθυστέρηση και σήμερα, η τάση αυτή συμπίπτει με την κρίση χρέους η οποία επιταχύνει τις διαδικασίες υφαρπαγής κυρίως δημόσιας γης.

Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, «Οπωροπωλείον “O Απόλλων”», 1939

Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας,
«Οπωροπωλείον “O Απόλλων”», 1939

Προχωρώντας, τώρα στον προβοκατόρικο, αν μου επιτρέπεις, τίτλο «Το κεφάλαιο επιστρέφει στη γη», θα σε ρώταγα: «Και πότε έφυγε;».

Δεν έφυγε ποτέ. Έβαλα τον τίτλο, όπως λες προκλητικά, γιατί επιστρέφει στη γη με ένα διαφορετικό τρόπο. Ένα παράδειγμα: Οι περιφράξεις που έκαναν οι γαιοκτήμονες, από τον 16ο αιώνα και μετά, προφανώς χρησιμοποιούσαν τη γη έχοντάς την αποκόψει από τα κοινά· την έκαναν με βία ιδιωτική. Ο Άνταμ Σμιθ και αργότερα βέβαια με κριτικό τρόπο ο Μαρξ υπογραμμίζουν τη διαφοροποίηση μεταξύ εισοδημάτων που προέρχονται από την παραγωγή, από ενοίκια και από τόκους. Σήμερα, ενώ έχουμε ακόμα τη μεγάλη γαιοκτησία –και παράλληλα τη μικρή ιδιοκτησία, η οποία έχει μεγάλη σημασία στην ελληνική περίπτωση– το κεφάλαιο επιστρέφει στη γη ακολουθώντας σειρά τάσεων, σε παγκόσμιο επίπεδο, που βλέπουμε να εφαρμόζονται και στην Ελλάδα. Μπορούμε να τις κατατάξουμε σε δυο μεγάλες ομάδες. Η πρώτη αφορά τις μορφές κεφαλαίου που επενδύουν σε γη, ενώ η δεύτερη τους κλάδους και τις διαδικασίες με τις οποίες γίνονται αυτές οι επενδύσεις, καθώς και τις πολιτικές και κοινωνικές συγκυρίες, τις οποίες προϋποθέτουν.

Ποιοι επενδύουν στη γη; Εκτός από τους κλασικούς μεγαλοκεφαλαιούχους, έχουμε την εμφάνιση των θεσμικών επενδυτών. Ολόκληρα κράτη υφαρπάζουν σήμερα τεράστιες εκτάσεις γης στην Αφρική, είτε για την άμεση παραγωγή τροφής για τους κατοίκους τους είτε για να έχουν απόθεμα στο μέλλον. Επίσης, τράπεζες, ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά ταμεία. Τα σουηδικά συνταξιοδοτικά ταμεία, π.χ., αγοράζουν τεράστιες ιδιωτικοποιημένες δημόσιες εκτάσεις στις πρώην ανατολικές χώρες. Το ίδιο κάνουν και το MIT, το Harvard, το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια: αγοράζουν μισοτιμής εκτάσεις στη Λατινική Αμερική, την Αφρική και την Αυστραλία. Και, τέλος, εργαστήρια ιατροφαρμακευτικών εταιρειών ή πανεπιστημίων που υφαρπάζουν γη για να έχουν το δικαίωμα του ελέγχου της βιοποικιλότητας σε περιοχές όπου υπάρχουν μεγάλα φυσικά αποθέματα. Αυτή λοιπόν η πολυμορφία των επενδυτών δεν υπήρχε παλιά. Είναι κάτι που συμβαίνει στα τέλη του 20ού-αρχές του 21ου αιώνα. Συνέχεια ανάγνωσης