Το σύστημα έχει φτάσει στα ιστορικά του όρια

Standard

«Μια αριστερή κυβέρνηση στην Ελλάδα θα είναι πολύ σημαντική για όλο το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι»

συνέντευξη του Κωνσταντίνου Τσουκαλά, με την ευκαιρία της κυκλοφορίας της «Γυμνής βασίλισσας» (εκδ. Καστανιώτη)

4-tsoykalas

Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς σπίτι του. Φωτογραφία του Γιώργου Οικονομόπουλου.

Η Γυμνή βασίλισσα. Έργα και ημέρες του οικονομικού λόγου, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη, παρότι μιλάει για την οικονομία και την κυριαρχία της, δεν είναι ένα βιβλίο οικονομικό. Είναι ένα έργο συνολικό, με το οποίο ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς επιβεβαιώνει, για άλλη μια φορά, ότι είναι ένας πολιτικός στοχαστής, με όλη τη σημασία του όρου, και επίσης κατεξοχήν Ευρωπαίος: τόσο επειδή η οπτική του είναι ευρωπαϊκή και διεθνής όσο και γιατί συνομιλεί, όπως και με τα προηγούμενα έργα του, με τους μεγάλους ευρωπαίους ομοτέχνους του. Η Γυμνή Βασίλισσα (που είναι, βέβαια, η οικονομία, και ιδίως η νεοφιλελεύθερη οικονομία) υπερβαίνει τις επιστημονικές εξειδικεύσεις και κλάδους, μέσα από ένα συνολικό πρίσμα. Και το κάνει με γραφή σαφή και απλή (σε σχέση και με προηγούμενα βιβλία του), και συγχρόνως πλούσια, που αντλεί από πολλές επικράτειες, πέραν της θεωρίας και της φιλοσοφίας, όπως η τέχνη, η λογοτεχνία, η ιστορία. Ένα έργο που, με βαθιά πολιτική αγωνία, ανοίγει ζητήματα και θέτει καίρια ερωτήματα, χωρίς να δίνει εύκολες ή τελεσίδικες απαντήσεις. Γιατί, όπως λέει, «είτε το θέλουμε, είτε όχι, η πανούργα Ιστορία μάς περιμένει στη γωνία».

Στρ. Μπ.

Ανιόλο Μπροντζίνο, «Αλληγορία του Χρόνου (λεπτομέρεια), 1545

Ανιόλο Μπροντζίνο, «Αλληγορία του Χρόνου (λεπτομέρεια), 1545

Θα ξεκινήσω από μια διαπίστωση η οποία, όπως γράφεις, αποτελεί κεντρικό άξονα της Γυμνής βασίλισσας ότι το σύστημα έχει φτάσει στα έσχατα ιστορικά του όρια.

Το κεντρικό ερώτημα που θέτω στο βιβλίο δεν είναι επιστημονικό, αλλά πολιτικό: Αν και υπό ποίους όρους το παγκοσμίως εξελισσόμενο νεοφιλελεύθερο σύστημα είναι δυνατόν να αναπαραχθεί. Και όταν λέω αναπαραχθεί, εννοώ αν οι ολοένα οξυνόμενες υφέρπουσες αντιφάσεις είναι δυνατόν να θεραπευθούν ή να αρθούν με τα μέσα τα οποία δίνει το σύστημα στις πολιτικές εξουσίες.

Μέχρι τώρα, στο πλαίσιο των εθνικών κρατών, είτε αυτά ήταν δημοκρατικά είτε αυταρχικά είτε φιλελεύθερα είτε ακόμα φασιστικά, το καπιταλιστικό κράτος είχε μια θεμελιώδη ευθύνη: την ευθύνη να αναπαραγάγει το σύστημα. Kαι το έκανε μέσα από θεσμούς και μηχανισμούς, εν ανάγκη μετατρεπόμενο σε κράτος έκτακτης ανάγκης. Εδώ, ακριβώς, πιστεύω, έγκειται η κρισιμότητα των σημερινών καιρών. Η παγκοσμιοποίηση, αν δεν έχει καταλύσει, έχει αμβλύνει εξαιρετικά, σε σημείο πρωτοφανές, την παρεμβατική ικανότητα των κατεστημένων πολιτικών εξουσιών, των κρατών και, κατ’ επέκταση, των οργανωμένων κοινωνών. Το αποτέλεσμα είναι οι μεγάλες αποφάσεις για το παρόν και το μέλλον των λαών να μην παίρνονται από τα κράτη – εξαιρώ τα πολύ μεγάλα κράτη (ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα)· μιλάω για όλα τα άλλα, τα περισσότερα, και προφανώς για την Ελλάδα.

Οι μεγάλες αποφάσεις, λοιπόν, λαμβάνονται από αυτό που ονομάζουμε αγορές. Οι αγορές δεν είναι η αγορά. Η αγορά ήταν μια ιδέα, μια fictio, ένα πλάσμα, ένα αφηρημένο σύστημα ισορροπιών ανάμεσα σε ελεύθερα αναπτυσσόμενες δυνάμεις. Ενώ οι αγορές είναι ένα κέντρο λήψης αποφάσεων, το οποίο προσπαθεί να επιβάλει –και το καταφέρνει σε μεγάλο βαθμό– τα συγκροτημένα και εξειδικευμένα συμφέροντα, τα οποία εκπροσωπεί.

Αποφασίζουν λοιπόν οι αγορές, και όχι τα κράτη. Οι αγορές, όμως, λειτουργούν βάσει του κοντόφθαλμου οικονομικού τους συμφέροντος, της άμεσης κερδοσκοπίας. Υπό τους όρους αυτούς, δεν υπάρχει πια ένας κεντρικός μηχανισμός νόμιμης εξουσίας, όπως τα κράτη, που να έχει ως κύριο αντικείμενο την αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων στο εσωτερικό των κοινωνιών.

Το σύστημα πλέον δεν διαθέτει τη δυνατότητα άμεσων παρεμβάσεων, με στόχο τη μακρόπνοη συντήρησή του. Είναι ένα σύστημα το οποίο επιβάλει μια ολοένα και μεγαλύτερη κοινωνική, επομένως και πολιτική, ετερονομία και που, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, παραδόξως, λειτουργεί ολοένα και πιο αυταρχικά!

«Κρίση αναπαραγωγής» όμως είχαμε και άλλες φορές στο παρελθόν. Είναι μια κατάσταση διαφορετική η σημερινή.

Βέβαια. Έχουμε μια κρίση πολιτισμική, αν θεωρήσουμε ότι η έννοια γένους, η πιο ευρεία έννοια, είναι ο πολιτισμός. Από έναν πολιτισμό που είχε κεντρική αξία την αυτονομία της αυτοθεσμιζόμενης κοινωνίας έχουμε οδηγηθεί σε έναν ετερόνομο πολιτισμό, όπου κυριαρχούν οι εξωγενείς δυνάμεις. Η ΤΙΝΑ (There Is No Altertanative) είναι ένας κλειστός μονόδρομος, χωρίς εναλλακτικές. Όλα ρυθμίζονται ή απορρυθμίζονται στο τώρα, στο σήμερα. Αναρωτιέμαι όμως αν είναι δυνατόν να υπάρξει ένα προδιαγεγραμμένο μέλλον χωρίς συγκρούσεις και τριγμούς, άρα χωρίς ανατροπές και επαναστάσεις. Αυτό, θα έλεγα, είναι το μείζον ερώτημα τα επόμενα τριάντα ή σαράντα χρόνια: τι μπορεί να είναι η Ιστορία, από τη στιγμή που ορισμένοι πιστεύουν ότι τελειώνει;

Καθώς λοιπόν το σύστημα είναι σε κρίση, φτάνει στα όριά του, σε κρίση βρίσκονται και οι βασικές αξίες, όλες οι «μεγάλες λέξεις της πολιτικής νεωτερικότητας», όπως τονίζεται και στο βιβλίο.

Όλες αυτές οι έννοιες έχουν χάσει τη σημασία τους. Δημοκρατία, ασφαλώς, εξακολουθούμε να έχουμε, τύποις· δεν έχουμε δικτατορία. Ευτυχώς. Αλλά η δημοκρατία αυτή δεν επιτρέπει στον «κυρίαρχο λαό» να αποφασίζει ελεύθερα για το μέλλον του. Κυριαρχία δεν υπάρχει πια, ούτε εθνική ούτε λαϊκή. Φτάνουμε δηλαδή σε μια εποχή μετακυριαρχική, μεταδημοκρατική ή, αν θέλετε, μετα-αντιπροσωπευτική. Στο πλαίσιο αυτό δεν υπάρχει γενικό συμφέρον, όπως και αν το ορίσει κανείς.

Ας δούμε, π.χ., τρεις εμβληματικές λέξεις της νεωτερικότητας, το τρίπτυχο της Γαλλικής Επανάστασης: Ελευθερία-Ισότητα-Αδελφότητα. Τι έχουμε; Πλήρη ελευθερία σε ό,τι αφορά την επιδίωξη του κέρδους, αλλά οι άλλες ελευθερίες, οι οποίες δειλά δειλά και με κόπο θεσπίστηκαν βάλλονται πανταχόθεν. Η ελευθερία της κίνησης και της έκφρασης έχουν πληγεί, το δικαίωμα στην παιδεία, στην πρόσβαση στην υγεία έχει καταρρακωθεί, η ελευθερία του αυτοπροσδιορισμού έχει φιμωθεί.

Όσον αφορά την ισότητα, τώρα. Πάντα ήταν μια λέξη συμβολική, ένας στόχος, ένα πρόταγμα, σήμερα όμως η μόνη ισότητα η οποία προβάλλεται ως ευκταία είναι η «ισότητα ευκαιριών», η οποία δεν είναι τίποτα άλλο παρά οργανωμένη ανισότητα, στις ταξικές κοινωνίες όπου ζούμε. Είναι μια καραμέλα, την οποία πιπιλίζουν όλες οι άρχουσες ιδεολογίες, για να αποφύγουν να μιλήσουν για ισότητα.

Η αδελφότητα τώρα –ή αλληλεγγύη αν προτιμάτε, όπως «μεταφράζουν» πολλοί τον όρο σήμερα– έχει μπει στα χρονοντούλαπα της Ιστορίας.

Ρόμπερτ Μπερένυ, «Γυναικείο γυμνό στο κρεβάτι» (λεπτομέρεια), 1907

Ρόμπερτ Μπερένυ, «Γυναικείο γυμνό στο κρεβάτι» (λεπτομέρεια), 1907

Πώς μπορούμε όμως να επανανοηματοδοτήσουμε αυτές τις λέξεις σήμερα;

Είναι εξαιρετικά δύσκολο. Ανάμεσα στα άλλα, οι αναγκαιότητες οι οποίες επιβάλλονται από τα εξωθεσμικά κέντρα εξουσίας είναι τόσο πιεστικές, τόσο ψυχαναγκαστικά παρούσες, ώστε καθίσταται εξαιρετικά δύσκολο να προσδώσουμε συγκεκριμένο κοινωνικό και ιδεολογικό νόημα σε αυτές τις λέξεις που έχουν πάψει να αποτελούν αφετηρία ρυθμίσεων.

Ένα παράδειγμα. Νομίζω ότι δεν έχουμε καταλάβει (και δεν μιλάω για την Ελλάδα μόνο) την τεράστια τομή η οποία επιχειρείται μέσα από τους φορολογικούς «παραδείσους» ή τις εξωχώριες οντότητες, οι οποίες ανέκαθεν υπήρχαν αλλά απέκτησαν θηριώδη δύναμη τα τελευταία είκοσι χρόνια. Τι σημαίνει αυτό; Ότι, ακόμα και de jure, το μεγάλο κεφάλαιο έχει εξασφαλίσει το πλήρες απυρόβλητο, σε σχέση με οποιαδήποτε συγκροτημένη, κρατικά οργανωμένη εξουσία. Φτάσαμε σε ένα σημείο όπου δεν υπάρχει κανένα κανονιστικό πλαίσιο για τη λειτουργία των κεφαλαίων. Το Washington Consensus λέει ότι όλα τα κεφάλαια κινούνται ελεύθερα και προστατεύονται ανεξάρτητα με το πού βρίσκονται. Αυτές οι εξωχώριες μορφές δεν είναι τίποτα άλλο από την κατάργηση κάθε κανονιστικού, κρατικού ή άλλου, ελέγχου. Μέσα από τις εξωχώριες κατοχυρώσεις, το κεφάλαιο είναι πλέον σε θέση να απαλλαγεί από τις προαιώνιες ηθικές, αξιακές ή κανονιστικές μορφές που μείωναν την απόλυτη ισχύ του. Το ίδιο ισχύει και για το περίφημο δίκαιο του Σίτυ του Λονδίνου.

 Το πρίσμα μας, σε όλη τη συζήτηση, είναι η Ευρώπη, η Δύση. Αν βάλουμε όμως στην οπτική μας τη Λατινική Αμερική, τα δεδομένα, τα πολιτικά τουλάχιστον, τροποποιούνται.

Kαταρχάς, θα έλεγα ότι η Λατινική Αμερική, πολιτισμικά, είναι μέρος του δυτικού κόσμου. Είναι ένα από τα κομμάτια της Δύσης — και αυτοί παιδιά του Διαφωτισμού είναι, και στο όνομα των ίδιων αξιών οδηγούνται σε εκρήξεις και αμφισβητήσεις. Η Λατινική Αμερική, αλλά και το διαφαινόμενο εκρηκτικό μείγμα αντιδράσεων που αρχίζουν και εμφανίζονται, διάσπαρτες, στην Αμερική και την Ευρώπη, μας δείχνουν ότι οι προεκτάσεις της κρίσης είναι άδηλες και ανεξέλεγκτες.

Αλλά για αυτό που με ρωτάς θα ανατρέξω στον Αντόρνο και την καταπληκτική αλληλογραφία του με τον Τόμας Μαν. Σε κάποιο σημείο λέει ότι, παρόλες τις αρνητικές διαστάσεις και προεκτάσεις της ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, τελικά –δεν το λέει έτσι ρητά, εγώ το αναδιατυπώνω– ελπίζει στη Δύση. Και επισημαίνει ότι οι μη δυτικοί πολιτισμοί, τα τελευταία διακόσια χρόνια, όντας καθημαγμένοι μέσα από τα οριενταλιστικά κατακτητικά σχήματα, αναγκάστηκαν να εξελιχθούν ως κακέκτυπα ενός δυτικού πολιτισμού, τον οποίο μιμούνται. Οι σχέσεις τους με τη Δύση υπήρξαν σχέσεις αγάπης και μίσους, έλξης και απώθησης.

 Αφού μιλήσαμε για αντιδράσεις, θέλω να σημειώσω ότι σε μια σειρά κινήματα, από το Occupy Wall Street μέχρι την Αραβική Άνοιξη και τους Αγανακτισμένους, τα ζητήματα της δημοκρατίας και της ισότητας ήταν κεντρικά.

Όλα αυτά δείχνουν ότι υπάρχει ένα υφέρπον ηφαίστειο, το οποίο, αν και δεν εκρήγνυται, κοχλάζει. Είναι κινήματα ετερογενή, πολύμορφα, ναι. Αλλά σάματις πριν εμφανιστεί το οργανωμένο κομμουνιστικό κίνημα, οι αντιδράσεις δεν ήταν διάχυτες, αντιφατικές και άμορφες; Το νέο δεν μπορεί να εμφανιστεί αλλιώς, παρά σαν κάτι το απρόβλεπτο. Και γι’ αυτό ακριβώς πιστεύω ότι η δυναμική της Ιστορίας, έστω κι αν φαίνεται αδιέξοδη, θα οδηγήσει την ανθρωπότητα σε νέες λύσεις. Καπιταλισμός υπάρχει εδώ και τριακόσια χρόνια. Είναι μονάχα μια στιγμή. Πιστεύουμε αφελώς ότι η Ιστορία είπε την τελευταία της λέξη; Η Ιστορία δεν λέει ποτέ την τελευταία της λέξη: όπως λέει κάπου ο Γκαίτε, τίτλοι τέλους δεν πέφτουν ποτέ. Όταν είμαστε μέσα στο γίγνεσθαι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο από το να παίζουμε και να στοιχηματίζουμε με το γίγνεσθαι.

 Θα επιμείνω λοιπόν στο τρίπτυχο της Γαλλικής Επανάστασης. Ποιο νέο περιεχόμενο μπορεί να πάρει;

Ας αφήσουμε κατά μέρος την έννοια «αδελφότητα», που είναι κάπως ηθικοπλαστική. Θα μείνω στις άλλες δύο, τις βασικές έννοιες που κατασκευάστηκαν από τη νεωτερικότητα: την Ελευθερία και την Ισότητα. Οι δύο αυτές έννοιες, λογικά, στο βάθος είναι ασύμβατες. Διότι η ατομική ελευθερία σημαίνει ότι τα άτομα έχουν τη δυνατότητα να κάνουν ό,τι θέλουν, και ισότητα σημαίνει ότι υπάρχει κάποιος μηχανισμός ο οποίος τα αναγκάζει να υπακούσουν σε ένα σύστημα κοινών για όλους προδιαγραφών, σε ένα κοινό για όλους μέτρο.

Λογικά ασύμβατες, ωστόσο, δεν σημαίνει και ιστορικά ασύμβατες. Γιατί, ιστορικά, όλο το σύστημα ιδεών που συγκρότησε τον δυτικό πολιτειακό λόγο εμπνεύστηκε από την ανάγκη να συνθέσει την ελευθερία με την ισότητα, να περιορίσει την ελευθερία χάριν της ισότητας και την ισότητα χάριν της ελευθερίας. Αυτή η σύνθεση, η οποία υπήρξε θεμελιώδης στην ιστορία των ιδεών και του πολιτισμού, αναφέρεται στην άρθρωση, στην κατασκευή ενός δίπολου, το οποίο επί τριακόσια χρόνια βρισκόταν στο επίκεντρο του προβληματισμού γύρω από το ζήτημα του ιδεώδους καθεστώτος.

Σε όλα όσα λες, θα πρόβαλα έναν προφανή αντίλογο: ότι κομμάτι του δυτικού πολιτισμού, εκτός από την ελευθερία, την ισότητα, τη δημοκρατία είναι και η αποικιοκρατία, ο ναζισμός — που δεν είναι απλώς «κηλίδες», είναι κάτι πολύ παραπάνω.

Προφανώς! Θα απαντήσω αναφερόμενος στην Αρνητική Διαλεκτική του Αντόρνο και του Χορκχάιμερ: ο Διαφωτισμός εμπεριέχει τις προϋποθέσεις της ανατροπής, της αναίρεσής του· δεν μπορεί να θεωρηθεί ένα οριστικά προοδευτικό σύστημα, το οποίο μας οδηγεί νομοτελειακά στο καλύτερο, στην αέναη πρόοδο. Απεναντίας, μπορεί να μας οδηγήσει σε παλινδρομήσεις, βαρβαρότητες, καταστροφές. Ο Αντόρνο, στην αλληλογραφία του, που ανέφερα παραπάνω, δεν ελπίζει ότι η σωτηρία, το ex Oriente lux, θα οδηγήσει σε νέα σχήματα. Αντιθέτως, φαίνεται να πιστεύει ότι ο δυτικός πολιτισμός εμπεριέχει μέσα τα σπέρματα τόσο της καταστροφής όσο και της ελπίδας. Δεν μπορούμε, λοιπόν, να μην επισημαίνουμε τα αδιέξοδα του δυτικού πολιτισμού, αλλά και να μην ελπίζουμε ότι, κάποτε, θα κεφαλαιοποιήσουμε τις κατακτήσεις του.

Θα μου επιτρέψεις, εδώ, μια παρέκβαση: οι πολιτισμικές προεκτάσεις του ναζισμού είναι πάμπολλες. Θα μνημονεύσω μία, αυτό που η Χάνα Άρεντ ονομάζει «κοινοτοπία του κακού». Η λογική της υποταγής στις εντολές απαλλάσσει πάσης ευθύνης τον υποτασσόμενο, και έτσι το οποιοδήποτε «κακό» είναι πιθανό και αποδεκτό. Θα ισχυριζόμουν ότι κάτι αντίστοιχο συμβαίνει σήμερα, όχι σε σχέση με την υπακοή στον Χίτλερ ή την ανείπωτη φρίκη του ναζισμού (φυσικά, και το τονίζω, αυτό δεν σημαίνει, κατά κανέναν τρόπο, ότι ζούμε μια κατάσταση αντίστοιχη με αυτή που επέβαλε ο ναζισμός), αλλά όσον αφορά την ανθρώπινη εξαθλίωση. Η εξαθλίωση, η καταστροφή των ανθρώπων, με εγκατάλειψη των ανθρώπων στην αθλιότητα της μοίρας τους, θεωρείται ως αδυσώπητο και άτεγκτο αποτέλεσμα αντικειμενικών «ορθολογικών» μηχανισμών. Με αυτή την έννοια, επομένως, η εξαθλίωση έχει γίνει γενικά αποδεκτή, άρα και κοινότοπη. Εδώ ακριβώς είναι το πρόβλημα: κάνοντας κοινότοπη την εξαθλίωση, βγάζουμε την εξαθλίωση από την καθημερινή μας σύγκρουση ιδεών, τη θεωρούμε αυτονόητη, τη συγχωρούμε και την αντιπαρερχόμαστε. Αυτό είναι από τα μείζονα πολιτισμικά προβλήματα, τα οποία μας έχει επιβάλει η κυρίαρχη άποψη σήμερα: ότι αποδεχόμαστε την εξαθλίωση ως αναγκαία. Όμως, μια κοινωνία που συναποδέχεται την εξαθλίωση αρθρώνει έναν λόγο που είναι ο ίδιος ηθικά άθλιος. Όπως ο Μαρξ μιλάει για τη φιλοσοφία της αθλιότητας και την αθλιότητα της φιλοσοφίας, μπορούμε να μιλήσουμε για τη σκέψη της αθλιότητας, που αποδέχεται την εξαθλίωση, για την αθλιότητα της ίδιας της σκέψης. Σε κάθε ιστορική περίοδο, η επιλογή των αποδεκτών προβλημάτων και, σε αντιδιαστολή με εκείνα, των προβλήματα που θεωρούνται λελυμένα δείχνει το πολιτισμικό και ηθικό επίπεδο της κοινωνίας. Από τη στιγμή που δεν θεωρούμε ότι η αθλιότητα πρέπει να είναι κύριο αντικείμενο πολιτικής διαμαρτυρίας, σύγκρουσης και διαπραγμάτευσης, ο πολιτισμός μας δεν καρκινοβατεί απλώς, αλλά οπισθοδρομεί, και μάλιστα ραγδαία.

Αναφέρεσαι σταθερά, και στη συζήτησή μας και στο βιβλίο, σε αυτή την παράδοση των ευρωπαϊκών αξιών. Ποια σχέση όμως έχει η Ε.Ε. του 2014 με αυτήν;

Αν απαντούσα με μία λέξη θα έλεγα: ελάχιστη. Τα πράγματα όμως είναι πιο σύνθετα. Αρχίζω λοιπόν με τη δήλωση ότι το ευρωπαϊκό πείραμα είναι από τα σημαντικά εγχειρήματα στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, για να φτιαχτεί μια νέα συμπολιτεία, να την πω έτσι, με στόχο, πρώτον, την κατάργηση των πολέμων και, δεύτερον, τη δημιουργία μιας ευρύτερης πολιτικής και κοινωνικής οντότητας, που θα μπορούσε να πραγματώσει τις ευρωπαϊκές αξίες. Η προσπάθεια αυτή θεωρώ ότι έφτασε στο απόγειό της με τον Ντελόρ, τον τελευταίο Ευρωπαίο ηγέτη που σκεφτόταν με προοπτική ετών, που ονειρευόταν μια Ευρώπη που θα έλυνε τις μεγάλες αντιφάσεις του προπολεμικού ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Δεν τα κατάφερε. Η Ευρώπη σήμερα είναι φερέφωνο των αγορών, που σκέφτονται μόνο βραχυπρόθεσμα. Μιλάμε συχνά για τα συμφέροντα της Γερμανίας, για τη Μέρκελ που επιβάλλει τις θελήσεις και τα συμφέροντά της. Το ζήτημα όμως είναι βαθύτερο: Οι ευρωπαϊκές ηγεσίες σήμερα σκέφτομαι κοντόφθαλμα, σκέφτονται πώς θα βγάλουν το επόμενο εξάμηνο, τον επόμενο χρόνο. Δεν είναι δυνατόν να υπάρξει καλό ευρωπαϊκό μέλλον, αν δεν αλλάξει η νοοτροπία αλλά και η δομή των εξουσιών στην Ε.Ε. Θα είναι δράμα αν εκραγεί η Ε.Ε., αλλά θα είναι επίσης δράμα αν εξακολουθήσει να λειτουργεί όπως σήμερα. Δεν πιστεύω, πάντως, ότι το σύστημα μπορεί να αναπαράγεται αδιατάρακτα με τον τρόπο που το έκανε μέχρι τώρα. Και γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό, για το ευρωπαϊκό πλέον γίγνεσθαι, αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα: το ενδεχόμενο δηλαδή, ολοένα και πιο πιθανό, μιας αριστερής κυβέρνησης.

 Θα ήθελα να μείνουμε σε αυτή την «ελληνική ιδιαιτερότητα».

Για πρώτη φορά, τα τελευταία δέκα –για να μην πω πενήντα– χρόνια υπάρχει το σοβαρό ενδεχόμενο σε μια χώρα της ΕΕ να αρχίσει να αμφισβητείται η κατεστημένη ευρωπαϊκή ηγεσία και οι κατεστημένες μορφές βραχυπρόθεσμων και κοντόφθαλμων λύσεων των προβλημάτων. Και το μεγάλο στοίχημα, βέβαια, είναι οι ελληνικές εξελίξεις να έχουν πολλαπλασιαστικό χαρακτήρα. Αλλιώς, είναι προφανές ότι μια αριστερή κυβέρνηση στην Ελλάδα δεν μπορεί να λειτουργήσει μόνη της. Εάν όμως μια αριστερή κυβέρνηση στην Ελλάδα –ή αλλού– έχει πολλαπλασιαστικές προεκτάσεις και εάν ένα μεγάλο κομμάτι της Ευρώπης θέσει επί τάπητος τις καταστατικές αρχές βάσει των οποίων θέλει να λειτουργήσει η Ε.Ε., τότε μπορεί να υπάρξει ένας από κοινού λειτουργών ευρωπαϊκός λαός. Και τότε θα έχουμε να κάνουμε με μια νέα Ευρώπη.

Φυσικά, κάθε τέτοιο ενδεχόμενο θα είναι σπαρμένο με αγκάθια, καθώς και η συμμαχία με άλλες δυνάμεις εκτός Ελλάδας. Το δημοκρατικό ιδεώδες και το συμφέρον του λαού έρχεται σε αντίθεση με δυνάμεις τεράστιες, που ξεπερνάνε τη χώρα, ξεπερνάνε τους θεσμούς, ξεπερνάνε ό,τι γνωρίζαμε έως τώρα. Το παιχνίδι θα είναι σκληρό, πάρα πολύ σκληρό, πριν και μετά τις εκλογές. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είμαι απαισιόδοξος.

Από πού μπορούμε να αντλήσουμε, λοιπόν, αισιοδοξία;

 Η δύναμη της Αριστεράς έχει θεμέλιο και βάση τον λαό· αυτή είναι η μεγάλη δυσκολία, αλλά και η ευκαιρία, και από εκεί πηγάζει και η αισιοδοξία. Στο μέτρο, άλλωστε, που εξακολουθεί κανείς να θέλει να μετέχει στο γίγνεσθαι, με οποιονδήποτε τρόπο (είτε τέχνη κάνει είτε επιστήμη είτε πολιτική) η απαισιοδοξία συνιστά contradictio ad rem. Μετέχει κανείς στο γίγνεσθαι, γιατί θεωρεί ότι μπορεί να συμβάλει σε κάτι το οποίο θέλει να γίνει, κάτι στο οποίο πιστεύει. Αλλιώς, τα παρατάει. Και εγώ, προσωπικά, δεν έχω καμία διάθεση να παραιτηθώ από τον λόγο και τη συνείδησή μου. Δεν μου μένει, λοιπόν, τίποτα άλλο παρά να παραμένω αισιόδοξος, και να γίνομαι πιο αισιόδοξος.

 Τη συνέντευξη πήρε ο Στρατής Μπουρνάζος

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s