25 του Γενάρη: ένας σεισμός ευεργετικός

Standard

To 15o τρίλεπτο των «Ενθεμάτων», στο «Πολιτιστικό Ημερολόγιο» στο Κόκκινο 105.5, την Παρασκευή 30 Ιανουαρίου.  Στο μικρόφωνο ο Στρατής Μπουρνάζος.

 

Γεια σας, στο μικρόφωνο ο Στρατής Μπουρνάζος από τα Ενθέματα της Αυγής. Καλώς σας βρήκαμε πάλι, έπειτα από μια βδομάδα που άλλαξε ήδη τόσα πολλά στην Ελλάδα, και προσδοκούμε ότι θα αλλάξει και άλλα, και στη χώρα μας και στον κόσμο όλο. O διπλός εκλογικός σεισμός επιγράφεται ένας ωραίος συλλογικός τόμος που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Θεμέλιο για τις διπλές εκλογές του Μαιου και του Ιουνίου του 2012. Και αν χαρακτηρίσουμε σεισμό τις αναμετρήσεις του 2012, πώς να ονομάσουμε εκείνη της περασμένης Κυριακής, μεγασεισμό, σεισμό μεγατόνων. Αλλά αν είναι κάτι ιδιαίτερο σε αυτό τον σεισμό της 25.1  δεν είναι μόνο το μέγεθός του, αλλά ότι ακολουθήθηκε από πολλούς άλλους μετασεισμούς και όλους με ευεργετικά αποτελέσματα. Με δυο λόγια άνθισε ξανά το χαμόγελο στο πρόσωπο των ανθρώπων, κι αυτό το βλέπεις καθημερινά όπου κι αν πας. Συνέχεια ανάγνωσης

Στα Ενθέματα αύριο 1η Φεβρουαρίου

Standard

Κείμενα των: Μαρίας Καλαντζοπούλου, Ιωάννας Μεϊτάνη, Τζοάνα Μπερκ, Δημήτρη Ιωάννου, Στρατή Μπουρνάζου, Ζερόμ Ρόος, Σερζ Αλιμί, Ντάνιελ Τρίλινγκ, Μπασκάρ Σουνκάρα, Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου, Μιχάλη Μπαρτσίδη, Γιόρις Λέβερινκ, Νίκου Σαραντάκου, Ανέτ Βιβιορκά

Η ΟΡΚΩΜΟΣΙΑ

Η Μαρία Καλαντζοπούλου και η Ιωάννα Μεϊτάνη σχολιάζουν τη συμβολική σημασία των κινήσεων του Αλέξη Τσίπρα την ημέρα της ορκωμοσίας του :

Vincent van Gogh -Enclosed field with rising sun, 1889

Vincent van Gogh -Enclosed field with rising sun, 1889

Ζητήματα τιμής και συνείδησης, της Μαρίας Καλαντζοπούλου. «Ο νέος πρωθυπουργός, γεννημένος και μεγαλωμένος μετά το πέρας των διώξεων της ιστορικής ιδεολογικής του παράταξης, αναλαμβάνοντας την ευθύνη της διακυβέρνησης, δεν διαβεβαιώνει μόνο την πολιτεία και τον σημερινό –ζώντα– λαό. Σπεύδει να διαβεβαιώσει, στην τιμή και τη συνείδησή του, χωρίς λόγια αυτή τη φορά, τους νεκρούς και την Ιστορία. Περνώντας μέσα από το στενό μονοπάτι που περπάτησαν τόσοι μελλοθάνατοι αγωνιστές, στέκεται μπροστά σε έναν χιλιοματωμένο τοίχο στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής και παίρνει τη δική του συνειδησιακή αμπάριζα για τη συνέχεια»

Ψηλά στις αρχικές μας τις πηγές, της Ιωάννας Μεϊτάνη. «όπως παρατήρησε η φίλη, ο καθένας μας, πριν κάνει κάτι πολύ σημαντικό, γυρνάει για μια στιγμή στην πηγή της δύναμής του, στη βάση του: άλλος στη μάνα του, άλλη στην πίστη της, ο τρίτος στον εαυτό του. Ο Τσίπρας γύρισε στον τόπο μνήμης του αντιφασιστικού αγώνα για να πάρει δύναμη από την τιμή των εκτελεσμένων αντιστασιακών. Για να δώσει στίγμα και βάθος στη δικιά του τιμή, στην οποία μόλις είχε ορκιστεί.

Η ιστορία του πόνου: από την προσευχή στα παυσίπονα.  Μια συνέντευξη της Τζοάνα Μπερκ στον Δημήτρη Παπανικολάου για την ιστορία της βίας και των συναισθημάτων, την πολιτική χρήση του πόνου και το ρόλο του δημόσιου διανοούμενου σήμερα. «Εμπειρίες πόνου δεν προκύπτουν «φυσικά», αλλά πάντα σε διαπραγμάτευση με το κοινωνικό περιβάλλον. Από τη στιγμή της γέννησής τους, τα βρέφη μυούνται σε πολιτισμούς του πόνου. Καθώς ωριμάζουν, τα άτομα που είναι υπεύθυνα για την κοινωνικοποίησή τους δίνουν προσοχή σε ορισμένα δάκρυά τους και σε άλλα όχι· τους χτυπούν τα χέρια όταν τα φέρνουν κοντά στη φωτιά· κάποιες πληγές τις φιλάνε για να περάσουν, άλλες όχι· κάποιες μελανιές τις παραβλέπουν. Έχει διαφορά αν είσαι αγόρι ή κορίτσι. Έχει σημασία αν είσαι φτωχός. Οι άνθρωποι που πονούν μαθαίνουν είτε να υποφέρουν σιωπηλά είτε να κάνουν σαματά. Ο πόνος, λοιπόν, δεν είναι ποτέ ιδιωτικός, αλλά συνδέεται πάντα με μια διαπραγμάτευση κοινωνική.» Συνέχεια ανάγνωσης

Venceremos, το λοιπόν!

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

Κυριακή 25 Ιανουαρίου. Mια μέselida 1ρα που προμηνύεται λαμπρή. Και όταν ο ήλιος θα έχει πια γείρει, εκεί κατά τις εφτά το βράδυ, όταν οι κάλπες κλείνουν και ξανανοίγουν για την καταμέτρηση, μια ακόμα πιο λαμπρή νύχτα θα ανατείλει.

Γιατί όμως η διαφαινόμενη (μεγάλη) νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και η κυβέρνηση της Αριστεράς φωτίζει τις καρδιές και τα πρόσωπά μας; Επειδή θα ξεφορτωθούμε τον Σαμαρά, τον Βορίδη και τον Βενιζέλο; Σίγουρα! Επειδή θα απαλλαγούμε από το άγος της μπαλτάκειας διακυβέρνησης; Ασφαλώς! Επειδή προσδοκούμε να δούμε –ας μου επιτρέψουν οι αβροί αναγνώστες– τον Πρετεντέρη με μια προβοσκίδα να; Και γι’ αυτό! Επειδή ζούμε την «ελληνική ώρα της Ευρώπης και την ευρωπαϊκή ώρα της Ελλάδας», όπως έγραψε στα προπροηγούμενα «Ενθέματα» ο Αντώνης Λιάκος; Ναι! Επειδή ο μονόδρομος ίσως να μην είναι μονόδρομος και η ελπίδα ανθίζει; Ναι, ναι, και για δεκάδες άλλους λόγους ναι — ο καθένας ας προσθέσει τον δικό του. Αλλά για την ειδική κατηγορία, στην οποία ανήκουν οι περισσότεροι αναγνώστες αυτής της εφημερίδας, τους αριστερούς και τις αριστερές εννοώ, υπάρχουν δύο ιδιαίτερα στοιχεία που κάνουν τη μέρα μοναδική.

Το ένα έρχεται από το παρελθόν. Είναι η βαριά σκιά των απόντων, το παλίμψηστο της ιστορίας μας. Ένα κόκκινο, κατακόκκινο νήμα, που μας πάει τουλάχιστον στα χρόνια της Αντίστασης, που ενώνεται με τα μεγάλα ευρωπαϊκά και διεθνή κινήματα του περασμένου αιώνα, αντιφασιστικά, εργατικά, δικαιωματικά, νεολαιίστικα, διεθνιστικά, και φτάνει στο σήμερα. Δεν μιλάω αφηρημένα, δεν μιλάω από τη σκοπιά του «αναλυτή» ή του ιστορικού του μέλλοντος που θα αποφανθεί αν η 25.1.2015 θα γραφτεί με Χρυσά Γράμματα στις Δέλτους της Ιστορίας. Σας γράφω, γραφέας υπηρεσίας και πολεμικός ανταποκριτής από το στρατόπεδο των συναισθημάτων. Γιατί αυτό το παρελθόν μας διαπερνά, είναι μέσα μας, πυρπόλησε τη νιότη μας και συνεχίζει να φωτίζει τις ζωές μας. Μιλάω για τους νεκρούς μας, για διαδρομές και μνήμες που ζωογονούν το σήμερα. Για την προσωπική μας ιστορία, τους αγώνες και τις δικές μας στιγμές, από τις πιο μεγάλες μέχρι και τις πιο μικρές (μικρές, αλλά ανεκτίμητες, ένας Ροζ Πάνθηρας που ξεπηδάει από τα αυτοκολλητάκια της ΣΑΦ, στη Φιλοσοφική του ’80), τις βλέπω να περνάνε καρέ καρέ μπροστά μου, καθώς ακούω το Bella Ciao στην Πανεπιστημίου. Η τυραννία της μνήμης, η ευλογία της μνήμης. Συνέχεια ανάγνωσης

Η κοινωνική απογραφή ως αφετηρία ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων

Standard

του Γιώργου Καλπαδάκη και του Γιώργου Κοτσυφάκη

Παντού και πάντοτε, η οικονομική πραγμάτευση πληθυσμιακών θεμάτων υποτάσσεται στα πολιτικά ιδεώδη και στα συμφέροντα […] περισσότερο από κάθε άλλο τομέα της καθεστηκυίας οικονομικής σκέψης.

Gunnar Myrdal, Population problems and politics, 1938

Κάζιμιρ Μάλεβιτς, "Επαρχία", 1912

Κάζιμιρ Μάλεβιτς, «Επαρχία»

Τα αρνητικά ισοζύγια γεννήσεων-θανάτων, οι γερασμένες πληθυσμιακές δομές και η αθρόα μεταναστευτική εκροή των πιο παραγωγικών ηλικιών –εν ολίγοις, αυτό που αποκαλείται «δημογραφικό πρόβλημα»– θα τίθεται επιτακτικότερα στο δημόσιο διάλογο όσο θα αναδεικνύονται ευκρινέστερα οι βαθύτερες επιπτώσεις της λιτότητας στην κοινωνία. Το μείζον ζητούμενο τότε θα είναι ποιες πολιτικές δυνάμεις θα έχουν διεκδικήσει να το νοηματοδοτήσουν — που πάει να πει, σε ποιο αξιακό πλαίσιο θα ενταχθεί η αντιμετώπισή του. Είναι σημαντικό να κατανοηθεί ότι το δημογραφικό αποτελεί το κάτοπτρο μέσα από το οποίο διακρίνονται ορατότερα οι θεμελιακές αντινομίες των δυνάμεων που εφάρμοζαν πολιτικές λιτότητας κατά τα προηγούμενα χρόνια. Κατ’ ουσίαν, ενώ έθεταν τη «διαιώνιση του ελληνικού έθνους» ως ύψιστη προτεραιότητα, λειτούργησαν ως πολιορκητικοί κριοί για τη συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας που απέβη άκρως διαλυτική για τη δυνατότητα αναπαραγωγής των γενεών.

Με πρόταγμα έναν εν πολλοίς προσχηματικό φιλογεννητισμό και επωδό την ανάγκη παροχής φειδωλών επιδομάτων στις πολύτεκνες οικογένειες, το πιο ορατό τμήμα των ανησυχούντων για το δημογραφικό εμφορούνταν από αντιδραστικές και νεοδαρβινικές αντιλήψεις για την αναμόρφωση του εργασιακού περιβάλλοντος· φρονούσαν ότι οι εργαζόμενες γυναίκες κωφεύουν «εγωιστικά» στο φυσικό κάλεσμα της μητρότητας και χαρακτήριζαν «τσιγκούνηδες» (όπως τους αποκάλεσε και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας σε πρωτοχρονιάτικο μήνυμα προς τις πολύτεκνες οικογένειες το 2011) όσους «περιορίζονται» στο ένα παιδί· αναφέρονταν στις εκτρώσεις — στις οποίες το 2012 η Ελλάδα πρώτευε πανευρωπαϊκά, σύμφωνα με την Eurostat ως προϊόν όχι της κρίσης, της ανεργίας και του φόβου για το μέλλον αλλά των «χαλαρών ηθών»· αποσιωπούσαν, τέλος, τα πολλαπλά οφέλη για τη χώρα από τον μεταναστευτικό παράγοντα προβάλλοντας ως βασικούς υπαίτιους για τη φυγή των γηγενών εργαζομένων στο εξωτερικό αλλά ακόμα και για την υπογεννητικότητα τους «λαθρομετανάστες». Συνέχεια ανάγνωσης

Πόλεμος και Επανάσταση ή πώς ξαναγράφουμε από την αρχή μια Βαλκανική Ιστορία

Standard

του Δημήτρη Σταματόπουλου

Δαβίδ Μπουρλιούκ, «Επανάσταση», 1917

Δαβίδ Μπουρλιούκ, «Επανάσταση», 1917

Το ξέσπασμα των ευρωπαϊκών επαναστάσεων, καθ’ όλη τη διάρκεια του μακρού 19ου αιώνα, μοιάζει να κινείται ακριβώς αντίστροφα σε σχέση με τον ρου της Παγκόσμιας Ιστορίας του Χέγκελ: αντί να κινείται από Ανατολάς προς Δυσμάς και το Απόλυτο Πνεύμα της να ενσαρκώνεται στο αστικό κράτος, η κίνηση είχε αντιστραφεί και η Ιστορία κινούνταν από Δυσμάς προς Ανατολάς, ακολουθώντας την πορεία της ραγδαίας εκβιομηχάνισης της ηπείρου. Η Επανάσταση έμοιαζε να αποτελεί τον προάγγελο της αστικοποίησης των φεουδαλικών κοινωνιών. Και αυτή η αυτοεκπληρούμενη προφητεία υλοποιήθηκε ακόμη και στην περίπτωση των κομμουνιστικών επαναστάσεων στη Ρωσία και στην Κίνα — έστω κι αν χρειάστηκε να μεσολαβήσει μια παρατεταμένη κυριαρχία της γραφειοκρατίας, η οποία έπρεπε να υποκαταστήσει στον ρόλο του τον συλλογικό κεφαλαιοκράτη. Έτσι, κατά παράδοξο τρόπο, οι επαναστάσεις που πρόβλεψαν τον τέλος του αστικού κόσμου ολοκλήρωσαν τη διαδικασία αστικοποίησης στα δύο τρίτα περίπου της γήινης σφαίρας.

Η παράταση όμως αυτής της δύσκολης διαδικασίας οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε εκείνον που την ξεκίνησε: η Γαλλία έμοιαζε να ταράσσει διαρκώς τους όρους με τους οποίους διαμορφωνόταν ένα σύγχρονο αστικό κράτος. Έχει χυθεί πολύ μελάνι για να εξηγηθεί γιατί το Παρίσι επιμένει στις επαναστάσεις. Η πιο πιθανή εξήγηση είναι ότι το 1789 δεν ολοκλήρωσε την πολιτική και κοινωνική ηγεμονία της αστικής τάξης με οριστικό τρόπο, όπως ο Εμφύλιος Πόλεμος και η Ένδοξη Επανάσταση στην Αγγλία του 17ου αιώνα. Προτού όμως αυτή η ηγεμονία ολοκληρωθεί με την Επανάσταση του 1830 και του 1848, εισέβαλε στην σκηνή της παγκόσμιας Ιστορίας ένας απροσδόκητος παράγοντας, με τον οποίο οι αστοί έπρεπε να συγκρουστούν, συμμαχώντας με τους συντηρητικούς γαιοκτήμονες. Ωστόσο, πρόκειται και για κάτι παραπάνω: για μια παραγωγή γεγονότων του μύθου, που συνόδευε πλέον το επαναστατικό γεγονός. Συνέχεια ανάγνωσης

«Με το κεφάλι πάνω στον πάγκο του χασάπη»

Standard

Η κωμωδία μέσα στη δημοκρατία

της Έλενας Πατρικίου

3-patrikioy 1Αν το γέλιο είναι αυτό που διακρίνει τον άνθρωπο από τα ζώα, τότε η κωμωδία, το «οργανωμένο γέλιο», η διανοητική, σωματική, γλωσσική και συναισθηματική συμπεριφορά που συνειδητά επιδιώκει όχι απλώς να προκαλέσει το γέλιο, μα να οργανώσει τους κώδικες πάνω στους οποίους χτίζεται η πρόσληψη του αστείου, είναι ίσως το στοιχείο εκείνο που διακρίνει (χωρίς, ασφαλώς, η διάκριση να είναι αναγκαστικά αξιολογική) κάποιους ανθρώπους και πολιτισμούς από κάποιους άλλους (σοβαρότερους; πιο κατηφείς; λιγότερο ελαφρούς;) ανθρώπους και πολιτισμούς.

Ο Αριστοτέλης στην Ποιητική είναι σαφής: η ποίηση είναι το αποτέλεσμα του ελέγχου που ασκεί η κοινωνία συνολικά και ο ποιητής προσωπικά (για λογαριασμό της κοινωνίας ή για λογαριασμό δικό του) στους ανθρώπους που τη συναπαρτίζουν. Ο έλεγχος μπορεί να αφορά εξίσου τη δημόσια δράση των ανθρώπων ή την ιδιωτική τους ζωή. Όταν ο έλεγχος είναι επαινετικός, προκύπτει το έπος, η τραγωδία και ένα μέρος της λυρικής ποίησης — ο αίνος του άριστου. Όταν ο έλεγχος είναι επικριτικός, προκύπτει η ιαμβική ποίηση και η κωμωδία — ο ψόγος του φαύλου. Το έπος και η τραγωδία αποτιμούν και διασώζουν στους αιώνες το «άφθιτον κλέος» του Αχιλλέα, προσδίδοντάς του ταυτόχρονα τη λάμψη της τέχνης. Πολύ περισσότερο, ο σκωπτικός ίαμβος και η κωμωδία δεν αποτυπώνουν απλώς στη μνήμη των ανθρώπων την τιμωρία των μνηστήρων της Οδύσσειας στον Άδη ή τον εξευτελισμό του Κύκλωπα, αλλά αποτελούν την ουσία της ποινής: το γέλιο που προκαλεί ο ψόγος αποτελεί το άκρον άωτον της τιμωρίας. Κάτι που σημαίνει ότι ο ψόγος, άρα η κωμωδία, δεν σταματούν μπροστά σε καμία «κοσμιότητα», σε καμία «πολιτική ορθότητα», σε κανένα «ναι μεν, αλλά». Για να είναι ο ψόγος καίριος, πρέπει το γέλιο να αντηχεί σαν ομηρικός καγχασμός.

Η κωμωδία είναι αμείλικτη. Δεν βάζει νερό στο κρασί της, δεν μετράει ελαφρυντικά, δεν υπολογίζει συνέπειες. Ούτε τις συνέπειες που θα υποστεί αναπόφευκτα ο φαύλος, τον οποίο επιλέγει για στόχο της, ούτε αυτές που θα υποστεί, εξίσου αναπόφευκτα, ο κωμικός ποιητής. Η κωμωδία είναι επικίνδυνη για τον διακωμωδούμενο, αλλά είναι εξίσου επικίνδυνη για τον κωμικό. Ο Αριστοφάνης ήξερε πολύ καλά τι ρίσκα έπαιρνε κάθε χρόνο, με κάθε νέα κωμωδία. Όταν στους Αχαρνής αποφασίζει να ψέξει όχι μόνο τους στρατηγούς που συντηρούσαν έναν ανόητο και καταστροφικό πόλεμο, αλλά και τους ηλίθιους, πάμφτωχους και κακομοίρηδες καρβουνιάρηδες που επέμεναν να ψηφίζουν αυτούς τους στρατηγούς, ξέρει πως κινδυνεύει. Ο ήρωας του έργου, ο Δικαιόπολις, προκειμένου να μιλήσει, προκειμένου να ψέξει και να διακωμωδήσει, πρέπει να βάλει το κεφάλι του πάνω στον πάγκο του χασάπη. Η κωμωδία μιλάει πάντα με το κεφάλι πάνω στον πάγκο του χασάπη. Ο δημόσιος ψόγος είναι ρίσκο. Η ελευθερία του γέλιου είναι επικίνδυνη.

   Η κωμωδία είναι βλάσφημη. Η κωμωδία είναι χυδαία. Είναι βωμολόχα. Είναι αναιδής. Δεν έχει το θεό της. Όχι μόνο η πολιτική κωμωδία του αθηναϊκού 5ου αιώνα. Αλλά και η νέα κωμωδία, της αστικής Αθήνας του 4ου αιώνα, ή της Ρώμης, ή της αναγεννησιακής Ευρώπης — η κωμωδία του Μολιέρου, του Γκολντόνι, του Γκόγκολ, του Τσάπλιν, του Λογοθετίδη… Επιτρέπει στον γιο να σκοτώσει τον πατέρα. Επιτρέπει στον γιο να παντρευτεί το κορίτσι που έχει βάλει στο μάτι ο γέρος πατέρας. Επιτρέπει στον υπηρέτη να κοροϊδέψει τον αφέντη. Επιτρέπει στη γυναίκα να ξεγελάσει τον άντρα της. Επιτρέπει στον έρωτα και το σεξ να νικήσουν τον πλούτο και την εξουσία. Επιτρέπει στον σφετεριστή να κάτσει στον θρόνο. Επιτρέπει στους ανθρώπους να αποδειχθούν δικαιότεροι, σοφότεροι, ισχυρότεροι από τους θεούς τους. Συνέχεια ανάγνωσης

«Σύρριζα», ένα αστυνομικό του Πέτρου Μαρτινίδη

Standard

«Κεντροαριστερή» ρητορεία και αστυνομικό μυθιστόρημα

του Νίκου Ποταμιάνου

8-potamianos alli

Ρόυ Λιχτενστάιν, «Χορός στο στούντιο του καλλιτέχνη», 1974

Ο Πέτρος Μαρτινίδης ανακοίνωσε, πρόσφατα, στο facebook την πρόθεσή του να σταματήσει να γράφει αστυνομικά μυθιστορήματα. Καθώς το διάβαζα, σκέφτηκα ότι είναι κρίμα που θα μας αφήσει με την αίσθηση όχι των εξαιρετικών Κατά συρροήν ή Σε περίπτωση πυρκαγιάς, αλλά των δύο χειρότερων μυθιστορημάτων του, τα οποία συνιστούν επιπλέον μια επίθεση στην Αριστερά (το Σύρριζα, που μόλις κυκλοφόρησε) και στις κινητοποιήσεις των Πλατειών (Χωρίς αποζημίωση, 2011).

Ο Μαρτινίδης αποτελεί, πιστεύω, χαρακτηριστικό παράδειγμα της τάσης σημαντικού μέρους της διανόησης να απομακρυνθεί από την Αριστερά – αποφασιστική, εδώ, για την αποενοχοποίηση αυτής της τάσης υπήρξε η δημιουργία και οι επιλογές της ΔΗΜΑΡ.

Για μια κατηγορία διανοουμένων το πιο αντιπαθητικό πράγμα στο ΠΑΣΟΚ, διαχρονικά, ήταν ο λαϊκισμός του. Πολλοί απ’ αυτούς προσχώρησαν στον σημιτικό εκσυγχρονισμό, και ακόμα περισσότεροι τον χαιρέτισαν ως ένα βήμα εκπολιτισμού του ΠΑΣΟΚ και του πολιτικού συστήματος. Τώρα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ αυτός που τους απωθεί. Ίσως όχι όλος, όχι γενικευμένα: τους ενοχλεί όμως η «εμπάθεια» που δείχνει, οι υψηλοί τόνοι, η δραματικότητα του λόγου του.

Είναι θέμα αισθητικής, λένε. Η χαμηλού επιπέδου αισθητική και οι υψηλοί τόνοι χαρακτηρίζουν τις αντιδράσεις της λαϊκής πλειοψηφίας που βλέπει τη ζωή της να καταστρέφεται στα χρόνια των Μνημονίων. Κι αφού οι οργανωτικοί δεσμοί του ΣΥΡΙΖΑ με τις λαϊκές τάξεις παραμένουν εντελώς αναντίστοιχοι με την εκλογική του επιρροή, αναπτύσσονται μορφές επικοινωνίας μαζί τους που περνάνε μέσα από τα ΜΜΕ και από μια «παραδοσιακή» πολιτική κουλτούρα που λίγο μόνο μετασχηματίζεται. «Λαϊκισμός», σύμφωνα μ’ έναν ορισμό — όχι τον ορθότερο. Συνέχεια ανάγνωσης