Ο Μαρξ στον καθρέφτη

Standard

(απόσπασμα από την Εισαγωγή του ομότιτλοθυ βιβλίου, εκδ. Παπαζήση)

 του Παναγιώτη Νούτσου

Ο Μαρξ από τον Ντέιβιντ Λιβάιν

Ο Μαρξ από τον Ντέιβιντ Λιβάιν

Τι είναι λοιπόν ο «καθρέφτης»; Τούτο θα το συζητήσουμε με τον ίδιο τον Μαρξ (§§.1-28). Εδώ, χωρίς να προκαταλάβω τους όρους των ερωταποκρίσεων, υπογραμμίζω ότι ο ερωτώμενος με το έργο του προτίθεται να αντιπαρατεθεί σε κάθε μορφή «ειδωλοποίησής» του, με την επακριβή προσκόμιση των θέσεών του, και αντίστοιχα ο ερωτών υπόσχεται να διατυπώνει έτσι τις ερωτήσεις του (βλ. και Αριστοτέλης, Ανaλυτ. πρότερα 1, 1, 3), ώστε να προϋποθέτουν το συνδυασμό της γνώσης των έργων του Μαρξ, των συνθηκών της ιστορικής ανάδυσης και εκδίπλωσης της σκέψης του, των μορφών πρόσληψης και επεξεργασίας της καθώς και των πόλων της κριτικής που ασκήθηκε, από τη δημοσίευση των κειμένων του έως σήμερα. Επιπλέον, με το διαρκή αυτοέλεγχο της «ἐρωτητικῆς τέχνης» (Αριστοτέλης, Σοφ.ἔλεγχοι 11, 9) να αποκλείεται η προνομιακή χρήση της αντωνυμίας: ούτε ως δικός «μου» ούτε ως δικός «του» ή έστω του καιρού «του» και του καιρού «μας» να αξιοποιείται ο «καθρέφτης».

Χέγκελ και Μαρξ του Ντέιβιντ Λιβάιν

Χέγκελ και Μαρξ του Ντέιβιντ Λιβάιν

Ώσπου, βέβαια, να πάρει εμπρός η πένα ή το πληκτρολόγιο ερεθιστικός για την εκκίνηση είναι ο σεφερικός στίχος: «Τ’ άσπρο χαρτί σκληρός καθρέφτης» (Ποιήματα, 300). Όσο για τη μέριμνα να μην επονομασθεί κανένας από τους δυο μας «καθρεφτάκιας», κατά το ιδιόλεκτο προσωνύμιο του «ειδωλοποιού» Ναρκίσσου, θα μπορούσε να σχεδιαστεί εξυπαρχής ένα κείμενο που, χωρίς ν’ αφήσει τίποτε ανερώτητο, να μην καταντήσει «Εγχειρίδιο» ή «Compendium», αλλά να διεξαχθεί ως μια ζωηρή «συνομιλία» στο «Salon d’ antidote», με τους θαμώνες σε εγρήγορση και τα πολλά «κάτοπτρα» καλογυαλισμένα. Απέναντι σε ένα απ’ αυτά σταθήκαμε με τη σύντροφό μου, στο κυλικείο του Μουσείου της Ακροπόλεως (19.1.2013), όταν μου υπέδειξε ότι με κοίταζε αμήχανα και μάλλον παραπονιάρικα ο Μarx με το διαπεραστικό βλέμμα του. Από τη στιγμή εκείνη επανήλθα ως «βηματιστής» στο σύνολο του έργου του ή «ἐν τῷ ἐπιγραφομένῳ Σταθμοὶ τῆς Καρόλου πορείας» (βλ. Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί Ι, 59, 9)

Ας υπενθυμίσω ότι σε γερμανικής καταγωγής μορφωτικά αγαθά, όπως για παράδειγμα στα κείμενά του, δεν έχω την πρόθεση να κηρύξω σαμποτάζ. Γι’ αυτό και μεταφράζω από το πρωτότυπο τα παραθέματα που μου υποβάλλει ο ίδιος ο Μαρξ. Αυτός άλλωστε ήταν που μας θύμισε την παροιμία του νησιού μας: «Κατά πού θα δεις τον καθρέφτη, θα σε δει», με αντίδωρο παρόμοιας καταγωγής ή ως επιβεβαίωση της δυναμικής των γραπτών του: «Ο τροχός που γυρίζει σκουριά δεν πιάνει». Κι αυτός με τη σειρά του, άνετα και χωρίς αυταρέσκεια, ανταπαντά με το διαθέσιμο ελληνοποιημένο παρατσούκλι του (βλ. §. 1022): «Τον Αράπη κι αν τον πλένεις, το σαπούνι σου χαλάς»…

Προφανώς και οι δυο μας έχουμε περάσει το «στάδιο του καθρέφτη», αυτός πολλές δεκαετίες νωρίτερα και δραστικότερα, έτσι ώστε ως ακάματοι αναγνώστες των κειμένων μας να διακρίνουμε τι θα έπρεπε να διορθωθεί ή ακόμη να απορριφθεί. Ως προς τη δυαδική πληρότητα, εντός της οποίας λειτουργεί αντικριστός καθρέφτης για τη συνεχή επίγνωση των ορίων μας, αναμφισβήτητα ισχύει ο παλαιός παροιμιακός λόγος: «Ἐκ δυοῖν τρία βλέπεις». Στον ορίζοντα του «τρίτου» θα μπορούσε να περιλαμβάνεται και η «άρνηση της άρνησης» των δημοσιευμάτων μας. Δηλαδή, η δυαδική ετοιμότητα για την αντιμετώπιση –μέσω του ελέγχου και του επανελέγχου– των αιτιάσεων που αναίτια αυτά δέχονται.

Μια προτελευταία επισήμανση, ακόμη και στα όρια του πλεονασμού. Ό,τι περιέχεται στην Εισαγωγή που ολοκληρώνεται αφορά τον τρόπο σύνθεσης του παρόντος βιβλίου. Ακριβέστερα, οι προϋποθέσεις για την εκτύλιξη της «συνομιλίας», και από τις δύο πλευρές, του «ρόλου» του ερωτώντος και του ερωτώμενου, συνάπτονται ενιαία και αποκλειστικά με τον σχεδιαστή και δημιουργό της. Δεν έχω την «αφέλεια» ότι θα αποτραπεί έτσι ο «κίνδυνος», μετά απ’ αυτήν την υπόμνηση, να εκληφθώ ως «αντ’ αυτού» ή ως εταίρος «ισότιμος» με τον Μαρξ. Ήδη όμως έχει προηγηθεί ο Πρόλογος, στον οποίο εξηγώ διεξοδικά για το πώς επετεύχθη απλώς η δυνατότητα μιας τέτοιας «συνομιλίας», ως συναναστροφής και ως συζήτησης υπό επαλήθευση.

 

Ο Παναγιώτης Νούτσος διδάσκει κοινωνική και πολιτική φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Το κείμενο είναι απόσπασμα από την Εισαγωγή του ομότιτλου βιβλίου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Παπαζήσης».

 

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s