Βουτηχτές

Standard

ΝΕΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ

του Κωνσταντίνου  Χατζηνικολάου

Ρώμη, δεκαετία του 1950. Φωτογραφία του Jacques Rouchon

Ρώμη, δεκαετία του 1950. Φωτογραφία του Jacques Rouchon

Η Μπιάνκα είχε έναν αδερφό. Έμεναν στη Ρώμη. Ο αδερφός της είχε δύο φίλους που τους είχε γνωρίσει στο γυμναστήριο που δούλευε. Ένα απόγευμα τους έφερε σπίτι. Τους γνώρισε στην Μπιάνκα. Είδαν μαζί για ώρες τηλεόραση, κι έπειτα ο αδερφός τούς πρότεινε να κοιμηθούν στο υπνοδωμάτιο των γονιών τους (οι γονείς τους είχαν σκοτωθεί σε τροχαίο).

Αυτό συνέβη και την επόμενη μέρα, και τη μεθεπόμενη. Κοιμήθηκαν εκεί. Αυτό συνέβη γι’ αρκετές μέρες. Τα πρωινά πηγαίνανε όλοι στις δουλειές τους και το απόγευμα επέστρεφαν, έβλεπαν τηλεόραση, η Μπιάνκα τούς μαγείρευε και ύστερα έπεφταν για ύπνο εξαντλημένοι.

Μια μέρα οι δύο φίλοι εξαφανίστηκαν και μετά από μια εβδομάδα εμφανίστηκαν ξανά. Την επόμενη μέρα από τη μέρα της επιστροφής τους, ο αδερφός είπε στην Μπιάνκα πως τον είχανε απολύσει. Τι θα κάνουμε τώρα; ρώτησε ταραγμένη η Μπιάνκα. Μην ανησυχείς, είπε ο ένας από τους δύο φίλους.

Το ίδιο βράδυ την πήγανε στο σπίτι του Μασίστα. Ο Μασίστας ήταν τυφλός, πρώην μποντιμπιλντεράς, πρώην Μίστερ Υφήλιος. Οι φίλοι του αδερφού της την άφησαν εκεί και έφυγαν. Αυτό έλεγε το σχέδιο. Για εβδομάδες η Μπιάνκα έκανε έρωτα με τον Μασίστα και όταν έβρισκε ευκαιρία έψαχνε για το χρηματοκιβώτιό του. Όμως δεν βρήκε κανένα χρηματοκιβώτιο και έτσι έφυγε από την έπαυλή του (εντωμεταξύ τον είχε ερωτευτεί, αλλά αυτό πλέον δεν είχε καμία σημασία).

Μια νύχτα η Μπιάνκα είδε στ’ όνειρό της πως βρισκόταν στη γέφυρα του Τίβερη. Φορούσε ένα μαγιό, παρά το διαολόκρυο. Δίπλα της, αριστερά και δεξιά της, ήταν μερικοί άντρες. Φορούσαν κι αυτοί μαγιό. Τουρτουρίζανε σαν τα κοτόπουλα. Όταν ο παπάς πέταξε το σταυρό στο ποτάμι (ο σταυρός βυθίστηκε αμέσως), οι άντρες βουτήξανε για να τον πιάσουνε, μαζί και η Μπιάνκα. Όμως πλησιάζοντας (ήταν μια βουτιά σε αργή κίνηση), το ποτάμι ξαφνικά πάγωσε και οι βουτηχτές καρφωθήκανε με τα κεφάλια τους στον πάγο.

Κανείς τους δεν έπαθε τίποτα. Βέβαια ο σταυρός ήταν μέσα στο παγωμένο νερό και τότε, ως διά μαγείας, δύο από τους άντρες βρέθηκαν με αξίνες στα χέρια τους και έσπασαν τον πάγο. Ο ένας, χοντρός με φαλάκρα, που έμοιαζε στον Μασίστα, πήρε το σταυρό κι έτρεξε στη γέφυρα. Έδωσε το σταυρό στον παπά. Ο παπάς πήρε το σταυρό, μόνο που ο σταυρός άρχισε να λιώνει και να μπαίνει σαν ένα ρυάκι από παγωμένο μέταλλο μέσα απ’ το ράσο του.

Η Μπιάνκα ξύπνησε. Σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο. Είχε αρχίσει να ξημερώνει. Κάθισε εκεί για λίγη ώρα μέχρι που είδε ένα πρώτο αμάξι να περνάει, μετά ένα δεύτερο, και μετά έναν ξενύχτη με κοστούμι, μετά έναν δεύτερο και έναν τρίτο. Και ύστερα η Μπιάνκα κατάλαβε πως το ξημέρωμα είχε κολλήσει και η μέρα δεν θα προχωρούσε άλλο.

Δεν προχώρησε.

***

Βασισμένο στη Μικρή λούμπεν νουβέλα (2002) του Ρομπέρτο Μπολάνιο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s