Ό,τι συμβαίνει στην Ελλάδα μπορεί να αλλάξει την Ευρώπη

Standard

Μια καλή δόση ριζοσπαστικής φαντασίας είναι απαραίτητη για την επόμενη μέρα

συνέντευξη του Ζερόμ Ρόος, εκδότη του περιοδικού ROAR

Το ROAR (roarmag.org), «ηλεκτρονικό περιοδικό ριζοσπαστικής φαντασίας», στα πέντε χρόνια της ύπαρξής του, αποτελεί σημείο αναφοράς για τα κινήματα, την Αριστερά, τις αντιστάσεις και τον συντονισμό τους σε όλο τον πλανήτη, για τη γόνιμη σύγκλιση επαναστατικής θεωρίας και πράξης. Μιλήσαμε για το περιοδικό, τις ελληνικές εκλογές,  το χρέος, την αριστερή κυβέρνηση  και τα κινήματα με τον ιδρυτή και εκδότη τoυ ROAR, Jerome Roos.

EΝΘΕΜΑΤΑ

Έζησες στην Αθήνα, την προηγούμενη χρονιά, αρκετούς μήνες. Τι το πιο απροσδόκητο ή αυτό που σε εξέπληξε και ποια είναι τα βασικά συμπεράσματα που έβγαλες από την παραμονή σου;

Αν έπρεπε να διαλέξω ένα πράγμα, αυτό θα ήταν η κατάπτωση στους δρόμους και η τρομερή απαισιοδοξία, τόσο ανάμεσα  στους ακτιβιστές όσο και στους απλούς πολίτες.

 Βρέθηκα στην Αθήνα στο διάστημα της κατάληψη της πλατείας Συντάγματος το 2011. Φυσικά, όλοι είχαν στο μυαλό τους τότε την κρίση,  ωστόσο είδα μεγάλο ενθουσιασμό και υψηλές προσδοκίες – ειδικά σε όσους συμμετείχαν για πρώτη φορά σε κίνημα. Επιστρέφοντας, στα τέλη του 2013, στην επαύριο της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα, εξεπλάγην από το πόσο είχε αλλάξει η ατμόσφαιρα. Κανένας δεν έβλεπε διέξοδο. Όλοι ήταν είτε πολύ θλιμμένοι ή εξαιρετικά κυνικοί — και νομίζω πως το δεύτερο ήταν ένας μηχανισμός άμυνας απέναντι στο πρώτο. Το περίμενα έως ένα σημείο, αλλά εξεπλάγην από την ισχύ αυτών των συναισθημάτων από το πόσο με επηρέασε σε προσωπικό επίπεδο.

Ταυτόχρονα, αυτό που πραγματικά με κατέπληξε είναι ότι οι άνθρωποι βρίσκουν τρόπους, τα καταφέρνουν. Η ζωή συνεχίζεται. Εμπνεύστηκα ιδιαίτερα από το πώς απλοί άνθρωποι αλληλοβοηθούνταν για να τα βγάλουν πέρα, πόσο είχαν προοδεύσει τα δίκτυα αλληλοβοήθειας και οι πρωτοβουλίες αλληλεγγύης από την προηγούμενη φορά. Το να είμαι μάρτυρας όλων αυτών εκ του σύνεγγυς ήταν, αλήθεια, μια σπουδαία εμπειρία. Ο Μίλτον Φρίντμαν, ο πατέρας του νεοφιλελευθερισμού έλεγε πως δεν υφίσταται δωρεάν γεύμα. Είναι αναρίθμητες οι  περιπτώσεις όπου Έλληνες φίλοι (αλλά και άγνωστοι) διέψευσαν τον στρυφνό σκληροπυρηνικό της αγοράς!

jerom2Από πολιτική άποψη, νομίζω ότι τα συμπεράσματά μου ήταν αρκετά διφορούμενα από την οπτική της ιδεολογικής καθαρότητας. Από τη μία, βιώνοντας από πρώτο χέρι τις τοπικές επιτυχίες ορισμένων αυτοδιαχειριζόμενων πρωτοβουλιών, η οπτική μου σχετικά με τον ακτιβισμό από τα κάτω ενισχύθηκε και εμπλουτίστηκε. Είναι περίπου αυτό που έγραψε κάποτε ο Τζωρτζ Όργουελ σε μια επιστολή σχετικά με τις εμπειρίες του στην αναρχική Ισπανία: «Έχω δει υπέροχα πράγματα, και επιτέλους πιστεύω στον σοσιαλισμό, πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε μέχρι τώρα». Ταυτόχρονα, όμως, δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή την αίσθηση κατάπτωσης και έντονης θλίψης. Νομίζω ότι το αποτέλεσμα είναι ότι ανέπτυξα μεγαλύτερη ανοχή για απόψεις που παλαιότερα μπορεί να απέρριπτα ως «ρεφορμιστικές». Επίσης, πείστηκα ακόμα περισσότερο για την επείγουσα ανάγκη να αφαιρέσουμε τον κρατικό μηχανισμό από τους καπιταλιστές, ως αμυντικό μέσο για να αδρανοποιήσουμε τον κατασταλτικό βραχίονα της αστυνομίας και για να προστατέψουμε τις συνθήκες ζωής του λαού και τη δημόσια αξιοπρέπεια.

Οι εκλογές της 25ης Ιανουαρίου μπορεί να φέρουν την Αριστερά στην εξουσία. Ποια είναι η σημασία και το νόημά τους για την Ελλάδα και την Ευρώπη;

Μιλώντας γενικά,  δεν προσδίδω μεγάλη σημασία στις εκλογές στο πλαίσιο της της ευρύτερης κοινωνικής διαμάχης, είναι  όμως προφανές ότι αυτές οι εκλογές διαφέρουν. Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια μόνιμη έκτακτη κατάσταση, και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτή είναι η πιο σημαντική αναμέτρηση μετά την πτώση της Χούντας. Προφανώς, η προοπτική να πάρει η ριζοσπαστική Αριστερά για πρώτη φορά την εξουσία στην ιστορία της Ε.Ε. είναι αφεαυτής σημαντική από μόνη της. Και, δεδομένων των δηλωμένων προθέσεων του ΣΥΡΙΖΑ να επαναδιαπραγματευτεί το χρέος και να αντιμετωπίσει τους ολιγάρχες, υπάρχει  σοβαρή προοπτική να βελτιωθούν συνολικά οι συνθήκες — ώστε να δοθεί στους εργαζομένους, στους ανέργους και στα κινήματα ο απαραίτητος χώρος για να αναπνεύσουν. Και, βέβαια, η πιθανή πτώση της δικομματικής πολιτικής αριστοκρατίας που κυβερνάει τη χώρα από το τέλος της Χούντας θα είναι, αφεαυτής,  μια εξέλιξη ιστορικής σημασίας.

jerom1Για την ευρωπαϊκή αυτοκρατορία των τραπεζών,  μια νίκη του ΣΥΡΙΖΑ θα αποτελέσει, μάλλον, ένα μεγάλο σοκ αρχικά· αλλά πιστεύω πως γρήγορα θα προσαρμοστούν. Τελικά, πιστεύω πως μια αριστερή κυβέρνηση στην Ελλάδα θα μπορούσε να παράσχει στο ευρωπαϊκό εγχείρημα μια αναζωογονητική ορμή από τα κάτω. Πολλοί οικονομολόγοι και αναλυτές με επιρροή επισημαίνουν πως, αν η Γερμανία το επιτρέψει, ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να ενισχύσει αντί να υπονομεύσει το κοινό νόμισμα. Όπως έχει υποστηρίξει επανειλημμένα ο Wolfgang Münchau των Financial Times, η ριζοσπαστική Αριστερά είναι η μόνη ικανή δύναμη για να σπρώξει το ευρωπαϊκό εγχείρημα σε μια λογική κατεύθυνση — έστω και αν πιστεύει, όπως κι εγώ, ότι τα συμφέροντα της Ελλάδας τελικά δεν εξυπηρετούνται από τη συνέχιση της συμμετοχής της στο ευρώ.

Ποιες είναι, κατά τη γνώμη σου, οι προοπτικές και τα κυριότερα εμπόδια που μπορεί να αντιμετωπίσει μια κυβέρνηση της Αριστεράς;

Υπάρχουν εσωτερικά εμπόδια και διεθνείς περιορισμοί. Τα εσωτερικά εμπόδια περιλαμβάνουν τις δυσκολίες για την αναμόρφωση ενός δυσλειτουργικού, πελατειακού και διεφθαρμένου κρατικού μηχανισμού∙ τον εκδημοκρατισμό μιας αστυνομίας και ενός βαθέος κράτους που κυριαρχείται από φασίστες∙ την αντοχή απέναντι στις άγριες επιθέσεις των ΜΜΕ και στην βρώμικη πολιτική της Δεξιάς∙ και, ιδιαίτερα, στη διατήρηση εσωτερικής συνοχής (τόσο μέσα στον κυβερνητικό συνασπισμό, όσο και στο εσωτερικό της ίδιας της Αριστεράς) απέναντι σε ακραίες εξωτερικές πιέσεις.

Όσο για τους εξωτερικούς περιορισμούς, αυτοί είναι σημαντικοί και δεν πρέπει να τους υποτιμήσουμε. Ο σημαντικότερος εξωτερικός περιορισμός παραμένει το μεγάλο βάρος του χρέους, ο αποκλεισμός από τις διεθνείς καπιταλιστικές αγορές, και η πλήρης απουσία νομισματικής και οικονομικής αυτονομίας, χωρίς την οποία η Ελλάδα παρεμποδίζεται να ακολουθήσει αναπτυξιακές οικονομικές πολιτικές. Βέβαια, το θέμα του χρέους θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί αν οι ευρωπαίοι πιστωτές (δηλαδή η Γερμανία) συναινούσαν σε μια περικοπή, αλλά προσωπικά δεν βλέπω πολλές ευκαιρίες για ένα ριζοσπαστικό πολιτικό εγχείρημα μέσα στα οικονομικά και νομισματικα δεσμά της ευρωζώνης. Ταυτόχρονα, αναγνωρίζω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει άλλες επιλογές αυτή τη στιγμή. Το να ανακοινώσεις μια έξοδο από το ευρώ ως μέρος της προεκλογικής σου εκστρατείας θα ήταν αυτοκτονικό, τόσο πολιτικά όσο και οικονομικά.

Από αυτή την άποψη, η προτίμηση του ΣΥΡΙΖΑ να μείνει στο ευρώ και να χειριστεί τους Γερμανούς με ακύρωση του χρέους και κεϋνσιανές μεταρρυθμίσεις της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Τράπεζας μπορεί να είναι δονκιχωτική, αλλά είναι τελικά η πιο λογική και μετριοπαθής απαίτηση. Με την τωρινή της πλατφόρμα, μια κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ  θα μπορέσει, μάλλον να βρει κάποιος σοβαρούς συμμάχους στον διεθνή οικονομικό Τύπο, τους διεθνείς οικονομικούς θεσμούς, και ίσως ακόμη και μεταξύ των κεντροαριστερών κυβερνήσεων και των κομμάτων της αντιπολίτευσης στις χώρες-πιστωτές. Δεν θεωρώ σε καμία περίπτωση πως αυτή η προσέγγιση είναι η ιδανική, διότι διαιωνίζει την εξάρτηση της Ελλάδας από εξωτερικούς παράγοντες, ειδικά τη Γερμανία, αλλά αναγνωρίζω ότι οι εναλλακτικές σε αυτή τη φάση –συμπεριλαμβανομένης της απραξίας– είναι πολύ πιο επώδυνες.

Αυτό καθιστά σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνους εμάς τους υπόλοιπους Ευρωπαίους, ειδικά εμάς τους Βόρειους. Πρέπει πλέον να ασκήσουμε τεράστια πίεση στις ίδιες μας τις κυβερνήσεις, για να φέρουν εις πέρας μια ευρεία διεθνή ακύρωση χρέους και να μεταμορφώσουν τους ευρωπαϊκούς θεσμούς προς μια νέα ριζοσπαστική κατεύθυνση. Θα είναι μια επώδυνη μάχη, και συμβουλεύω τους Έλληνες φίλους μου να μην εμπιστεύονται υπερβολικά τη λογική των Βορειοευρωπαίων. Όπως έχει επισημάνει ο Νίτσε, η γερμανική λέξη για το χρέος (Schuld) σημαίνει επίσης «ενοχή» ή «μομφή». Αυτό αντικατοπτρίζει έναν βαθιά ριζωμένο ηθικισμό στη Γερμανία σχετικά με το ζήτημα του χρέους. Η δημόσια αντίδραση στη συγχώρεση παραμένει έντονη, και η Μέρκελ νιώθει την εκλογική πίεση από τη γερμανική ευρωσκεπτικιστική Δεξιά.

Ταυτόχρονα, ο ριζοσπαστικός διεθνισμός του ΣΥΡΙΖΑ είναι ενθαρρυντικός και αποτελεί μια θετική αντίθεση στον νεοφιλελεύθερο κοσμοπολιτισμό της επιχειρηματικής τάξης. Αν δεν μεταφέρουμε τη σύγκρουση στο ευρωπαϊκό επίπεδο, αν περιοριστούμε σε τοπικές κοινότητες ή έθνη-κράτη, αφήνουμε τελικά αυτό το κομβικό πεδίο στους τραπεζίτες και στους γραφειοκράτες. Αυτό θα ήταν αυτοκτονικό.

Η επιστημονική σου έρευνα επικεντρώνεται στη σύγκριση Μεξικού, Αργεντινής και Ελλάδας. Και οι τρεις χώρες αντιμετώπισαν μια σοβαρή κρίση χρέους, αλλά καθεμιά ακολούθησε διαφορετικό δρόμο στην προσπάθειά της να το αντιμετωπίσει. Ποια είναι τα μαθήματα που μπορεί να πάρει η Ελλάδα από τις δύο άλλες χώρες;

Τα διδάγματα από το Μεξικό και από την Αργεντινή είναι σχετικά απλά. Το Μεξικό ήταν η πρώτη χώρα που αντιμετώπισε μια κρίση χρέους στη νεοφιλελεύθερη εποχή και αποκάλυψε μια νέα νόρμα στα διεθνή οικονομικά: αυτοί που χρωστούν πρέπει να υποχρεώνονται να φέρουν όλα τα βάρη της προσαρμογής. Έτσι, το Μεξικό ήταν το πιο συμμορφωμένο από τα κράτη που χρωστούσαν κατά τη διάρκεια της λατινοαμερικανικής κρίσης χρέους, στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Εξυπηρέτησε έγκαιρα τα χρέη του, έφερε εις πέρας όλες τις απαιτούμενες νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις, και κατέληξε να υποστεί τα αποτελέσματα: η δεκαετία του 1980 είναι γνωστή μέχρι σήμερα ως «η χαμένη δεκαετία». Σήμερα, το Μεξικό έχει μια από τις πιο άνισες και πιο βίαιες κοινωνίες παγκοσμίως, με ελάχιστους δισεκατομμυριούχους στην κορυφή, συμμορίες ναρκωτικών να υπερισχύουν του κράτους, και εκατομμύρια να αποχωρούν προς τον Βορρά για να επιζήσουν. Σε αυτό το σημείο θέλουν να φέρουν την Ελλάδα η Μέρκελ και ο Σαμαράς.

Η Αργεντινή, βέβαια, ακολούθησε την αντίθετη προσέγγιση. Όταν την έπληξε η οικονομική κρίση το 1999, αρχικά ακολούθησε μια παρόμοια οδό με το Μεξικό, αλλά ο αυθόρμητος ξεσηκωμός του Δεκεμβρίου 2001 έδιωξε τον φιλοτραπεζίτη Ντε Λα Ρούα από την εξουσία και άσκησε τεράστια πίεση στο περονικό καθεστώς, για να κάνει σημαντικές παραχωρήσεις στον πληθυσμό συνολικά. Ως απάντηση, διακήρυξε ένα μονομερές μνημόνιο για τις πληρωμές των χρεών και έκανε μια σειρά από μεταρρυθμίσεις υπέρ του λαού για να επαναφέρει μια αίσθηση ηρεμίας. Η Κίρσνερ ήρθε στην εξουσία το 2003 και αναδιαπραγματεύθηκε επιτυχώς το χρέος το 2005. Η αργεντίνικη οικονομία, όπως όλοι γνωρίζουμε, ανέρρωσε γρήγορα στη δεκαετία του 2000, αν και βοηθήθηκε από πολύ ευνοϊκές εξωτερικές συνθήκες – τις οποίες η Ελλάδα, εν πολλοίς, δεν αντιμετωπίζει.

Πού πρέπει να εντάξουμε την ελληνική περίπτωση;

Μέχρι στιγμής, η Ελλάδα ακολουθεί ουσιαστικά τον δρόμο του Μεξικού. Αλλά νομίζω ότι θα ήταν λάθος να πούμε ότι, υπό μια κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ, η χώρα θα έμπαινε σε μια φάση τύπου Κίρσνερ. Οι δύο περιπτώσεις διαφέρουν πια πάρα πολύ. Όταν ο Κίρσνερ πήρε την εξουσία, η Αργεντινή είχε ήδη χρεοκοπήσει και δεν πλήρωνε κανένα μέρος τους χρέους της. Σε εκείνο το σημείο, οι περισσότερες μεγάλες τράπεζες είχαν ήδη ξεφορτωθεί τα αργεντίνικα ομόλογα που είχαν στη διάθεσή τους σε μια διεσπαρμένη ομάδα Ευρωπαίων συνταξιούχων, κυρίως Ιταλών. Αυτοί οι «μικροεπενδυτές» δεν μπορούσαν να συγκροτήσουν κάποιο αποτελεσματικό μέτωπο εναντίον της Αργεντινής, και ο Κίρσνερ είχε έτσι τη δυνατότητα να τους επιβάλει μια ασυνήθιστα σκληρή αναδιάρθρωση, που ακύρωσε περίπου το 75% του χρέους της Αργεντινής.

Η Ελλάδα είναι σε πολύ διαφορετική κατάσταση σήμερα και, ούτως ή άλλως, η ίδια η Αργεντινή αντιμετωπίζει μια νέα κρίση, οπότε δεν είναι ξεκάθαρο εάν το κορπορατιστικό μοντέλο του Κίρσνερ είναι πραγματικά παράδειγμα προς μίμηση. Επίσης, σε αντίθεση με τον Κίρσνερ, τη στιγμή που ο ΣΥΡΙΖΑ πάρει την εξουσία, θα του ζητηθεί να συνεχίσει να αποπληρώνει το ελληνικό χρέος στο σύνολό του. Και ενώ οι μεγάλες διεθνείς τράπεζες, ακριβώς όπως με την Αργεντινή, έχουν ήδη ξεφορτωθεί τα ελληνικά ομόλογα από τα χαρτοφυλάκιά τους, το χρέος της Ελλάδας είναι τώρα συγκεντρωμένο σε πολύ μεγάλο βαθμό στον επίσημο τομέα: το 80% περίπου παρακρατείται από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, το ΔΝΤ και την ΕΚΤ. Μια μονομερής στάση πληρωμών έναντι αυτών των επίσημων πιστωτών θα ήταν πολύ διαφορετική ιστορία από μια αντίστοιχη κίνηση έναντι κάποιων συνταξιούχων μιας μακρινής χώρας. Θα κατέστρεφε τις σχέσεις της Ελλάδας με τους Ευρωπαίους «εταίρους» της.

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, ο Τσίπρας έχει δίκιο που συγκρίνει την παρούσα κατάσταση, όχι με τις μονομερείς ενέργειες της Αργεντινής το 2001, αλλά με την αναδιάρθρωση του χρέους της Γερμανίας το 1952, η οποία είχε προκύψει έπειτα από διαπραγματεύσεις και κατέληξε στη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους των επίσημων πολεμικών αποζημιώσεων της χώρας. Ο Τσίπρας λέει: Σας βοηθήσαμε να ανασυγκροτηθείτε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, γιατί δεν μας βοηθάτε να ανασυγκροτηθούμε μετά τη Μεγάλη Ύφεση;

Πάντως, ένα μάθημα που μας διδάσκουν και οι τρεις περιπτώσεις είναι πως το κρατικό χρέος πρόσφερε πάντα έναν τρόπο στα κυρίαρχα καπιταλιστικά κράτη και στους ιδιώτες πιστωτές να υποβάλλουν πληθυσμούς ολόκληρους σε κατάσταση ομηρίας. Χωρίς την ακύρωση σημαντικού μέρους του χρέους της, η Ελλάδα θα παραμείνει προτεκτοράτο για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, αντιμετωπίζοντας όχι μόνο μία χαμένη δεκαετία, αλλά πολλές. Συνεπώς, η Ελλάδα χρειάζεται έναν σύγχρονο Σόλωνα και τη Σεισάχθειά του περισσότερο από ποτέ. Το μέλλον της δημοκρατίας της –αλλά και της Ευρώπης– εξαρτάται από αυτό.

jerom 5

Ποια πιστεύεις ότι πρέπει να είναι η σχέση μεταξύ μιας κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ και των κοινωνικών κινημάτων;

Ο ριζοσπαστικός μετασχηματισμός είναι αδύνατος χωρίς ισχυρά και δυναμικά κοινωνικά κινήματα. Οπότε, το ζήτημα δεν είναι αν ο ΣΥΡΙΖΑ θα πετύχει ή όχι χωρίς μια σημαντική κινητοποίηση από τα κάτω· το ζήτημα για τη μεταβατική διαδικασία της απελευθέρωσης και της χειραφέτησης του λαού είναι η ίδια η συμμετοχή του, χωρίς την οποία η ιδέα μιας ριζοσπαστικής πολιτικής είναι απολύτως κενή νοήματος.

Ως ζήτημα πολιτικής στρατηγικής, επίσης, πιστεύω πως οι σχέσεις των κοινωνικών κινημάτων με το κόμμα πρέπει να παραμείνουν αυστηρά σχέσεις εξωτερικότητας. Με αυτό εννοώ πως τα κινήματα πρέπει να διατηρήσουν έναν σημαντικό βαθμό αυτονομίας από τις κρισιακές καταστάσεις και τις επίσημες διαβουλεύσεις της κομματικής πολιτικής. Ο λόγος είναι πως, με την ανάληψη της εξουσίας, ακόμα και το πιο ριζοσπαστικό κόμμα θα αρχίσει να υφίσταται τρομακτικές πιέσεις από τους διεθνείς πιστωτές, τις χρηματοπιστωτικές αγορές και τις εγχώριες ελίτ. Εάν τα κινήματα ενσωματωθούν στην ηγετική ομάδα του κόμματος (για παράδειγμα, εάν ο επικεφαλής της εκστρατείας κατά της ιδιωτικοποίησης του νερού γίνει κομματικός εκπρόσωπος για τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας), τότε διακινδυνεύουν να υποστούν τις ίδιες πιέσεις και να χάσουν τη δυνατότητά τους να προβάλλουν ισχυρές αντιστάσεις όταν χρειαστεί.

Επιπλέον, υπάρχει ο προφανής κίνδυνος της αφομοίωσης, ή αυτού που οι μελετητές των κοινωνικών κινημάτων αποκαλούν «αποκεφαλισμό»: την κατάσταση κατά την οποία τα πιο προικισμένα οργανωτικά μέλη των κινημάτων εντάσσονται στους κρατικούς και κομματικούς διοικητικούς μηχανισμούς. Αυτό, όχι μόνο θα αποδυνάμωνε αυτομάτως τα κινήματα, αλλά επίσης θα τα αποπροσανατόλιζε από το κύριο καθήκον τους, που είναι η εμπλοκή σε μια συνθετική διαδικασία από τα κάτω και η δόμηση ενός συλλογικού πολιτικού εγχειρήματος που μπορεί να αναδείξει δημοκρατικούς μετα-καπιταλιστικούς θεσμούς, όπως τα caracoles στην Τσιάπας και οι comunas στη Βενεζουέλα. Η οικοδόμηση αυτών των εναλλακτικών θεσμών είναι θεμελιώδης για τη μακροπρόθεσμη διαδικασία του κοινωνικού μετασχηματισμού.

Τούτων λεχθέντων, πιστεύω επίσης ακράδαντα στην ανάγκη –τουλάχιστον σε αυτή τη φάση– για ένα ευρύ κοινό μέτωπο των αριστερών, αντιεξουσιαστικών και εξωκοινοβουλευτικών δυνάμεων. Η πρώτη προτεραιότητα, κατά τη γνώμη μου, είναι να τερματιστεί η ομηρία χρέους της Ελλάδας, που την υποβιβάζει σε de facto σκλάβο των πιστωτών και προτεκτοράτο της Γερμανίας. Ο Μαρξ αναφερόταν στο δημόσιο χρέος ως «αλλοτρίωση του κράτους» και  ακριβώς αυτό έχει συμβεί στην ελληνική περίπτωση: το κράτος, μαζί με τα βίαια μέσα που διαθέτει, είναι πλέον στα χέρια των ξένων πιστωτών και των ντόπιων ολιγαρχών. Πρέπει να το απαγκιστρώσουμε από τη λαβή τους, αν μη τι άλλο για να τους στερήσουμε τον άμεσο έλεγχο των δυνάμεων καταστολής, ώστε να δώσουμε τον απαραίτητο χώρο στις πρωτοβουλίες μετασχηματισμού που ξεκινούν από τα κάτω να ανασάνουν.

Το RΟΑR, που «εκδίδεται από μια δι-εθνική συλλογικότητα» αυτοπροσδιορίζεται ως  «ένα online περιοδικό ριζοσπαστικής φαντασίας, που προσφέρει από τα κάτω προοπτικές, από τα μέτωπα του παγκόσμιου αγώνα για πραγματική δημοκρατία». Γιατί θεωρείτε ότι η ριζοσπαστική φαντασία είναι σημαντική για τα κινήματα του σήμερα; Πώς αυτός ο δι-εθνικός χαρακτήρας της συλλογικότητας συντείνει στο σκοπό σας;

Είμαι πεπεισμένος πως η ριζοσπαστική φαντασία είναι θεμελιώδους σημασίας για την προοδευτική κοινωνική αλλαγή — αν μη τι άλλο, για να ξεπεραστούν τα κληρονομημένα από την παράδοση προσχέδια και θέσφατα. Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε σήμερα υπερβαίνουν κατά πολύ τις διαδηλώσεις στους δρόμους, ή ακόμα και την κατάληψη της κρατικής εξουσίας ή την ανατροπή του μνημονίου. Πρέπει να σκεφτούμε την επόμενη μέρα. Πρέπει να σκεφτούμε πώς θα έμοιαζε μια μετακαπιταλιστική κοινωνία, πώς θα λειτουργούσε καλύτερα από το σημερινό σύστημα και σε τι, πώς θα μπορούσαν να επιλύονται ειρηνικά οι συγκρούσεις, πώς θα καταμερίζονταν η εργασία, τα αγαθά και οι πόροι, πώς θα μπορούσαν να αλλάξουν οι αντιλήψεις για την ιδιοκτησία, πώς θα ενδυναμώνονταν οι άνθρωποι, πώς θα ριζοσπαστικοποιούνταν οι νοοτροπίες και οι κοσμοθεωρίες τους, κ.ο.κ. Τίποτε από αυτά δεν μπορούμε να πετύχουμε χωρίς μια καλή δόση πολιτικής φαντασίας.

Φυσικά, χτίζουμε πάνω σε μια μακρά παράδοση εργατικών αγώνων και ριζοσπαστικής σκέψης, οπότε δεν υπάρχει λόγος να επανεφεύρουμε τον τροχό. Πολλοί έχουν προηγηθεί από μας, κι έχουμε πολλά να διδαχθούμε από τις εμπειρίες τους. Αλλά πρέπει επίσης να παραδεχτούμε πως η παράδοσή μας είναι γεμάτη από αποτυχίες και τραγωδίες, πολλές από τις οποίες θα είχαν αποφευχθεί εάν η πολιτική προσεγγιζόταν με περισσότερη φαντασία. Δεν μας επιτρέπεται να επαναλάβουμε τα λάθη των σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών κινημάτων του παρελθόντος. Πρέπει να επινοήσουμε κάτι ριζικά νέο. Όπως θα έλεγε ο Κορνήλιος Καστοριάδης, χωρίς τη δημιουργική ορμή της ριζοσπαστικής φαντασίας, η οικοδόμηση μιας πραγματικά αυτόνομης κοινωνίας είναι αδύνατη.

Σε ό,τι αφορά το ROAR, έχουμε ως στόχο να συμμετέχουμε σε σημαντικές διεθνείς συζητήσεις επιμένοντας στην ανάγκη συμπερίληψης αυτόνομων κινημάτων στις διαδικασίες κοινωνικού μετασχηματισμού, αναδεικνύοντας τις δημιουργικές και ευφάνταστες λύσεις που επινοούν συνηθισμένοι άνθρωποι από όλο τον κόσμο, και προσπαθώντας να διασυνδέσουμε τους αγώνες τους αναπτύσσοντας έναν κοινό λόγο για αυτούς. Σε αυτό ακριβώς το σημείο, κρίσιμο ρόλο παίζουν η διεθνής πολυσυλλεκτικότητα της συντακτικής μας ομάδας και το δίκτυο των συνεργατών μας. Αυτά μας επιτρέπουν να επεκτείνουμε το βλέμμα μας πέρα από σύνορα, να αναδεικνύουμε τα κοινά στοιχεία των διάφορων εθνικών αγώνων, και να αναγνωρίζουμε ότι αυτό που συμβαίνει για παράδειγμα στην Ελλάδα, δεν πρόκειται να περιοριστεί στην Ελλάδα. Με το σωστό συνδυασμό αποφασιστικότητας, στρατηγικής και φαντασίας, μπορεί να αλλάξει την Ευρώπη και τον κόσμο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s