Τα δεδομένα. Και η εξίσωση ΣΥΡΙΖΑ

Standard

του Δημήτρη Παπανικολάου 

Arthur Dove, Red Sun, 1935

Είναι φανερό ότι τον Γενάρη του 2015 αναπνέουμε άλλο αέρα σε σχέση με το 2012. Τότε, ένα σκηνικό πανικού, μισαλλοδοξίας, φόβου και επίκλησης των συντηρητικότερων ενστίκτων ενός πληθυσμού σε απόγνωση, είχε τελικά επικρατήσει και κρίνει τις εκλογές. Σήμερα, η αναμονή και η προσδοκία υπερτερούν, δημιουργώντας συνθήκες ευνοϊκές για την Αριστερά. Δημιουργούν όμως και μια ιδιόμορφη συγκυρία. Αφενός, ο ενθουσιασμός και η αίσθηση της ιστορικής ευκαιρίας μειώνουν στο ελάχιστο το περιθώριο (αλλά και τη διάθεση) για ουσιαστική κριτική οποιαδήποτε πολιτικής επιλογής του ΣΥΡΙΖΑ στο εσωτερικό του. Αφετέρου, παραέξω, εντείνεται το γνωστό φαινόμενο: οι πάντες περιμένουν από τον ΣΥΡΙΖΑ να κάνει τα πάντα, και ως εκ τούτου είναι διατεθειμένοι, πολύ νωρίς και βίαια, να τον κατηγορήσουν ότι δεν τα ’κανε. Το «μην μας απογοητεύσετε», που ακούγεται τόσο πολύ στις γειτονιές προς τους υποψηφίους της μείζονος Αριστεράς σε αυτή την προεκλογική περίοδο, δείχνει ακριβώς το μείγμα προσδοκίας, ετοιμότητας για σκληρή κριτική, πλην όμως και ευθυνοφοβίας, που χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος. Μπορεί τώρα να ευνοεί εκλογικά τον ΣΥΡΙΖΑ, είναι όμως ταυτόχρονα και η δυσκολότερη εξίσωση που θα έχει να διαχειριστεί από εδώ και στο εξής. Καλό θα είναι, λοιπόν, να μην ξεχνάμε τους όρους αυτής της εξίσωσης. Να συνειδητοποιήσουμε δηλαδή ότι…

τίποτα δεν είναι δεδομένο. Ότι, με άλλα λόγια, καμίας προοδευτικής πολιτικής και καμίας ριζοσπαστικής κίνησης η επιτυχία, η επίδραση και η μακροημέρευση δεν είναι κλειδωμένη και σίγουρη – αλλά θα αποτελέσει πεδίο αγώνα, σκληρού ανταγωνισμού και ζύμωσης. Κι αν αυτό είναι προφανές για τις μεγάλες αλλαγές που έχει εξαγγείλει ο ΣΥΡΙΖΑ, πχ. στο επίπεδο της οικονομίας, της διοίκησης και των θεσμών, το ίδιο θα συμβεί και με όλες τις άλλες πρωτοβουλίες που περιμένουμε από αυτόν να πάρει. Δεν είναι δυνατόν να περιμένουμε από τον ΣΥΡΙΖΑ να ανατρέψει τα πάντα, από το πελατειακό σύστημα μέχρι τον ενδημικό κοινωνικό ρατσισμό, κι από τον εθνικισμό μέχρι την πατριαρχία, και να μην καταλαβαίνουμε ότι αυτό δεν μπορεί να συμβεί αν δεν αλλάξουμε πρώτα κι εμείς. Και οι διπλανοί μας. Το οποίο, ταυτόχρονα, σημαίνει ότι…

κανείς δεν είναι δεδομένος. Ούτε ο «πολύς κόσμος» ούτε ο «προοδευτικός κόσμος» ούτε το «ριζοσπαστικό κομμάτι» του. Αν μια παλιά αριστερή λογική επέμενε ότι αρκούσαν οι προοδευτικές πολιτικές και κάποια στιγμή «ο κόσμος», απλά, θα τις ακολουθούσε μαζικά διά της επιφοιτήσεως, σήμερα νομίζω όλοι έχουν καταλάβει ότι η μαζική απήχηση είναι μια διαδικασία που συνεχώς εξελίσσεται. Μια «πλατιά λαϊκή εντολή», σημαίνει προφανώς ότι πρέπει να ανοίξεις διάλογο με ένα κοινό που βρίσκεται πέρα από το προνομιακό ακροατήριό σου, ανθρώπους που δεν μοιράζονται τις ίδιες ευαισθησίες και δεν έχουν κατανοήσει κεντρικές σου προτεραιότητες. Σημαίνει επίσης ότι πρέπει να λάβεις υπόψιν σου βασικές λαϊκές αφηγήσεις ταυτότητας και τις ιστορικές διαδικασίες διαμόρφωσής τους, πριν ξεκινήσεις τον διάλογο για το πώς αυτές θα αναδιαμορφωθούν. Όσοι καταγγέλουμε τόσο εύκολα και τόσο συχνά πολιτικές και πολιτικούς για «συντηρητική στροφή», ξεχνάμε πολλές φορές το προνόμιο (κοινωνικό, μορφωτικό, αναλυτικό, ακόμα και γεωγραφικό) που μας κάνει να παιανίζουμε τόσο εύκολα αυτή την κριτική.

Την ίδια στιγμή, όμως, δεν είναι δυνατόν να μην λαμβάνεται υπόψιν αυτή η κριτική, να θεωρείται δηλαδή τόσο δεδομένος και «υπάκουος» ο ριζοσπαστικός κόσμος που συγκρότησε γενεαλογικά και την Αριστερά, και τα αιτήματά της. Γιατί η προσμονή για μια κυβέρνηση της Αριστεράς είναι συνδεδεμένη με την προσμονή πάρα πολλών ανθρώπων, σε πάρα πολλούς χώρους, να μπουν στο τραπέζι προοδευτικά αιτήματα που για χρόνια θεωρούνταν ταμπού, ή επιλύονταν με ημίμετρα. Και μιλώ εδώ για ζητήματα που έχουμε ξαφνικά αρχίσει να ξανα-ονομάζουμε «ακανθώδη» (!) ή «δύσκολα», από τον χωρισμό Εκκλησίας-κράτους ως την κοινωνική και πολιτειακή ένταξη μεταναστών, κι από την αποδόμηση του εθνικιστικού βαθέως κράτους, ως τα πλήρη και ίσα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων (τα οποία, επιτέλους, περιλαμβάνουν και το δικαίωμα στην παιδοθεσία). Λέξεις όπως «κινήματα», «ριζοσπαστικά αιτήματα», «προοδευτικές θέσεις», ακόμα και η ίδια η λέξη «Αριστερά», είναι στη χρήση εύκολες. Το δύσκολο είναι να μην εξελιχθούν σε κενά σημαίνοντα, ετικέτες πολλαπλής πολιτικής χρήσης χωρίς ουσιαστικό νόημα.

Δεν είναι οξύμωρο αυτό που περιγράφω, ούτε άσκηση ισορροπίας. Είναι αντίθετα η υπόμνηση ότι, όσο κι αν τίποτε δεν είναι δεδομένο, όσο κι αν κανείς δεν είναι δεδομένος, μια κυβέρνηση της Αριστεράς περιμένουμε να είναι μια κυβέρνηση που θα επιμείνει πως…

υπάρχουν όμως, σε τελευταία ανάλυση, μερικά δεδομένα. Τούτο σημαίνει, απλά, ότι ένα αξιακό σύστημα, που χαρακτηρίζει την Αριστερά, δεν είναι διαπραγματεύσιμο: η αξιοπρέπεια, η προστασία των αδυνάτων, η ίση συμμετοχή στα κοινά αγαθά, η επαναξίωση της έννοιας του δημόσιου και η ουσιαστική προστασία του δημόσιου συμφέροντος, ο σεβασμός στη διαφορετικότητα και η ένταξη της πρόκλησής της στις βάσεις του κοινωνικού αναστοχασμού. Σημαίνει επίσης ότι αυτό το «θα συζητήσουμε ακόμα και τα δύσκολα θέματα» αποτελεί δέσμευση για μια δημοκρατική και λειτουργική δημόσια σφαίρα, όπου μια κοινωνία που έχει τόσο πολύ μάθει να την κολακεύουν και να την υποτιμούν, θα συνηθίσει να βλέπει κατάφατσα τα όριά της, να τα υπερβαίνει όσο μπορεί, και να παίρνει, επιτέλους, και τις ευθύνες της. 

Ο Δημήτρης Παπανικολάου διδάσκει νεοελληνική φιλολογία, θεωρία της λογοτεχνίας και σπουδές φύλου στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s