Venceremos, το λοιπόν!

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

Κυριακή 25 Ιανουαρίου. Mια μέselida 1ρα που προμηνύεται λαμπρή. Και όταν ο ήλιος θα έχει πια γείρει, εκεί κατά τις εφτά το βράδυ, όταν οι κάλπες κλείνουν και ξανανοίγουν για την καταμέτρηση, μια ακόμα πιο λαμπρή νύχτα θα ανατείλει.

Γιατί όμως η διαφαινόμενη (μεγάλη) νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και η κυβέρνηση της Αριστεράς φωτίζει τις καρδιές και τα πρόσωπά μας; Επειδή θα ξεφορτωθούμε τον Σαμαρά, τον Βορίδη και τον Βενιζέλο; Σίγουρα! Επειδή θα απαλλαγούμε από το άγος της μπαλτάκειας διακυβέρνησης; Ασφαλώς! Επειδή προσδοκούμε να δούμε –ας μου επιτρέψουν οι αβροί αναγνώστες– τον Πρετεντέρη με μια προβοσκίδα να; Και γι’ αυτό! Επειδή ζούμε την «ελληνική ώρα της Ευρώπης και την ευρωπαϊκή ώρα της Ελλάδας», όπως έγραψε στα προπροηγούμενα «Ενθέματα» ο Αντώνης Λιάκος; Ναι! Επειδή ο μονόδρομος ίσως να μην είναι μονόδρομος και η ελπίδα ανθίζει; Ναι, ναι, και για δεκάδες άλλους λόγους ναι — ο καθένας ας προσθέσει τον δικό του. Αλλά για την ειδική κατηγορία, στην οποία ανήκουν οι περισσότεροι αναγνώστες αυτής της εφημερίδας, τους αριστερούς και τις αριστερές εννοώ, υπάρχουν δύο ιδιαίτερα στοιχεία που κάνουν τη μέρα μοναδική.

Το ένα έρχεται από το παρελθόν. Είναι η βαριά σκιά των απόντων, το παλίμψηστο της ιστορίας μας. Ένα κόκκινο, κατακόκκινο νήμα, που μας πάει τουλάχιστον στα χρόνια της Αντίστασης, που ενώνεται με τα μεγάλα ευρωπαϊκά και διεθνή κινήματα του περασμένου αιώνα, αντιφασιστικά, εργατικά, δικαιωματικά, νεολαιίστικα, διεθνιστικά, και φτάνει στο σήμερα. Δεν μιλάω αφηρημένα, δεν μιλάω από τη σκοπιά του «αναλυτή» ή του ιστορικού του μέλλοντος που θα αποφανθεί αν η 25.1.2015 θα γραφτεί με Χρυσά Γράμματα στις Δέλτους της Ιστορίας. Σας γράφω, γραφέας υπηρεσίας και πολεμικός ανταποκριτής από το στρατόπεδο των συναισθημάτων. Γιατί αυτό το παρελθόν μας διαπερνά, είναι μέσα μας, πυρπόλησε τη νιότη μας και συνεχίζει να φωτίζει τις ζωές μας. Μιλάω για τους νεκρούς μας, για διαδρομές και μνήμες που ζωογονούν το σήμερα. Για την προσωπική μας ιστορία, τους αγώνες και τις δικές μας στιγμές, από τις πιο μεγάλες μέχρι και τις πιο μικρές (μικρές, αλλά ανεκτίμητες, ένας Ροζ Πάνθηρας που ξεπηδάει από τα αυτοκολλητάκια της ΣΑΦ, στη Φιλοσοφική του ’80), τις βλέπω να περνάνε καρέ καρέ μπροστά μου, καθώς ακούω το Bella Ciao στην Πανεπιστημίου. Η τυραννία της μνήμης, η ευλογία της μνήμης. Συνέχεια ανάγνωσης

Η κοινωνική απογραφή ως αφετηρία ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων

Standard

του Γιώργου Καλπαδάκη και του Γιώργου Κοτσυφάκη

Παντού και πάντοτε, η οικονομική πραγμάτευση πληθυσμιακών θεμάτων υποτάσσεται στα πολιτικά ιδεώδη και στα συμφέροντα […] περισσότερο από κάθε άλλο τομέα της καθεστηκυίας οικονομικής σκέψης.

Gunnar Myrdal, Population problems and politics, 1938

Κάζιμιρ Μάλεβιτς, "Επαρχία", 1912

Κάζιμιρ Μάλεβιτς, «Επαρχία»

Τα αρνητικά ισοζύγια γεννήσεων-θανάτων, οι γερασμένες πληθυσμιακές δομές και η αθρόα μεταναστευτική εκροή των πιο παραγωγικών ηλικιών –εν ολίγοις, αυτό που αποκαλείται «δημογραφικό πρόβλημα»– θα τίθεται επιτακτικότερα στο δημόσιο διάλογο όσο θα αναδεικνύονται ευκρινέστερα οι βαθύτερες επιπτώσεις της λιτότητας στην κοινωνία. Το μείζον ζητούμενο τότε θα είναι ποιες πολιτικές δυνάμεις θα έχουν διεκδικήσει να το νοηματοδοτήσουν — που πάει να πει, σε ποιο αξιακό πλαίσιο θα ενταχθεί η αντιμετώπισή του. Είναι σημαντικό να κατανοηθεί ότι το δημογραφικό αποτελεί το κάτοπτρο μέσα από το οποίο διακρίνονται ορατότερα οι θεμελιακές αντινομίες των δυνάμεων που εφάρμοζαν πολιτικές λιτότητας κατά τα προηγούμενα χρόνια. Κατ’ ουσίαν, ενώ έθεταν τη «διαιώνιση του ελληνικού έθνους» ως ύψιστη προτεραιότητα, λειτούργησαν ως πολιορκητικοί κριοί για τη συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας που απέβη άκρως διαλυτική για τη δυνατότητα αναπαραγωγής των γενεών.

Με πρόταγμα έναν εν πολλοίς προσχηματικό φιλογεννητισμό και επωδό την ανάγκη παροχής φειδωλών επιδομάτων στις πολύτεκνες οικογένειες, το πιο ορατό τμήμα των ανησυχούντων για το δημογραφικό εμφορούνταν από αντιδραστικές και νεοδαρβινικές αντιλήψεις για την αναμόρφωση του εργασιακού περιβάλλοντος· φρονούσαν ότι οι εργαζόμενες γυναίκες κωφεύουν «εγωιστικά» στο φυσικό κάλεσμα της μητρότητας και χαρακτήριζαν «τσιγκούνηδες» (όπως τους αποκάλεσε και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας σε πρωτοχρονιάτικο μήνυμα προς τις πολύτεκνες οικογένειες το 2011) όσους «περιορίζονται» στο ένα παιδί· αναφέρονταν στις εκτρώσεις — στις οποίες το 2012 η Ελλάδα πρώτευε πανευρωπαϊκά, σύμφωνα με την Eurostat ως προϊόν όχι της κρίσης, της ανεργίας και του φόβου για το μέλλον αλλά των «χαλαρών ηθών»· αποσιωπούσαν, τέλος, τα πολλαπλά οφέλη για τη χώρα από τον μεταναστευτικό παράγοντα προβάλλοντας ως βασικούς υπαίτιους για τη φυγή των γηγενών εργαζομένων στο εξωτερικό αλλά ακόμα και για την υπογεννητικότητα τους «λαθρομετανάστες». Συνέχεια ανάγνωσης

Πόλεμος και Επανάσταση ή πώς ξαναγράφουμε από την αρχή μια Βαλκανική Ιστορία

Standard

του Δημήτρη Σταματόπουλου

Δαβίδ Μπουρλιούκ, «Επανάσταση», 1917

Δαβίδ Μπουρλιούκ, «Επανάσταση», 1917

Το ξέσπασμα των ευρωπαϊκών επαναστάσεων, καθ’ όλη τη διάρκεια του μακρού 19ου αιώνα, μοιάζει να κινείται ακριβώς αντίστροφα σε σχέση με τον ρου της Παγκόσμιας Ιστορίας του Χέγκελ: αντί να κινείται από Ανατολάς προς Δυσμάς και το Απόλυτο Πνεύμα της να ενσαρκώνεται στο αστικό κράτος, η κίνηση είχε αντιστραφεί και η Ιστορία κινούνταν από Δυσμάς προς Ανατολάς, ακολουθώντας την πορεία της ραγδαίας εκβιομηχάνισης της ηπείρου. Η Επανάσταση έμοιαζε να αποτελεί τον προάγγελο της αστικοποίησης των φεουδαλικών κοινωνιών. Και αυτή η αυτοεκπληρούμενη προφητεία υλοποιήθηκε ακόμη και στην περίπτωση των κομμουνιστικών επαναστάσεων στη Ρωσία και στην Κίνα — έστω κι αν χρειάστηκε να μεσολαβήσει μια παρατεταμένη κυριαρχία της γραφειοκρατίας, η οποία έπρεπε να υποκαταστήσει στον ρόλο του τον συλλογικό κεφαλαιοκράτη. Έτσι, κατά παράδοξο τρόπο, οι επαναστάσεις που πρόβλεψαν τον τέλος του αστικού κόσμου ολοκλήρωσαν τη διαδικασία αστικοποίησης στα δύο τρίτα περίπου της γήινης σφαίρας.

Η παράταση όμως αυτής της δύσκολης διαδικασίας οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε εκείνον που την ξεκίνησε: η Γαλλία έμοιαζε να ταράσσει διαρκώς τους όρους με τους οποίους διαμορφωνόταν ένα σύγχρονο αστικό κράτος. Έχει χυθεί πολύ μελάνι για να εξηγηθεί γιατί το Παρίσι επιμένει στις επαναστάσεις. Η πιο πιθανή εξήγηση είναι ότι το 1789 δεν ολοκλήρωσε την πολιτική και κοινωνική ηγεμονία της αστικής τάξης με οριστικό τρόπο, όπως ο Εμφύλιος Πόλεμος και η Ένδοξη Επανάσταση στην Αγγλία του 17ου αιώνα. Προτού όμως αυτή η ηγεμονία ολοκληρωθεί με την Επανάσταση του 1830 και του 1848, εισέβαλε στην σκηνή της παγκόσμιας Ιστορίας ένας απροσδόκητος παράγοντας, με τον οποίο οι αστοί έπρεπε να συγκρουστούν, συμμαχώντας με τους συντηρητικούς γαιοκτήμονες. Ωστόσο, πρόκειται και για κάτι παραπάνω: για μια παραγωγή γεγονότων του μύθου, που συνόδευε πλέον το επαναστατικό γεγονός. Συνέχεια ανάγνωσης

«Με το κεφάλι πάνω στον πάγκο του χασάπη»

Standard

Η κωμωδία μέσα στη δημοκρατία

της Έλενας Πατρικίου

3-patrikioy 1Αν το γέλιο είναι αυτό που διακρίνει τον άνθρωπο από τα ζώα, τότε η κωμωδία, το «οργανωμένο γέλιο», η διανοητική, σωματική, γλωσσική και συναισθηματική συμπεριφορά που συνειδητά επιδιώκει όχι απλώς να προκαλέσει το γέλιο, μα να οργανώσει τους κώδικες πάνω στους οποίους χτίζεται η πρόσληψη του αστείου, είναι ίσως το στοιχείο εκείνο που διακρίνει (χωρίς, ασφαλώς, η διάκριση να είναι αναγκαστικά αξιολογική) κάποιους ανθρώπους και πολιτισμούς από κάποιους άλλους (σοβαρότερους; πιο κατηφείς; λιγότερο ελαφρούς;) ανθρώπους και πολιτισμούς.

Ο Αριστοτέλης στην Ποιητική είναι σαφής: η ποίηση είναι το αποτέλεσμα του ελέγχου που ασκεί η κοινωνία συνολικά και ο ποιητής προσωπικά (για λογαριασμό της κοινωνίας ή για λογαριασμό δικό του) στους ανθρώπους που τη συναπαρτίζουν. Ο έλεγχος μπορεί να αφορά εξίσου τη δημόσια δράση των ανθρώπων ή την ιδιωτική τους ζωή. Όταν ο έλεγχος είναι επαινετικός, προκύπτει το έπος, η τραγωδία και ένα μέρος της λυρικής ποίησης — ο αίνος του άριστου. Όταν ο έλεγχος είναι επικριτικός, προκύπτει η ιαμβική ποίηση και η κωμωδία — ο ψόγος του φαύλου. Το έπος και η τραγωδία αποτιμούν και διασώζουν στους αιώνες το «άφθιτον κλέος» του Αχιλλέα, προσδίδοντάς του ταυτόχρονα τη λάμψη της τέχνης. Πολύ περισσότερο, ο σκωπτικός ίαμβος και η κωμωδία δεν αποτυπώνουν απλώς στη μνήμη των ανθρώπων την τιμωρία των μνηστήρων της Οδύσσειας στον Άδη ή τον εξευτελισμό του Κύκλωπα, αλλά αποτελούν την ουσία της ποινής: το γέλιο που προκαλεί ο ψόγος αποτελεί το άκρον άωτον της τιμωρίας. Κάτι που σημαίνει ότι ο ψόγος, άρα η κωμωδία, δεν σταματούν μπροστά σε καμία «κοσμιότητα», σε καμία «πολιτική ορθότητα», σε κανένα «ναι μεν, αλλά». Για να είναι ο ψόγος καίριος, πρέπει το γέλιο να αντηχεί σαν ομηρικός καγχασμός.

Η κωμωδία είναι αμείλικτη. Δεν βάζει νερό στο κρασί της, δεν μετράει ελαφρυντικά, δεν υπολογίζει συνέπειες. Ούτε τις συνέπειες που θα υποστεί αναπόφευκτα ο φαύλος, τον οποίο επιλέγει για στόχο της, ούτε αυτές που θα υποστεί, εξίσου αναπόφευκτα, ο κωμικός ποιητής. Η κωμωδία είναι επικίνδυνη για τον διακωμωδούμενο, αλλά είναι εξίσου επικίνδυνη για τον κωμικό. Ο Αριστοφάνης ήξερε πολύ καλά τι ρίσκα έπαιρνε κάθε χρόνο, με κάθε νέα κωμωδία. Όταν στους Αχαρνής αποφασίζει να ψέξει όχι μόνο τους στρατηγούς που συντηρούσαν έναν ανόητο και καταστροφικό πόλεμο, αλλά και τους ηλίθιους, πάμφτωχους και κακομοίρηδες καρβουνιάρηδες που επέμεναν να ψηφίζουν αυτούς τους στρατηγούς, ξέρει πως κινδυνεύει. Ο ήρωας του έργου, ο Δικαιόπολις, προκειμένου να μιλήσει, προκειμένου να ψέξει και να διακωμωδήσει, πρέπει να βάλει το κεφάλι του πάνω στον πάγκο του χασάπη. Η κωμωδία μιλάει πάντα με το κεφάλι πάνω στον πάγκο του χασάπη. Ο δημόσιος ψόγος είναι ρίσκο. Η ελευθερία του γέλιου είναι επικίνδυνη.

   Η κωμωδία είναι βλάσφημη. Η κωμωδία είναι χυδαία. Είναι βωμολόχα. Είναι αναιδής. Δεν έχει το θεό της. Όχι μόνο η πολιτική κωμωδία του αθηναϊκού 5ου αιώνα. Αλλά και η νέα κωμωδία, της αστικής Αθήνας του 4ου αιώνα, ή της Ρώμης, ή της αναγεννησιακής Ευρώπης — η κωμωδία του Μολιέρου, του Γκολντόνι, του Γκόγκολ, του Τσάπλιν, του Λογοθετίδη… Επιτρέπει στον γιο να σκοτώσει τον πατέρα. Επιτρέπει στον γιο να παντρευτεί το κορίτσι που έχει βάλει στο μάτι ο γέρος πατέρας. Επιτρέπει στον υπηρέτη να κοροϊδέψει τον αφέντη. Επιτρέπει στη γυναίκα να ξεγελάσει τον άντρα της. Επιτρέπει στον έρωτα και το σεξ να νικήσουν τον πλούτο και την εξουσία. Επιτρέπει στον σφετεριστή να κάτσει στον θρόνο. Επιτρέπει στους ανθρώπους να αποδειχθούν δικαιότεροι, σοφότεροι, ισχυρότεροι από τους θεούς τους. Συνέχεια ανάγνωσης

«Σύρριζα», ένα αστυνομικό του Πέτρου Μαρτινίδη

Standard

«Κεντροαριστερή» ρητορεία και αστυνομικό μυθιστόρημα

του Νίκου Ποταμιάνου

8-potamianos alli

Ρόυ Λιχτενστάιν, «Χορός στο στούντιο του καλλιτέχνη», 1974

Ο Πέτρος Μαρτινίδης ανακοίνωσε, πρόσφατα, στο facebook την πρόθεσή του να σταματήσει να γράφει αστυνομικά μυθιστορήματα. Καθώς το διάβαζα, σκέφτηκα ότι είναι κρίμα που θα μας αφήσει με την αίσθηση όχι των εξαιρετικών Κατά συρροήν ή Σε περίπτωση πυρκαγιάς, αλλά των δύο χειρότερων μυθιστορημάτων του, τα οποία συνιστούν επιπλέον μια επίθεση στην Αριστερά (το Σύρριζα, που μόλις κυκλοφόρησε) και στις κινητοποιήσεις των Πλατειών (Χωρίς αποζημίωση, 2011).

Ο Μαρτινίδης αποτελεί, πιστεύω, χαρακτηριστικό παράδειγμα της τάσης σημαντικού μέρους της διανόησης να απομακρυνθεί από την Αριστερά – αποφασιστική, εδώ, για την αποενοχοποίηση αυτής της τάσης υπήρξε η δημιουργία και οι επιλογές της ΔΗΜΑΡ.

Για μια κατηγορία διανοουμένων το πιο αντιπαθητικό πράγμα στο ΠΑΣΟΚ, διαχρονικά, ήταν ο λαϊκισμός του. Πολλοί απ’ αυτούς προσχώρησαν στον σημιτικό εκσυγχρονισμό, και ακόμα περισσότεροι τον χαιρέτισαν ως ένα βήμα εκπολιτισμού του ΠΑΣΟΚ και του πολιτικού συστήματος. Τώρα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ αυτός που τους απωθεί. Ίσως όχι όλος, όχι γενικευμένα: τους ενοχλεί όμως η «εμπάθεια» που δείχνει, οι υψηλοί τόνοι, η δραματικότητα του λόγου του.

Είναι θέμα αισθητικής, λένε. Η χαμηλού επιπέδου αισθητική και οι υψηλοί τόνοι χαρακτηρίζουν τις αντιδράσεις της λαϊκής πλειοψηφίας που βλέπει τη ζωή της να καταστρέφεται στα χρόνια των Μνημονίων. Κι αφού οι οργανωτικοί δεσμοί του ΣΥΡΙΖΑ με τις λαϊκές τάξεις παραμένουν εντελώς αναντίστοιχοι με την εκλογική του επιρροή, αναπτύσσονται μορφές επικοινωνίας μαζί τους που περνάνε μέσα από τα ΜΜΕ και από μια «παραδοσιακή» πολιτική κουλτούρα που λίγο μόνο μετασχηματίζεται. «Λαϊκισμός», σύμφωνα μ’ έναν ορισμό — όχι τον ορθότερο. Συνέχεια ανάγνωσης

Όχι πια χωρίς ηγέτες

Standard

του Πάολο Γκερμπάουντο

μετάφραση: Αντώνης Γαλανόπουλος

tsipras-iglesiasΗ άνοδος των νέων αριστερών ηγετών, όπως ο Αλέξης Τσίπρας και ο Πάμπλο Ιγκλέσιας, δημιουργεί ένα ενδιαφέρον πολιτικό αίνιγμα. Αν ο Τσίπρας προβλέπεται τώρα να κερδίσει τις πρόωρες εκλογές το 2015, και αν το κόμμα του Ιγκλέσιας έρχεται πρώτο στις δημοσκοπήσεις στην Ισπανία, είναι λόγω του τρόπου με τον οποίο οι δύο πολιτικές προσωπικότητες έχουν καταφέρει να σερφάρουν στο κύμα της λαϊκής δυσαρέσκειας που εκδηλώθηκε με τα λεγόμενα «κινήματα των πλατειών»: τους Indignados οι οποίοι κατέλαβαν την πλατεία Puerta del Sol της Μαδρίτης, καθώς και τους Αγανακτισμένοι οι οποίοι κατέλαβαν την πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα, κατά τη διάρκεια της άνοιξης και του καλοκαιριού του 2011.

Αλλά –εδώ βρίσκεται το παράδοξο — τα κινήματα από τα οποία αυτοί οι ηγέτες έχουν πάρει τόση ενέργεια, είναι ακριβώς εκείνα που, μαζί με το αμερικάνικο ξαδέρφάκι τους, το Occupy Wall Street έχουν διαδώσει τον άσχημο όρο «leaderlessness»[1], με την έννοια της απουσίας ηγεσίας, ως θεμελιώδους ηθικής αρχής τους. Πώς, λοιπόν, έχουμε περάσει από την «μη ηγεσία» στη σημερινή αγάπη για τους ηγέτες; Και ποια είναι η πολιτική σημασία αυτής της επιστροφής της «προσωποποιημένη ηγεσίας» στην Αριστερά;

Για να λυθεί αυτό το αίνιγμα πρέπει να ληφθούν υπόψη δύο παράγοντες. Πρώτον, ο λόγος της «μη ηγεσίας» και οριζοντιότητας που προτείνεται στο πλαίσιο των κινημάτων των πλατειών ήταν πολύ πιο αντιφατικός από ότι πολλοί αναρχικοί διανοούμενοι θα ήθελαν να πιστεύουν. Δεύτερον, τα οργανωτικά όρια των κινημάτων των πλατειών, και ιδίως η κραυγαλέα ανεπάρκεια των λαϊκών συνελεύσεων στη λήψη αποφάσεων και στη παροχή μιας κατεύθυνσης για το κίνημα, έχουν βάλει και πάλι το ζήτημα της ηγεσίας στην ημερήσια διάταξη. Συνέχεια ανάγνωσης

Εμείς και οι άλλοι

Standard

του Ασημάκη Πανσέληνου

5-panselinos-1

Ασημάκης Πανσέληνος. Σχέδιο του Γιώργου Βακιρτζή

 Ιστορικές εκλογικές αναμετρήσεις. Αν και όλες οι εκλογικές αναμετρήσεις είναι σημαντικές κάποιες έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα. Σ’ αυτή την κατηγορία εντάσσονται οι σημερινές εκλογές, αλλά και αυτές της 5ης Μαρτίου 1950. Σ’ αυτές συμμετείχε η Αριστερά, μετά την αποχή του 1946 και το τέλος του Εμφυλίου. Ήταν εκλογές που έγιναν με εξαιρετικά δυσμενείς πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες· φυλακίσεις, εξορίες, τρομοκρατία. Και όμως ο συνδυασμός της Αριστεράς Δημοκρατική Παράταξη, με τους Αλέξανδρο Σβώλο, Ιωάννη Σοφιανόπουλο και Νεόκοσμο Γρηγοριάδη, πήρε 9,70%, το Λαϊκό Κόμμα του Κωνσταντίνου Τσαλδάρη 18,80%, το Κόμμα Φιλελευθέρων, του Σοφοκλή Βενιζέλου 17,24%, η Εθνική Πολιτική Ένωσις Κέντρου, του Νικόλαου Πλαστήρα, 16,44%, το Κόμμα Γεωργίου Παπανδρέου 10,67%, η Πολιτική Ανεξάρτητη Παράταξη, των Θ. Τουρκοβασίλη και Κ. Μανιαδάκη, 8,15%, το Μέτωπο Εθνικής Αναδημιουργίας, των Π. Κανελλόπουλου και Αλ. Σακελλαρίου, 5,27%, το Εθνικόν Κόμμα Ελλάδος, του Ναπ. Ζέρβα, 3,65%, η Παράταξη Αγροτών και Εργαζομένων, του Αλ. Μπαλτατζή και Αλ. Μυλωνά 2,62% και το Νέο Κόμμα του Σπ. Μαρκεζίνη 2,50%. Η Δημοκρατική Παράταξη εξέλεξε βουλευτές στην Αθήνα, στον Πειραιά, στη Θεσσαλονίκη, στη Δράμα, στην Καβάλα, στις Σέρρες και στη Λέσβο.

Στη Λέσβο ήταν πρώτη με 21,83% και εξέλεξε δύο βουλευτές: τον γνωστό συγγραφέα Ασημάκη Πανσέληνο και τον δημοσιογράφο Θείελπι Λευκία. Ο Πανσέληνος με άρθρα του στην εφημερίδα Ταχυδρόμος, η οποία επανεκδόθηκε μόλις στις 11 Φεβρουαρίου 1950, μετά το κλείσιμό της από τη δικτατορία του Μεταξά του 1936, πολεμούσε την τρομοκρατία, υπερασπιζόταν τη νομιμότητα, τη δικαιοσύνη, τον μόχθο των κατοίκων του νησιού τη δημοκρατία. Επίκαιρος και σήμερα, έγραφε τότε για τη διαφθορά των κυβερνώντων, τις υποσχέσεις, τον εκμαυλισμό των πολιτών, τους δήθεν πατριώτες, για τις καθημερινές ανάγκες του λαού.

Ότι δεν επιτεύχθηκε, τότε το προσδοκάμε με τις σημερινές εκλογές. Καλό βόλι, λοιπόν, και με τη νίκη!

Αριστείδης Καλάργαλης

 Είπανε για την ολιγαρχία της χώρας μας, οι ξένοι παρατηρητές, πως είναι η πιο διεφθαρμένη του κόσμου (μαζί με την κινέζικη) αλλά έπρεπε να πούνε πως είναι και η πιο κυνική. Το θέαμα που παρουσιάζει ο προεκλογικός αγώνας τις μέρες αυτές θα μπορούσε να εμπνέψει την πένα ενός σαρκαστή για την πιο οδυνηρή σάτιρα της Δημοκρατίας. Είναι κάτι που δε μπορεί να φέρει ούτε γέλιο ούτε κλάμα, η στάση που κρατούνε μπρος το λαό, οι πολυποίκιλοι άνθρωποι που διεκδικούν τη ψήφο του. Συνέχεια ανάγνωσης

Για να βγούμε από την κρίση, πρέπει να κυβερνήσει η Αριστερά

Standard

Συνέντευξη του Στεϊνγκρίμουρ Σιίγκφουσον, υπουργού Οικονομικών στην αριστερή κυβέρνηση της Ισλανδίας (2009-2013)

Τη συνέντευξη πήρε η Ιωάννα Μεϊτάνη, μετάφραση: Γιάννης Χατζηδημητράκης

«Παραδώσαμε μια πιο κοινωνία πιο ισότιμη από ό,τι πριν την κρίση»

«Φορολογήσαμε τον μεγάλο πλούτο, προστατεύσαμε τους ανθρώπους με χαμηλό εισόδημα και υπερασπιστήκαμε τις δομές κοινωνικής πρόνοιας»

«Αυτό που θα έκανα διαφορετικά, σήμερα, θα ήταν να δώσω έμφαση στον κοινωνικό διάλογο και στην κοινωνική συμμετοχή»

islandos 2Το κόμμα σας ανέλαβε τη διακυβέρνηση της Ισλανδίας σε μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση, στο μέσον μιας μεγάλης οικονομικής κρίσης, και κυβέρνησε τέσσερα χρόνια. Πρωτύτερα, πώς αντιμετωπίζατε την προοπτική του σχηματισμού κυβέρνησης; Ποιες ήταν οι προκλήσεις για το κόμμα σας και πώς τις αντιμετωπίσατε;

Το Κίνημα Αριστεράς-Πρασίνων, ήδη από την ίδρυσή του, το 1999, είχε δημιουργηθεί ως κόμμα και είχε προετοιμαστεί για να ασκήσει πολιτική επιρροή, συμπεριλαμβανομένης και της συμμετοχής του στην κυβέρνηση. Το κάναμε μέσα από εκτεταμένες πολιτικές διεργασίες και με την ενεργή προώθηση της οικοδόμησης συμμαχιών μεταξύ Αριστεράς, Κέντρου και πράσινων πολιτικών δυνάμεων της Ισλανδίας. Όταν έγινε φανερό, κατά τη διάρκεια της οικονομικής κατάρρευσης της Ισλανδίας το 2008 και στο διάστημα που ακολούθησε, ότι η δεξιά κυβέρνηση που βρισκόταν στην εξουσία περίπου 18 χρόνια κατέρρεε, ήμασταν καλά προετοιμασμένοι. Είχαμε σαφείς πολιτικές θέσεις σε θέματα όπως οι απαραίτητες αλλαγές στο φορολογικό σύστημα και τα οικονομικά του κράτους, φιλόδοξους στόχους σε κοινωνικά και περιβαλλοντικά θέματα κ.ο.κ.

Edda Jónsdóttir 73

Έργο της Ισλανδής ζωγράφου Edda Jónsdóttir, 1973

Ωστόσο, ποτέ δεν μπορείς να είσαι προετοιμασμένος για τα πάντα, και σίγουρα δεν περιμέναμε να έρθουμε για πρώτη φορά στην εξουσία στο μέσον μιας τρομακτικής κρίσης. Αυτό που, τουλάχιστον εγώ, προσπάθησα να κάνω, ως πρόεδρος του κόμματος εκείνη την εποχή, ήταν να προειδοποιήσω το κόμμα ότι είχαμε μπροστά μας ένα πολύ δύσκολο έργο, και ότι θα έπρεπε να βάλουμε όλη μας την ενέργεια, την ψυχή και το πάθος μας στον αγώνα αυτό, ο οποίος θα μπορούσε να έχει και υψηλό πολιτικό κόστος. Παρά το υψηλό πολιτικό κόστος, πίστευα και εξακολουθώ να πιστεύω ότι, αντί να βρίσκονται στο τιμόνι τα δεξιά κόμματα, ήταν καθήκον μας να αναλάβουμε την κυβέρνηση, καθώς κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στην ανοικοδόμηση της κοινωνία μας και στην έξοδο της Ισλανδίας από την κρίση.

Έτσι συμμετείχαμε χωρίς δισταγμό στην κυβέρνηση την 1η Φεβρουαρίου 2009. Αποδείχθηκε ότι ήταν πολύ δύσκολο για εμάς, και ατομικά αλλά και συλλογικά ως κόμμα. Πληρώσαμε το τίμημα και χάσαμε τις εκλογές, τεσσερισήμισι χρόνια αργότερα. Το κόμμα πέρασε δύσκολες στιγμές όταν ορισμένα μέλη αποχώρησαν από την κοινοβουλευτική ομάδα κατά τη διάρκεια της πιο επώδυνης περιόδου και σκοτωθήκαμε στη δουλειά. Αλλά δεν μετανιώνω ούτε για στιγμή γι’ αυτό που κάναμε. Κάναμε το σωστό, και ήταν καθήκον μας να το κάνουμε. Ολοένα και περισσότεροι παραδέχονται σήμερα ότι πετύχαμε να βγάλουμε την Ισλανδία από την κρίση και ότι αυτό το κάναμε με τον πιο υπεύθυνα κοινωνικά τρόπο.

 Θα θέλαμε να μας περιγράψετε, με λίγα λόγια, την εμπειρία σας από αυτά τα τέσσερα χρόνια αριστερής κυβέρνησης. Ποια ήταν τα πιο επείγοντα προβλήματα που αντιμετωπίσατε; Πώς ήταν οι πρώτες μέρες, και πότε αντιληφθήκατε ότι πραγματικά φέρνετε μια αλλαγή;

Πήραμε την εξουσία αρχικά ως κυβέρνηση μειοψηφίας. Οι πρώτοι μήνες πέρασαν με την προετοιμασία της Ισλανδίας για τις εκλογές, προσπαθώντας να σβήσουμε τις πυρκαγιές στην οικονομία, να σταθεροποιήσουμε και πάλι την κοινωνία, να δώσουμε στους ανθρώπους ελπίδα. Μετά τη νίκη μας στις πρόωρες εκλογές, την άνοιξη του 2009, ήμασταν σε θέση να σχηματίσουμε κυβέρνηση πλειοψηφίας μαζί με τους Σοσιαλδημοκράτες. Τότε άρχισε η πραγματική δουλειά, για να τραβήξουμε την Ισλανδία από το χείλος της καταστροφής και να την οδηγήσουμε στην ανάκαμψη. Οι μεγαλύτερες προκλήσεις ήταν να ληφθεί ένα ευρύ φάσμα μέτρων για να αποφευχθεί η χρεοκοπία, η ανοισυγκρότηση ενός λειτουργικού χρηματοπιστωτικού τομέα, η προστασία των ομάδων με χαμηλό εισόδημα και των αδύναμων, η ανάσχεση της αύξησης της ανεργίας, και θα μπορούσα να συνεχίσω. Ήταν σαν να έχεις ένα τεράστιο βουνό μπροστά σου που έπρεπε να ανέβεις και δεν υπήρχε τρόπος να γυρίσεις πίσω ούτε να τα παρατήσεις. Μερικές φορές, έλεγα ότι η φράση «τα παρατάω» είναι η μόνη φράση που δεν υπάρχει στο λεξικό μας. Χρειάστηκε να περάσει ένας χρόνος πάνω κάτω για να φανούν τα πρώτα σαφή σημάδια ότι τα καταφέρνουμε. Η οικονομία άρχισε να ανακάμπτει το δεύτερο εξάμηνο του 2010, αλλά ο αγώνας συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια των τεσσεράμισι αυτών χρόνων. Συνέχεια ανάγνωσης

Δημόσιο Πανεπιστήμιο: Ανθρωπισμός και Δημιουργία

Standard

web only-μόνο στο μπλογκ των Ενθεμάτων

της Άννας Ρούσσου, του  Βασίλη Αναστασόπουλου, του  Δημήτρη Καλπαξή και του Χριστόφορου Κροντηρά

Ζαν Μέτζινγκερ, «Σφίγγα», 1920

Ζαν Μέτζινγκερ, «Σφίγγα», 1920

Το ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο, από τα πρώτα του βήματα, είχε ως βασικό του άξονα τον άνθρωπο. Η δημιουργία και η πρόοδος ήταν οι σημαντικότεροι σκοποί των πανεπιστημίων. Από τα μεσαιωνικά ήδη χρόνια, τα πανεπιστήμια είναι αυτοδιοίκητα, αναγνωρίζοντας το πλαίσιο αυτό ως απαραίτητο για την απρόσκοπτη παραγωγή γνώσης που θα είναι αποτελεσματική για την κοινωνία.

Η προσπάθεια του μνημονιακού συστήματος, όλο το τελευταίο χρονικό διάστημα, ήταν η αποκοπή των αισθητηρίων του δημόσιου πανεπιστημίου από τις κοινωνικές ανάγκες και τις προσδοκίες του κόσμου της εργασίας και των γραμμάτων. Σκοπός των νεοφιλελεύθερων πολιτικών είναι η εμπορευματοποίηση της παραγωγής της γνώσης καθώς και η απενεργοποίηση του ακαδημαϊκού κόσμου από τα προβλήματα της κοινωνίας, η οποία μέσα από τη συκοφάντηση στέκεται επιφυλακτικά και ενίοτε εχθρικά απέναντι στα πανεπιστήμια. Μια ριζοσπαστική μεταρρύθμιση στον τρόπο λειτουργίας των πανεπιστημίων απαιτεί την υποχρεωτική εμπλοκή τους στα κοινωνικά δρώμενα και την επικοινωνία του ακαδημαϊκού κόσμου με την μήτρα της ανάγκης που τον δημιούργησε, δηλαδή την ίδια την κοινωνία.

Το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των πανεπιστημίων θα πρέπει να είναι οραματικό και άμεσα υλοποιήσιμο. Ο κόσμος της αριστεράς όφειλε να έχει διαθέσιμο το πλαίσιο αυτό και να το συζητά με την ακαδημαϊκή κοινότητα και την κοινωνία. Η υστέρηση στην παρουσίαση αυτού του πλαισίου δε σημαίνει έλλειψη οραματικών απόψεων. Μπορεί όμως να δηλώνει αδυναμία συντονισμού και λήψης αποφάσεων ή προσπάθεια συμβιβασμού απόψεων. Συνέχεια ανάγνωσης

στα Ενθέματα σήμερα 15/1

Standard

Κείμενα των: Στρατή Μπουρνάζου, Γιώργου Καλπαδάκη, Γιώργου Κοτσυφάκη, Έλενας Πατρικίου, Στεϊνγκρίμουρ Σιγκφούσον, Αριστείδη Καλάργαλη, Ασημάκη Πανσέληνου, Δημήτρη Σταματόπουλου, Πάολο Γκερμπάουντο, Νίκου Ποταμιάνου

Πάμπλο Πικάσο, «Γυναίκες που τρέχουν στην ακτή», 1922

Πάμπλο Πικάσο, «Γυναίκες που τρέχουν στην ακτή», 1922

Venceremos, το λοιπόν! Γράφει ο Στρατής Μπουρνάζος: «Μιλάω την προσωπική μας ιστορία, τους αγώνες και τις δικές μας στιγμές, από τις πιο μεγάλες μέχρι και τις πιο μικρές (μικρές, αλλά ανεκτίμητες, ένας Ροζ Πάνθηρας που ξεπηδάει από τα αυτοκολλητάκια της ΣΑΦ, στη Φιλοσοφική του ’80), τις βλέπω να περνάνε καρέ καρέ μπροστά μου, καθώς ακούω το Bella Ciao στην Πανεπιστημίου. Η τυραννία της μνήμης, η ευλογία της μνήμης […]. Η πράξη είναι το πεδίο που μπορεί να εγγυηθεί πλατιές κοινωνικές (και όχι πολιτικές ή, ακόμα χειρότερα, πολιτικάντικες) συμμαχίες: η πράξη, η διεύρυνση του πεδίου της πράξης. Αυτό είναι το καθήκον μας, θεωρώ: να αδράξουμε τη στιγμή, να δημιουργήσουμε συμφωνίες και ρήξεις με βάση τις πράξεις. Και τη συμφωνία ή την κριτική μας, την υποστήριξη ή την αντίθεση, να τις εκφράσουμε πάλι με πράξεις — όχι με παχιά λόγια, είτε πανηγυρικούς είτε φιλιππικούς».

«Για να βγούμε από την κρίση, πρέπει να κυβερνήσει η Αριστερά». Συνέντευξη του Στεϊνγκρίμουρ Σιίγκφουσον, υπουργού Οικονομικών στην αριστερή κυβέρνηση της Ισλανδίας (2009-2013). «Παραδώσαμε μια πιο κοινωνία πιο ισότιμη από ό,τι πριν την κρίση». «Φορολογήσαμε τον μεγάλο πλούτο, προστατεύσαμε τους ανθρώπους με χαμηλό εισόδημα και υπερασπιστήκαμε τις δομές κοινωνικής πρόνοιας». «Αυτό που θα έκανα διαφορετικά, σήμερα, θα ήταν να δώσω έμφαση στον κοινωνικό διάλογο και στην κοινωνική συμμετοχή».

Η κοινωνική απογραφή ως αφετηρία ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων. Γράφουν ο Γιώργος Καλπαδάκης και ο Γιώργος Κοτσυφάκης γράφουν για την κοινωνική απογραφή ως αφετηρία ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων: «Μια ολοκληρωμένη πολιτική στη βάση της κοινωνικής απογραφής θα πρέπει να ενσωματώσει και τα πορίσματα που έχουν ήδη εξαχθεί για τη συμφιλίωση της εργασιακής και οικογενειακής ζωής από την Ελληνική Εθνική Επιτροπή της UNICEF και το ΕΚΚΕ — τη λήψη μέτρων για την παροχή στεγαστικών διευκολύνσεων κι εισοδηματικών ενισχύσεων στις οικογένειες, την ενίσχυση της γυναικείας απασχόλησης παράλληλα με τη συγκρότηση υπηρεσιών φροντίδας και φύλαξης των παιδιών και τη θέσπιση της γονεϊκής άδειας με αποδοχές και μέριμνα για τις ανάγκες στους βρεφονηπιακούς και παιδικούς σταθμούς».

«Με το κεφάλι στον πάγκο του χασάπη». Γράφει η Έλενα Πατρικίου: «Στο μετά την σφαγή τεύχος του Charlie, ο Luz σχεδίασε στην πρώτη σελίδα τον Προφήτη δακρυσμένο. Η καρικατούρα ακολουθεί όλα τα κωμικά στερεότυπα της γελοιογραφικής αναπαράστασης του Άραβα (τη μύτη, το χρώμα του δέρματος, τα αραιά γένια…). Αλλά η λεζάντα γράφει: “Όλα έχουν συγχωρεθεί”. Τί έχει συγχωρεθεί; Τα σκίτσα, η βλασφημία, η σφαγή, το αίσθημα της ταπείνωσης, οι φόνοι; Ποιός έχει συγχωρέσει; Ο άσκημος δακρυσμένος Μωάμεθ ή ο σκιτσογράφος του Charlie; Ίσως δεν έχει σημασία. Ίσως το μόνο που έχει σημασία είναι ότι, αν έχουν όλα συγχωρεθεί, μπορούμε ξανά να γελάσουμε».

«Σύρριζα», ένα αστυνομικό του Πέτρου Μαρτινίδη: Ο Νίκος Ποταμιάνος γράφει: «Αγάπησα τα αστυνομικά μυθιστορήματα του Μαρτινίδη, επειδή χάρη στη συγγραφική του μαεστρία ζωντάνευε ανθρώπους με αξίες που έρχονταν αντιμέτωποι με ανθρώπους κυνικούς, διατεθειμένους να κάνουν τα πάντα (ή έστω αρκετά) για το χρήμα και την εξουσία. Οι χαρακτήρες του, όμως, έχουν γίνει πια λιγότερο ζωντανοί. Είναι απογοητευτικό το πόσο λίγο αληθοφανής είναι η καρικατούρα ενός από τους τρομοκράτες: Κοντός και ψευδός, άρα (συμπεραίνει ο αναγνώστης) προβληματικός και κομπλεξικός. τέτοιοι είναι οι άνθρωποι που γίνονται τρομοκράτες. “Γνήσιο παιδί του κινήματος”, που μιλάει με συνθήματα. για την ακρίβεια δεν μιλάει αλλά φωνάζει, και απαντά σε αυτόν που του ζητάει να μιλά πιο σιγά: “Aδελφίστικα ψιθυρίσματα προτιμάς του λόγου σου;”. Μπορείτε να φανταστείτε κάπως έτσι τον Νίκο Ρωμανό (που προφανώς εμπίπτει στους τρομοκράτες κατά Μαρτινίδη); Εγώ, πάντως, όχι».

«Eμείς και οι άλλοι». Ένα κείμενο του Ασημάκη Πανσέληνου για τις εκλογές του 1950 στη Λέσβο και το ψηφδέλτιο της Δημοκρατικής Παράταξης στη Λέσβο, στην οποία ήταν υποψήφιος. Μας το παρουσιάζει ο Αριστείδης Καλάργαλης.

«Πόλεμος και Επανάσταση ή πώς ξαναγράφουμε από την αρχή μια Βαλκανική Ιστορία». Γράφει ο Δημήτρης Σταματόπουλος: «Το ξέσπασμα των ευρωπαϊκών επαναστάσεων, καθ’ όλη τη διάρκεια του μακρού 19ου αιώνα, μοιάζει να κινείται ακριβώς αντίστροφα σε σχέση με τον ρου της Παγκόσμιας Ιστορίας του Χέγκελ: αντί να κινείται από Ανατολάς προς Δυσμάς και το Απόλυτο Πνεύμα της να ενσαρκώνεται στο αστικό κράτος, η κίνηση είχε αντιστραφεί και η Ιστορία κινούνταν από Δυσμάς προς Ανατολάς, ακολουθώντας την πορεία της ραγδαίας εκβιομηχάνισης της ηπείρου. Η Επανάσταση έμοιαζε να αποτελεί τον προάγγελο της αστικοποίησης των φεουδαλικών κοινωνιών. Και αυτή η αυτοεκπληρούμενη προφητεία υλοποιήθηκε ακόμη και στην περίπτωση των κομμουνιστικών επαναστάσεων στη Ρωσία και στην Κίνα — έστω κι αν χρειάστηκε να μεσολαβήσει μια παρατεταμένη κυριαρχία της γραφειοκρατίας, η οποία έπρεπε να υποκαταστήσει στον ρόλο του τον συλλογικό κεφαλαιοκράτη».

Όχι πια χωρίς ηγέτες. Του Πάολο Γκερμπάουντο (μετάφραση: Αντώνηε Γαλανόπουλος): «Ωστόσο, προς το παρόν η άνοδος του Τσίπρα και του Ιγκλέσιας προσφέρει ένα πολύ σημαντικό μάθημα για την Αριστερά και τα κοινωνικά κινήματα. Παρά το κυνισμό που έχει εδώ και αρκετά χρόνια συσσωρευτεί στην έννοια της ηγεσίας, συνεχίζουμε να χρειαζόμαστε ηγέτες: άτομα ικανά να μας κατευθύνουν και να μας εμπνέουν και να μας δίνουν μια ενιαία φωνή στο δημόσιο χώρο, πέρα από τις εξαιρετικές στιγμές της μαζικής κινητοποίησης, όπως αυτές που παρατηρήθηκαν στις καλύτερες μέρες του 2011».