Πόλεμος και Επανάσταση ή πώς ξαναγράφουμε από την αρχή μια Βαλκανική Ιστορία

Standard

του Δημήτρη Σταματόπουλου

Δαβίδ Μπουρλιούκ, «Επανάσταση», 1917

Δαβίδ Μπουρλιούκ, «Επανάσταση», 1917

Το ξέσπασμα των ευρωπαϊκών επαναστάσεων, καθ’ όλη τη διάρκεια του μακρού 19ου αιώνα, μοιάζει να κινείται ακριβώς αντίστροφα σε σχέση με τον ρου της Παγκόσμιας Ιστορίας του Χέγκελ: αντί να κινείται από Ανατολάς προς Δυσμάς και το Απόλυτο Πνεύμα της να ενσαρκώνεται στο αστικό κράτος, η κίνηση είχε αντιστραφεί και η Ιστορία κινούνταν από Δυσμάς προς Ανατολάς, ακολουθώντας την πορεία της ραγδαίας εκβιομηχάνισης της ηπείρου. Η Επανάσταση έμοιαζε να αποτελεί τον προάγγελο της αστικοποίησης των φεουδαλικών κοινωνιών. Και αυτή η αυτοεκπληρούμενη προφητεία υλοποιήθηκε ακόμη και στην περίπτωση των κομμουνιστικών επαναστάσεων στη Ρωσία και στην Κίνα — έστω κι αν χρειάστηκε να μεσολαβήσει μια παρατεταμένη κυριαρχία της γραφειοκρατίας, η οποία έπρεπε να υποκαταστήσει στον ρόλο του τον συλλογικό κεφαλαιοκράτη. Έτσι, κατά παράδοξο τρόπο, οι επαναστάσεις που πρόβλεψαν τον τέλος του αστικού κόσμου ολοκλήρωσαν τη διαδικασία αστικοποίησης στα δύο τρίτα περίπου της γήινης σφαίρας.

Η παράταση όμως αυτής της δύσκολης διαδικασίας οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε εκείνον που την ξεκίνησε: η Γαλλία έμοιαζε να ταράσσει διαρκώς τους όρους με τους οποίους διαμορφωνόταν ένα σύγχρονο αστικό κράτος. Έχει χυθεί πολύ μελάνι για να εξηγηθεί γιατί το Παρίσι επιμένει στις επαναστάσεις. Η πιο πιθανή εξήγηση είναι ότι το 1789 δεν ολοκλήρωσε την πολιτική και κοινωνική ηγεμονία της αστικής τάξης με οριστικό τρόπο, όπως ο Εμφύλιος Πόλεμος και η Ένδοξη Επανάσταση στην Αγγλία του 17ου αιώνα. Προτού όμως αυτή η ηγεμονία ολοκληρωθεί με την Επανάσταση του 1830 και του 1848, εισέβαλε στην σκηνή της παγκόσμιας Ιστορίας ένας απροσδόκητος παράγοντας, με τον οποίο οι αστοί έπρεπε να συγκρουστούν, συμμαχώντας με τους συντηρητικούς γαιοκτήμονες. Ωστόσο, πρόκειται και για κάτι παραπάνω: για μια παραγωγή γεγονότων του μύθου, που συνόδευε πλέον το επαναστατικό γεγονός.

Με το 1789, η Επανάσταση κατέστη η μυθική καταστατική στιγμή της ίδρυσης της νεωτερικότητας. Και αυτός ο μύθος μεγάλωνε όσο αυξάνονταν οι προσπάθειες των «αντιδραστικών» αντεπαναστατών να τον καταρρίψουν. Εάν το 1789 υπήρξε ο καταστατικός μύθος της ανάδυσης του αστικού καθεστώτος στην Ευρώπη, το 1848 υπήρξε η στιγμή της ιδιοποίησης του μύθου από τους αντιπάλους των αστών, τους προλετάριους.

Εκεί όμως συνέβη κάτι πολύ ενδιαφέρον στην ευρωπαϊκή Ιστορία: το ίδιο επαναστατικό γεγονός, ως πανευρωπαϊκό, σηματοδότησε τη διαφοροποίηση Δυτικής και Ανατολικής Ευρώπης. Στην πρώτη, τα εργατικά κυρίως κινήματα ενάντια στην κοινωνική ανισότητα, σε επιθετικά αποικιοκρατικά κράτη όπου η οικονομική δυσπραγία των υπάλληλων τάξεων απαλύνονταν από τον πλούτο που εισέρεε απ’ τις αποικίες, έμοιαζαν να προσπαθούν να λύσουν εσωτερικά τις αντιφάσεις της αστικής κοινωνίας. Η Αγγλία αποτελούσε το υπόδειγμα και οι υπόλοιποι ακολουθούσαν. Στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη όμως η εκκρεμότητα της ιταλικής και γερμανικής ενοποίησης και η σοβούσα κρίση των μεγάλων ηπειρωτικών αυτοκρατοριών των Οθωμανών, των Αψβούργων και των Ρομανόφ (μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο) κατέστησε το 1848 εναρκτήρια στιγμή ενός μεγάλου κύματος εθνικών επαναστάσεων, που επηρέασε άμεσα και τα Βαλκάνια. Το εσωτερικό σχίσμα στην Ευρώπη μεταξύ επαναστατικών κινημάτων που κατανοούνταν με κοινωνικούς όρους και επαναστατικών κινημάτων που κατανοούνταν με εθνικούς όρους ήταν πλέον ορατό. Την ίδια στιγμή, κάθε επανάσταση θα γνώριζε αυτό το σχίσμα: Μπορούσε να ερμηνευθεί ως κοινωνική ή ως εθνική;

Το σχίσμα: κοινωνική ή εθνική επανάσταση;

Ακούγεται μάλλον προκλητικό να ισχυριστώ ότι το σχίσμα αυτό προβάλλεται και στις παρελθούσες Επαναστάσεις. Ωστόσο, υπάρχει αμφιβολία ότι η διπλή Αγγλική του 17ου αιώνα και η Γαλλική Επανάσταση του 18ου αιώνα ήταν αστικές επαναστάσεις; Και, ταυτόχρονα, ότι η εσωτερική διευθέτηση που παρήγαγαν αυτά τα επαναστατικά γεγονότα στην αγγλική και γαλλική κοινωνία υπήρξαν εναρκτήριες στιγμές μιας εξωστρεφούς διαδικασίας που θα τις μετατρέψει σε μεγάλες αποικιοκρατικές δυνάμεις; Με άλλα λόγια, αυτό που ο Jack A. Goldstone περιγράφει ως state breakdown (16ος-18ος αιώνας), το οποίο προκαλεί επαναστατικές εκρήξεις, είναι μόνο η μία πλευρά του νομίσματος. Η άλλη είναι ότι η επανάσταση ανασυγκροτεί την κρατική μηχανή, την αναβαπτίζει σε μια νέα νομιμότητα και την καθιστά έτοιμη για μια μεγάλη εξόρμηση αναζήτησης «εξωτερικών αγορών». Βέβαια, στην περίπτωση της Γαλλίας η αποτυχία στην Αμερική έπαιξε σημαντικό ρόλο στην έκρηξη της Επανάστασης. Ωστόσο, αυτό καθαυτό το γεγονός πυροδότησε μια νέα αποικιοκρατική εξόρμηση η οποία, ασχέτως με το εάν ηττήθηκε στην Αίγυπτο και στο Τραφάλγκαρ, ισορρόπησε σε μεγάλο βαθμό την αγγλική παντοδυναμία στη Βόρεια Αφρική και την Ανατολική Μεσόγειο. Οι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι συνιστούν μια ακύρωση των επαναστατικών ιδεωδών στο εσωτερικό, και ταυτόχρονα εξαγωγή ενός νέου συμβολικού προϊόντος με το brand name «επανάσταση» στο εξωτερικό.

Εκατό χρόνια μετά τη Γαλλική Επανάσταση του 1789, το Παρίσι θα βιώσει μια νέα επαναστατική εξέγερση. Μοιάζει σαν οι Γιακωβίνοι να παίρνουν την εκδίκησή τους, αλλά το σημαντικό είναι πως η εξέγερση προκύπτει μέσα από μια ήττα σε εξωτερικό πόλεμο: Εάν η Γαλλική Επανάσταση έδωσε στον Ναπολέοντα τη δυναμική να συντρίψει Αυστριακούς και Πρώσους στο Αούστερλιτς και την Ιένα, εάν οι Αγγλικές Επαναστάσεις έλαβαν χώρα μετά τη συντριβή της Ισπανικής Αρμάδας, το 1871 θα δημιουργήσει ένα μοντέλο επαναστατικής διαδικασίας το οποίο θα προκαλείται από την εξωτερική επέμβαση και τη στρατιωτική ήττα. Το 1905 με την ήττα των Ρώσων από τους Ιάπωνες, το 1917 με την ήττα των Ρώσων από τους Γερμανούς, το 1937 με την ήττα των Κινέζων από τους Ιάπωνες το μοντέλο θα επαναληφθεί, αλλά σε μια πολύ μεγαλύτερη κλίμακα σε σχέση με το Παρίσι του 1871, καθώς η ήττα είναι αυτή που θα δώσει την ώθηση για μια διαδικασία επαναστατικής ανασυγκρότησης στο εσωτερικό των χωρών αυτών, που δεν είναι χώρες αλλά ήπειροι.

Έτσι, καταλήγουμε στο συμπέρασμα που αποτελεί την εναρκτήρια θέση του συνεδρίου μας: ο μακρός 19ος αιώνας τελειώνει αντίστροφα από ό,τι ξεκίνησε. Ξεκίνησε με μια Επανάσταση που θα προκαλέσει μια εικοσαετία πολεμικών συγκρούσεων και θα τελειώσει με έναν Μεγάλο Πόλεμο ο οποίος θα προκαλέσει με τη σειρά του μια Επανάσταση, που θα ισχυριστεί για τον εαυτό της ότι ολοκληρώνει τις αρχές πάνω στις οποίες βασίστηκε η Γαλλική — κυρίως την αρχή της ισότητας.

Επανάσταση, Πόλεμος και Βαλκανική Ιστορία

Πώς όμως μια τέτοια προσέγγιση του επαναστατικού φαινομένου στη συσχέτισή του με τον πόλεμο μπορεί να μας κάνει να επανερμηνεύσουμε την Ιστορία των Βαλκανίων; Κατά τη γνώμη μου, μέχρι τώρα διαθέτουμε δύο βασικούς τρόπους αφήγησης για το τι συνέβη στα Βαλκάνια από τον 18ο έως τον 20ό αιώνα. Ο πρώτος ονομάστηκε, κωδικοποιημένα, «Ανατολικό Ζήτημα»: είναι η περιγραφή της αποικιοκρατικής/ιμπεριαλιστικής δράσης των Μεγάλων Δυνάμεων οι οποίες παίζουν στα ζάρια την τύχη του Μεγάλου Ασθενούς, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ποδηγετούν εθνικά κινήματα, ελέγχουν πολιτικές ελίτ και προσπαθούν διαρκώς να βρουν και μεταξύ τους ένα σημείο ισορροπίας, πριν ξεκινήσουν τον επόμενο πόλεμο για να καταλάβουν καλύτερη θέση στη σκακιέρα. Όταν μιλάμε για «Ανατολικό Ζήτημα» ο πρωταγωνιστής της Ιστορίας είναι κυρίως η Δύση (μαζί με τη Ρωσία).

Σε αυτή την κυρίαρχη αφήγηση του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, αντιπαρατέθηκε μια άλλη, που κυριάρχησε στη μεταπολεμική περίοδο: η αφήγηση της ανάδυσης των εθνικών κινημάτων. Οι βαλκανικοί λαοί κατά την οθωμανική (ή και την αυστριακή) κατάκτηση είχαν περιπέσει σε ύπνωση για αιώνες. Η Γαλλική Επανάσταση και ο Διαφωτισμός αποτελούν το κέντρισμα που χρειάζονταν για να αφυπνιστούν και να διεκδικήσουν εκείνο που οι Δυτικοί είχαν ήδη κατακτήσει: κράτη με αστικό Σύνταγμα, το οποίο θα διαφύλασσε προπάντων τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα (έννοια άγνωστη στην Οθωμανική Ανατολή). Εάν στην αφήγηση του Ανατολικού Ζητήματος οι πρωταγωνιστές ήταν κυρίως οι Μεγάλες Δυνάμεις της Δύσης, η «εθνοκεντρική» ιστοριογραφία (με τον όρο περιγράφω γενικά την βαλκανική ιστοριογραφία από την εποχή του Σταυριανού, της Jelavic και των επιγόνων) έδινε την πρωτοκαθεδρία στα έθνη της Βαλκανικής Ανατολής, στα κινήματά τους, στις εξεγέρσεις και τις επαναστάσεις τους, στη συγκρότηση των κρατών τους και των εθνικών ταυτοτήτων τους.

Τις τελευταίες δυο δεκαετίες έγινε απόπειρα να διατυπωθεί μια τρίτη αφήγηση, η οποία επιμένει στο οθωμανικό πλαίσιο, συνδέοντας τα Βαλκάνια με το αυτοκρατορικό τους παρελθόν. Ωστόσο, μια τέτοια προσέγγιση έχει δείξει τα όριά της, καθώς συχνά οδήγησε στην εξιδανίκευση πλευρών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και στην οριενταλιστικής έμπνευσης καταγγελία των κακών εθνικισμών που τη διέλυσαν (το βιβλίο του Arnold Toynbee The Western Question ο πρόγονος όλων αυτών). Θα μου επιτρέψετε, λοιπόν, να προτείνω μια «διόρθωση» αυτού του τρόπου ερμηνείας, που σωστά προσπάθησε να αναδείξει την ιστορικότητα του αυτοκρατορικού παρελθόντος: Να δούμε την ανάδυση των εθνικών κινημάτων στα Βαλκάνια, συνεπώς των εξεγέρσεων που διεκδικούσαν το status επανάστασης, όχι σαν αυτόνομη διαδικασία αφύπνισης ούτε σαν μηχανικό αποτέλεσμα του ανταγωνισμού των Μεγάλων Δυνάμεων στον χώρο της Ανατολικής Μεσογείου. Αλλά να αντιμετωπίσουμε τα εθνικά κινήματα ως αντιστοιχήσεις της επαναστατικής διαδικασίας που σημάδευε την ίδια την Ιστορία της Δύσης. Τα εθνικά κινήματα στην Α. και Ν.Α. Ευρώπη, σε μια τεράστια γεωγραφική ζώνη από την Πολωνία έως την Ελλάδα, θα διαπραγματεύονται διαρκώς την ταυτότητά τους με βάση τις εσωτερικές ρηγματώσεις της Δύσης. Πιο συγκεκριμένα, μπορούμε να δούμε εξαρχής τα βαλκανικά εθνικά κινήματα ως αλληλεπίδραση με τα επαναστατικά γεγονότα της Δύσης, και ειδικά αυτά που έλαβαν χώρα στο Παρίσι. Έτσι, η Ελληνική και η Σερβική Επανάσταση θα μπορούσαν να θεωρηθούν αποτελέσματα των αναταράξεων που προκάλεσε η Επανάσταση του 1789 και οι επακόλουθοι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι. Το βουλγαρικό, το ρουμανικό και το κροατικό εθνικό κίνημα αναπτύσσονται, κατά κύριο λόγο, μεταξύ των επαναστάσεων του 1830 και κυρίως του 1848. Τέλος, το 1871 με ό,τι αυτό συνεπάγεται (Ανατολική Κρίση κλπ.) περαιώνει τη διαδικασία εθνικής ολοκλήρωσης των παραπάνω κινημάτων και ταυτόχρονα ανοίγει ένα τρίτο κύμα εθνικισμών, με το αλβανικό και το σλαβομακεδονικό εθνικό κίνημα. Το πρώτο θα ολοκληρωθεί με το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων, το δεύτερο θα παραμείνει σε εκκρεμότητα μέχρι και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Διαφωτιστική και ρομαντική ριζοσπαστικότητα

Μια τέτοια θεώρηση των επαναστατικών κινημάτων στα Βαλκάνια, ως αποτελέσματος των ρηγματώσεων που υπέστησαν οι Μεγάλες Δυνάμεις, είτε εσωτερικών (επαναστάσεις) είτε εξωτερικών (πόλεμοι), μας επιτρέπει να δούμε στη μακρά διάρκεια την ενότητα αυτής της διαδικασίας και να μη θεωρήσουμε τυχαία την αντιστροφή που συνέβη στην αρχή και στο τέλος του μακρού 19ου αιώνα. Σε αυτό το επίπεδο είναι κρίσιμη η συνεισφορά όσων ιστορικών των ιδεών επιμένουν στη ανάδειξη των αρχών του Ριζοσπαστικού Διαφωτισμού, όπως ο Jonathan Israel. Το έργο του για τον Ριζοσπαστικό Διαφωτισμό άλλαξε την αντίληψή μας για ό,τι θεωρούσαμε μονοσήμαντα ως ενιαίο και επαναστατικό ιδεολογικό ρεύμα. Γνωρίζω τις συγκρούσεις που προκάλεσε όσον αφορά το ερμηνευτικό πλαίσιο: το κομμάτι των ριζοσπαστών διαφωτιστών παρήχθη από κοινωνικά δίκτυα ή από ιδέες (η επιμονή του Israel να υπερασπίζεται την προτεραιότητα των ιδεών των ριζοσπαστών Αμερικανών έναντι των Γάλλων); Εάν ισχύει όμως η πρότασή του ότι ο ριζοσπαστικός Διαφωτισμός παρήχθη από τον σπινοζικό φιλοσοφικό μονισμό (δηλαδή τη βαθιά, πολιτική πρωτίστως ανάγκη να επανασυγκολληθούν τα κομμάτια του κατακερματισμένου –από τον Ορθό Λόγο των καρτεσιανών και των επιγόνων τους– κόσμου) αυτή η ριζοσπαστικότητα πολύ εύκολα μπορεί να συνδεθεί με τον μονιστικό τρόπο που ο ρομαντισμός επίσης κατανοούσε τον κόσμο τον 19ο αιώνα. Και γνωρίζουμε ότι ο ρομαντισμός του 19ου αιώνα δεν διαπερνά μόνο το εθνικό φαινόμενο αλλά επηρεάζει τα σοσιαλιστικά και τα αναρχικά κινήματα. Αυτοί οι δυο φαινομενικά διαφορετικοί τύποι ριζοσπαστικότητας, ο διαφωτιστικός και ο ρομαντικός, αποκτούν ένα κοινό παρονομαστή, ένα ενιαίο ρεύμα τους διαπερνά και τους καθορίζει. Μεταξύ μιας γραμμικής αντίληψης για το ξέσπασμα των Επαναστάσεων ως αποτέλεσμα της οικονομικής προόδου και μιας συμπεριφορικής ως αποτέλεσμα της κατάρρευσης αυξανόμενων προσδοκιών, η αναίρεση των τυπολογικών διαφοροποιήσεων μεταξύ Διαφωτισμού και Ρομαντισμού, με την επιμονή στο κομμάτι του Ριζοσπαστικού Διαφωτισμού, μπορεί να αποδειχθεί πολύ περισσότερο γόνιμη, κυρίως επειδή θα δει την Επανάσταση πέρα από τον μυθοποιημένο εαυτό της και θα δώσει ένα κοινό παρονομαστή να ενοποιήσουμε και την Ιστορία της Δυτικής και Ανατολικής Ευρώπης.

Ο Δημήτρης Σταματόπουλος διδάσκει Βαλκανική και Ύστερη Οθωμανική Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Το άρθρο αποτελεί συνοπτική απόδοση της εισήγησή του στο διεθνές συνέδριο «Balkan Worlds II: Balkan Perceptions of War and Revolution in the Long Nineteenth Century (1789-1918)», που οργάνωσε το Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας (Θεσσαλονίκη, 27-29.11.2014).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Πόλεμος και Επανάσταση ή πώς ξαναγράφουμε από την αρχή μια Βαλκανική Ιστορία

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s