Ένας βερολινέζικος τοίχος

Standard

του Νίκου Χατζηνικολάου

Ήταν το βράδυ της 19ης Δεκεμβρίου.   Στο σπίτι που μέναμε γιόρταζαν και προβλεπόταν άγριο ξενύχτι και χορός μέχρι το πρωί. Για να μην ταλαιπωρηθούμε, μια νέα κοπέλα, μεταπτυχιακή φοιτήτρια της ιστορίας της τέχνης, μας πρότεινε να μας παραχωρήσει το διαμέρισμά της για τη νύχτα. Έτσι θα μπορούσαμε να φύγουμε όποια ώρα θέλαμε. Γύρω στις 1.30 ξεκινήσαμε. Έπρεπε να πάρουμε το τραίνο. Έβρεχε δυνατά. Φτάσαμε μουσκίδι στο άγνωστο σπίτι. Δεύτερη εσωτερική αυλή και μετά οι σκάλες. Βρήκαμε τα φώτα στην είσοδο και μετά στο υπνοδωμάτιο. Ήμασταν τόσο κουρασμένοι που κοιμηθήκαμε αμέσως.

Όταν ξυπνήσαμε ήταν σχεδόν μεσημέρι. Ένα ψηλοτάβανο κατάλευκο δωμάτιο με μεγάλα πράσινα φυτά. Δίπλα μας δυο παράθυρα με λευκές κουρτίνες από κάμποτο. Τις είχα τραβήξει τη νύχτα για να μην μας ξυπνήσει το φως το πρωί. Βέβαια, το φως του Βορρά το ξέρουμε. Αλλά παρόλα αυτά. Θα μπορούσε να μας ξυπνήσει.

Φωτ.: Ν. Χ.

Φωτ.: Ν. Χ.

Έτσι, σηκώθηκα για ν’ ανοίξω τις κουρτίνες. Τις τράβηξα με δύναμη και ξαφνικά οι τελευταίες μέρες του πολέμου μπήκαν ορμητικά στο δωμάτιο. Ο απέναντι τοίχος, λίγα μόνο μέτρα μακριά, έφερε πάνω του σημάδια των μαχών των τελευταίων ημερών. Τον είχαν χτυπήσει βλήματα από βαριά και ελαφρά όπλα που ένας κισσός δεν κατάφερνε να σκεπάσει. Το οικονομικό θαύμα της Γερμανίας δεν είχε προλάβει να τα εξαφανίσει. Στεκόμουνα εκεί, Δεκέμβρης του 2014, κι άκουγα τον κρότο των όπλων.

Στις 30 Απριλίου του 1945, γράφει κάπου ο Γιόαχιμ Φεστ, οι οβίδες του σοβιετικού πυροβολικού έφταναν μέχρι τον Τίεργκαρτεν ή και πιο κοντά κι έκαναν το τσιμεντένιο καταφύγιο της Ράιχσκαντσλάι να τρέμει. Εκείνο το μεσημέρι, γύρω στις 14.00, ο Χίτλερ γευμάτισε για τελευταία φορά με τις δύο γραμματείς και τη μαγείρισσά του πριν επιστρέψει στα προσωπικά του δωμάτια και αυτοκτονήσει. Λίγο αργότερα, την ίδια μέρα, ρώσοι στρατιώτες ανέβασαν την κόκκινη σημαία στο Ράιχσταγκ.

Πόσος πόνος, πόσο αίμα, τόσο κοντά και τόσο μακριά μας. Πώς μπορεί κανείς να βλέπει αυτό το θέαμα κάθε μέρα; Η νεαρή Γερμανίδα φοιτήτρια των αρχών του 21ου αιώνα το βλέπει; Μήπως δεν κοιτάζει καθόλου προς τα εκεί για να προστατεύσει τον εαυτό της; Σήμερα, που Γερμανοί στρατιώτες βρίσκονται στο Αφγανιστάν, ποιές να είναι άραγε οι σκέψεις της; Ακούει τα όπλα; Το ξέρει ότι στις οδομαχίες στο Βερολίνο συμμετείχαν νέοι της χιτλερικής νεολαίας, αμούστακα παιδιά που τάβαλαν εκεί, κυρίως στην αντιαεροπορική άμυνα, για να υπερασπιστούν την πόλη από τα βομβαρδιστικά των Συμμάχων, πράγμα που έκαναν με παιδική προσήλωση και γενναιότητα; Και οι εθελοντές; Μια κορυφαία μορφή των γερμανικών γραμμάτων αργότερα, ο Χανς Ρόμπερτ Γιάους, τότε 17 ετών, αλλά και τόσοι άλλοι, κατατάχθηκε από την πρώτη στιγμή του πολέμου εθελοντικά στα οπλισμένα τάγματα των SS.

Το ξέρει άραγε η νεαρή φοιτήτρια, πως εκείνες τις μέρες μπήκαν στο Βερολίνο, απελευθερωτές, εθελοντές της άλλης πλευράς, γερμανοί κομμουνιστές και σοσιαλδημοκράτες που αγωνίστηκαν μέχρι το Στάλινγκραντ στο πλευρό του Κόκκινου Στρατού, καθώς κι εκείνοι που είχαν βγει απ’ τα στρατόπεδα που τους είχαν κλείσει ή που δούλευαν στα Τάγματα Εργασίας; «Ω Γερμανία, χλωμή μητέρα».

Και τώρα, ενώ οι πληγές δεν έχουν ακόμα τελείως κλείσει, η παντοδύναμη βιομηχανία όπλων της Αμερικής και της Ευρώπης συνεχίζει το έργο της. Ποια είναι η ιδιόμορφη οικονομική σύμπραξη μεταξύ μετόχων, επιχειρήσεων και κρατών; Μεταξύ πολιτικής, πολεμικής βιομηχανίας και οικονομίας; Πόσους πολέμους έκαναν μετά το 1945, σε πόσους πολέμους συμμετέχουν, πόσους νέους πολέμους ετοιμάζουν;

Ο κισσός, από την Αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα σύμβολο της αγάπης και της αφοσίωσης, δεν καταφέρνει να σκεπάσει τα χνάρια από σφαίρες και όλμους. Παρ’ όλα αυτά, η θέα απ’ το παράθυρο αναπόφευκτα κάποια στιγμή θ’ αλλάξει. Το ερώτημα είναι: η ιστορική μνήμη θα μπορέσει ν’ αντέξει μπροστά στους μηχανισμούς προπαγάνδισης της ηθικής δικαίωσης των πολέμων που διεξάγονται για να διασφαλιστεί η ευημερία της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής και να συνεχιστεί ανεμπόδιστα η εκμετάλλευση του πλούτου των άλλων περιοχών και ηπείρων του πλανήτη; 

Ο Νίκος Χατζηνικολάου είναι ιστορικός της τέχνης, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Ένας βερολινέζικος τοίχος

  1. Πίνγκμπακ: Ένας βερολινέζικος τοίχος | Ώρα Κοινής Ανησυχίας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s