Αμερικανική Εξωτερική Πολιτική: Απομονωτισμός ή Παρεμβατισμός;

Standard

του Νίκου Αλεξίου 

Η πρόσφατη ιστορική απόφαση του Μπαράκ Ομπάμα, για μερική αποκατάσταση των σχέσεων μεταξύ ΗΠΑ και Κούβας, σηματοδοτεί μια νέα εποχή στην εξωτερική πολιτική της Αμερικής, στην περιοχή και όχι μόνο. Ταυτόχρονα, επαναφέρει το δίλημμα «απομονωτισμός ή παρεμβατισμός», που ταλανίζει  διαχρονικά την αμερικανική εξωτερική πολιτική και κοινωνία.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι –πάνω από πέντε δεκαετίες–  πολιτικές απομονωτισμού κατά της Κούβας έχουν από καιρό αποδειχθεί λανθασμένες και καταστροφικές, όχι μόνο για τη Κούβα αλλά και για τις ΗΠΑ.  Καθώς το Κογκρέσο αυτή τη στιγμή ελέγχεται από τους Ρεπουμπλικανούς,  οι υπέρμαχοι του απομονωτισμού θα συγκρουστούν πολύ σκληρά για την μη πλήρη άρση του εμπάργκο.

Γιάσπερ Τζόουνς, «Χάρτης», 1961

Γιάσπερ Τζόουνς, «Χάρτης», 1961

Η ιστορία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής είναι γεμάτη με σφοδρές αντιπαραθέσεις και παλινδρομήσεις που αφορούν το δίλημμα «απομονωτισμός ή παρεμβατισμός», με αποκορύφωμα τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους.  Ο πολύ γνωστός αμερικανός συγγραφέας, Χένρι Τζέιμς, το 1915 έλαβε την αγγλική υπηκοότητα κυρίως για να διαμαρτυρηθεί κατά της αμερικανικής κυβέρνησης, η οποία, επιλέγοντας την πολιτική του απομονωτισμού δεν είχε ακόμα συμμετάσχει στον πόλεμο.  Αλλά η ίδια πολιτική είχε ακολουθηθεί αρχικά και στον Β΄  Παγκόσμιο Πόλεμο.  Ακόμα και στις μέρες μετά την ιαπωνική επίθεση στο Πέρλ Χάρμπορ, υπήρχαν πολλές πιέσεις ώστε η Αμερική να παραμείνει ουδέτερη, κυρίως από την «Πρώτη Επιτροπή της Αμερικής», που είχε ιδρυθεί το 1939 και είχε ένα εκατομμύριο μέλη, αποτελώντας μετεξέλιξη του πολιτικού-οικονομικού λόμπυ «Αμερική Πρώτα (1919).  Η επίσημη κήρυξη πολέμου της Γερμανίας κατά των ΗΠΑ, στις 11 Δεκεμβρίου 1941, έδωσε αναγκαστικά τέλος στο δίλημμα. Χρονικά, αυτή είναι η επίσημη στιγμή που ο αμερικανικός παράγοντας αρχίζει να παρεμβαίνει πολιτικά στη ευρωπαϊκή ήπειρο.

 Ο πρόεδρος Ρούσβελτ τασσόταν υπέρ της συμμετοχής στον πόλεμο αλλά ήταν πολιτικά ανίσχυρος να το πετύχει, κυρίως γιατί μια μεγάλη μερίδα Αμερικανών αξιωματούχων και άλλων κύκλων ήταν εναντίον της ανάμιξης της Αμερικής στον πόλεμο, σε πλήρη αντίθεση με τη συντριπτική πλειοψηφία του αμερικανικού λαού.  Στην ομιλία της κήρυξης του πολέμου, ανάμεσα σε άλλα ο Χίτλερ, δείχνει να θαυμάζει τη Αμερική αλλά να καταφέρεται σφοδρά εναντίον του Ρούσβελτ, σημειώνοντας  –με νόημα– ότι στην Αμερική «οι σωστά γνωρίζοντες συμφωνούν». 

Απομένει να δούμε την εξέλιξη της ιστορικής αλλαγής πολιτικής προσέγγισης από την κυβέρνηση Ομπάμα, καθώς μέχρι τώρα  η εξωτερική πολιτική κλείνει προς την πλευρά του απομονωτισμού, που είναι ιδιότυπος, καθώς  καλλιεργείται και από τους Ρεπουμπλικάνους και από τους Δημοκρατικούς, αν και από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες.  Και γι’ αυτό έχει ενδιαφέρον να δει κανείς τώρα τη διαμόρφωση της ιδεολογίας και πρακτικής της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, που βέβαια σχετίζεται άμεσα με την εσωτερική πολιτική και την επηρεάζει.

Σε ένα πολύ εύστοχο άρθρο του στην Αυγή (6.11.14)  ο Σταύρος Καπάκος σκιαγραφεί τις αναλογίες και τα κοινά θεωρητικά χαρακτηριστικά μεταξύ αμερικανικού (ρεπουμπλικανικού) φιλελευθερισμού και γερμανικού προτεσταντισμού, καθώς και τα καταστροφικά για τις κοινωνίες αποτελέσματά τους.  

Πιστεύω, επιπλέον, ότι η προτεσταντική θρησκευτική ηθική, με τις διάφορες παραλλαγές της, πάντα έπαιζε ρόλο και στη διαμόρφωση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, ειδικότερα στη μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 εποχή.  Επιγραμματικά, σύμφωνα με τον Μαξ Βέμπερ, η προτεσταντική ηθική μετουσιώθηκε με το πνεύμα του καπιταλισμού από τη στιγμή που η Θεία Χάρις ταυτίστηκε με την οικονομική κυρίως επιτυχία του ατόμου μέσω της διαρκούς εργασίας στο κόσμο και όχι στην Εκκλησία. 

Η εξωτερική πολιτική της Αμερικής, βασισμένη στην προτεσταντική ηθική. χαρακτηρίζεται από δύο γενικούς τύπους.  Καταρχάς, όταν πρόκειται για μια μεγάλη δύναμη ή ισχυρό κράτος, τότε η εξωτερική πολιτική παίρνει τη μορφή του απομονωτισμού ή της σύνεσης.  Όταν πρόκειται για αδύναμο κράτος ή περιοχή, τότε ακολουθείται η κοσμική άποψη του προτεσταντισμού που κυριαρχείται από τη βαθιά πεποίθηση της ύψιστης ανάγκης να  οδηγηθεί το συγκεκριμένο κράτος ή περιοχή στα ιδεώδη της ελεύθερης αγοράς και της δημοκρατίας.  Ίσως να μην είναι  άστοχο να συνδέσει κανείς το γεγονός ότι, στο πολιτικό θέμα της εξομάλυνσης των σχέσεων ΗΠΑ-Κούβας, μεγάλο ρόλο έπαιξαν ο Πάπας και το Βατικανό.

Ο απομονωτισμός ως εξωτερική πολιτική είναι αρκετά ισχυρός και εμφανής στους κόλπους και τις επιρροές του Tea Party.  Αλλά και στους Δημοκρατικούς διαφαίνεται όλο και περισσότερο  ως η κυρίαρχη επιλογή.  Οι δηλώσεις του προοδευτικού και Δημοκρατικού Alan Grayson από την Πολιτεία της Φλόριντα οριοθετούν τις απομονωτικές γραμμές της εξωτερικής πολιτικής, στη παρούσα φάση: «Δεν είμαστε ο αστυνόμος του κόσμου ούτε ο δικαστής ή οι ένορκοι.  Οι δικές μας ανάγκες εδώ στην Αμερική είναι μεγάλες, και έχουν προτεραιότητα».

Η θρησκευτική Δεξιά, που τόσο πολύ υποστήριξε τη πολιτική των πολέμων του Μπους, οι οποίοι τώρα θεωρούνται τεράστια αποτυχία, σε μια προσπάθεια να ξεχαστεί –ή να συγχωρηθεί– αυτό το ατόπημα έχει στρέψει τη προσοχή της στα εσωτερικά θέματα και προβλήματα.  Από την άλλη, η κυρίαρχη ομάδα σε όλο το φάσμα της αμερικανικής κοινωνίας, από την οικονομία του καταναλωτισμού ως την κουλτούρα και τον πολιτισμό, παραμένει η γενιά των baby-boomers, που τώρα βρίσκεται στην ηλικία των εξήντα πέντε περίπου. Πρόκειται για ένα μεγάλο αριθμό ψηφοφόρων, που εξακολουθούν να καθορίζουν την προεδρική εκλογή.  Είναι η γενιά του ιδιωτικού ονείρου και όχι της συλλογικότητας, που μέσα από τη μεταφορά του κοσμικού προτεσταντισμού έχουν ταυτίσει τα ανθρώπινα δικαιώματα με τα ατομικά δικαιώματα.  Η νέα ατομικότητα, με την αποστροφή για κάθε ιεραρχία, κοινότητα ή παραδόσεις, που αποτελεί τη λογική κατάληξη και ύστατη ακραία έκφραση της κοσμικής ηθικής του προτεσταντισμού, οδηγεί την αμερικανική εξωτερική πολιτική όλο και περισσότερο στον απομονωτισμό. 

Οι επόμενες προεδρικές εκλογές είναι το 2016, αλλά η προεκλογική περίοδος έχει ήδη αρχίσει, ειδικά μετά τη συντριπτική ήττα των Δημοκρατικών στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές.  Το κλίμα όσον αφορά την εξωτερική πολιτική είναι ήδη: α) εσωστρεφές, με τη λογική ότι καλύτερα να ασχοληθούμε με τη χώρα παρά με τον υπόλοιπο κόσμο,  β)  βαριά αρνητικό, με την φοβία ότι είναι καλύτερο να μην κάνουμε τίποτα, παρά να κάνουμε λάθος και γ)  πολιτικά ανήθικο, με την επαρχιώτικη νοοτροπία ότι αφού δεν μας επηρεάζει εμάς άμεσα, δεν είναι δική μας υπόθεση.

Επίσης, όσον αφορά τη πολιτική του παρεμβατισμού ως επιλογή εξωτερικής πολιτικής, τα πράγματα είναι εξίσου σκληροπυρηνικά. Ο σύγχρονος αμερικανικός παρεμβατισμός αποβλέπει αποκλειστικά στον έλεγχο των μεγάλων πηγών ενέργειας και έτσι έμμεσα ελέγχει και πολιτικά την Ευρώπη, καθώς και τις οικονομίες της Ασίας που βασίζονται ενεργειακά σε αυτές τις πηγές.  Επιπλέον, ολοένα και περισσότερο, η ιδεολογική βάση αυτού του παρεμβατισμού είναι η επιστροφή στις κοσμικές προτεσταντικές αρχές και την σταυροφορική έννοια του Καλού και Αγαθού ενάντια στον απόλυτο εχθρό, που μπορεί να είναι τρομοκράτες, ισλαμιστές ή εθνικιστές.

Η αμερικανική κοινωνία, στην παρούσα φάση, είναι βαθιά διχασμένη και επικίνδυνα πολωμένη σε πολλά επίπεδα — οικονομικό, κοινωνικό, φυλετικό, και πολιτικό.  Τα αντιπολεμικά κινήματα που αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια των πολέμων του Ιράκ και Αφγανιστάν ή τα κινήματα Occupy που πολιτικοποίησαν μέρος της νέας γενιάς, αλλά και τα κινήματα κατά της βίας της αστυνομίας κυρίως εναντίων των μαύρων, δείχνουν μια κριτική και δημοκρατική τάση της αμερικανικής κοινωνίας.  Φαίνεται, έστω και σε μικρή εμβέλεια, πως ένα μέρος της αμερικανικής κοινωνίας αντιτίθεται στον παρεμβατισμό που ταυτίζεται μόνο ή κυρίως με τη στρατιωτική κυριαρχία των ΗΠΑ.       Σίγουρα ο Ομπάμα ή ο/η νέος υποψήφιος για την Προεδρία δεν είναι Ρούσβελτ, και η Μέση Ανατολή δεν είναι Ευρώπη.  Όμως η νέα εκδοχή του διπόλου «απομονωτισμός-παρεμβατισμός» της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ επιδρά αρνητικά καταρχάς στον αμερικανικό λαό, αλλά και την Ευρώπη και φυσικά και την Ελλάδα.   Για να αλλάξει κάτι σε αυτό τον συσχετισμό, χρειάζεται, από τη μια, η ανάπτυξη ενός διεθνούς κινήματος με πυρήνα το κόσμο της εργασίας και της τέχνης. Και, από την άλλη, χρειάζεται τα κινήματα που έχουν αναπτυχθεί στην αμερικανική κοινωνία, να μορφοποιήσουν τα διάφορα αιτήματα σε πολιτική ατζέντα, με στόχο να επιτευχθούν άμεσα συστημικές μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό της Αμερικής. 

Ο Νίκος Αλεξίου είναι ποιητής, συντονιστής του ΣΥΡΙΖΑ Νέας Υόρκης, ιδρυτής/ερευνητής του Προφορικού Αρχείο Ελληνισμού, και διδάσκει κοινωνιολογία στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s