Πώς ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να κάνει τη «θετική διαφορά» σε έναν «διεστραμμένο κόσμο»

Standard

Η Σάρα Πάρκιν μιλάει στην Ελιάνα Βουτσαδάκη

για ένα βιώσιμο όραμα στην Ελλάδα, την εμπειρία του 1989, του Ν. Μαντέλα, των Εργατικών, την αναγκαία αλλαγή στην ευρωπαϊκή πολιτική στην κατεύθυνση μιας «αξιοβίωτης ζωής»

4-SARA

Σάρα Πάρκιν

Το τελευταίο διάστημα, τα μάτια όλου του κόσμου είναι στραμμένα στην Ελλάδα, καθώς η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση σηματοδοτεί δύο πράγματα. Πρώτον, με την ψήφο τους, οι Έλληνες έδειξαν ότι θέλουν να τερματίσουν ένα πολιτικό καθεστώς, που, τις τελευταίες δεκαετίες, είχε βυθίσει τη χώρα στη διαφθορά, το χρέος και την κρίση. Δεύτερον, –και πιο σημαντικό– η ψήφος αυτή έστειλε ένα ισχυρό και ξεκάθαρο μήνυμα: ότι θέλουν τνα σταματήσουν την πολιτική της λιτότητας, ένα μήνυμα που γέμισε με ελπίδα, όχι μόνο την Ελλάδα αλλά και όλους τους πολίτες της Ευρώπης. Αλλά τι ακριβώς είναι αυτό που πήγε στραβά; Και πώς μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να ανταποκριθεί σε ένα έργο που θα σημάνει το τέλος ενός νεοφιλελεύθερου καθεστώτος, το οποίο αποτέλεσε στρατηγική επιλογή, και διέπει τον ανεπτυγμένο κόσμο για τα τελευταία 35 χρόνια;

Η Sara Parkin είναι μια από τις πιο ενεργές Βρετανίδες πρώην πολιτικούς και ακτιβιστές. Σήμερα είναι ιδρύτρια και διευθύντρια του Forum for the Future, μιας βρετανικής μη κερδοσκοπικής οργάνωσης για τη βιώσιμη ανάπτυξη. Είχε διαδραματίσει ηγετικό ρόλο στο Κόμμα των Πρασίνων, στο Ηνωμένο Βασίλειο και στους Ευρωπαίους Πράσινους. Στο εγχείρημα της βιωσιμότητας συνεργάζεται με  μηχανικούς, ειδικεύεται σε θέματα κανοτομίας  στην οικονομία, και ασχολείται  έντονα με το ζήτημα της  διακυβέρνηση. Έχει γράψει μελέτες για την Πράσινη Πολιτική, ενώ το τελευταίο βιβλίο της (The Positive Deviant: Sustainability Leadership in a Perverse World, Earthscan, 2010) βασίζεται στο μεταπτυχιακό της πρόγραμμα και έχει περιληφθεί στη βιβλιογραφία πολλών μαθημάτων σε πανεπιστήμια όλου του κόσμου. Συναντηθήκαμε στο Λονδίνο, στις 7.2.2015, και συζητήσαμε, με αφετηρία το βιβλίο και τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, για τη σημασία της νίκης αυτής και το τι πρέπει να γίνει στη συνέχεια για την τόσο αναγκαία αλλαγή στην ευρωπαϊκή πολιτική, στην κατεύθυνση μιας αξιοβίωτης ζωής.

Ελιάνα Βουτσαδάκη

 

Πάμπλο Πικάσο, «Μπάνιο», 1908

Πάμπλο Πικάσο, «Μπάνιο», 1908

Το τελευταίο σου βιβλίο έχει τίτλο The Positive Deviant: Sustainability Leadership in a Perverse World (2010). Θα θέλαμε να μας μιλήσεις γι’ αυτές τις δύο έννοιες, τη «θετική απόκλιση» και τον «διεστραμμένο κόσμο».

Έδωσα στο τελευταίο βιβλίο μου  αυτό τον τίτλο (Η θετική απόκλιση: η διαχείριση της βιωσιμότητας σε έναν διεστραμμένο κόσμο), γιατί η βιώσιμη κοινωνία είναι κάτι πολύ δύσκολο σήμερα, μια και τα πάντα εναντιώνονται σ’ αυτήν. Η «διαστροφή» του κόσμου συνεπάγεται πως, αν δουλεύεις για τη βιωσιμότητα, πρέπει να γίνεις   «θετική απόκλιση»:  να επιμένεις να επιδιώκεις το καλό, παρότι είσαι περικυκλωμένος από θεσμούς, συστήματα και ανθρώπους που το εμποδίζουν. Ο «διεστραμμένος» αυτός κόσμος έχει φέρει την Ελλάδα στη σημερινή της κατάσταση και έχει οδηγήσει σε κολοσσιαίες ανισότητες. Είναι ο κόσμος όπου το χρήμα και η δημιουργία του χρήματος ως χρέους έχουν απόλυτη προτεραιότητα, με αποτέλεσμα αυτό το εξαιρετικά στρεβλό οικονομικό σύστημα.

Ο Τόμας Κουν μιλάει για «αλλαγή Παραδείγματος», για να περιγράψει τη μετάβαση από μια επιστημονική θεωρία σε μια άλλη, η οποία συμβαίνει όταν η πραγματικότητα, όπως την αντιλαμβανόμαστε, παύει να συμφωνεί με αυτά που λέει η θεωρία. Σε αυτό το σημείο βρισκόμαστε σήμερα, σε κοινωνικοοικονομικό επίπεδο: αυτό που βιώνουμε δεν ταιριάζει πια με τα υπάρχοντα θεωρητικά πρότυπα, γιατί η εφαρμογή τους δεν έχει τα αποτελέσματα που οι άνθρωποι επιθυμούν, δεν μας κάνει να αισθανόμαστε καλά με τους εαυτούς μας, να οικοδομούμε όμορφες σχέσεις, να ζούμε αρμονικά στις κοινότητές μας. Ένας σύμβουλος του Μπιλ Κλίντον είχε πει πως, αν μετενσαρκωνόταν, θα ήθελε να γίνει αγορά ομολόγων — αφού αυτή είναι το ισχυρότερο πράγμα στον κόσμο!

Γιατί όμως πρέπει να υποφέρουμε; Γιατί πρέπει να ανεχόμαστε όλη αυτή την ανισότητα; Γιατί είναι το χρήμα η απόλυτη προτεραιότητα; Τώρα είμαστε στη φάση που οι άνθρωποι ρωτάνε «γιατί». Στην Ελλάδα, οι πολίτες που ψήφισαν τον ΣΥΡΙΖΑ φώναξαν πολύ δυνατά αυτές τις ερωτήσεις και αποφάσισαν πως δεν θέλουν η κατάσταση να είναι όπως είναι. Είναι πολύ σημαντικό να τίθενται οι ερωτήσεις, παρότι δεν υπάρχει μια τελική απάντηση, κι επίσης η πορεία θα είναι δύσκολη.

 Πώς σχετίζονται όλα αυτά με τη νεοεκλεγείσα ελληνική κυβέρνηση;

Οι πολίτες έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στα υπάρχοντα συστήματα διακυβέρνησης — και αυτό είναι ένα από τα πιο επικίνδυνα πράγματα που έχουν συμβεί. Όχι μόνο σε φτωχά ή διεφθαρμένα κράτη του «Τρίτου Κόσμου», ούτε μόνο σε χώρες όπως η Ελλάδα, αλλά και στις ΗΠΑ ή τη Βρετανία. Ένα από τα πολυτιμότερα εφόδια του ΣΥΡΙΖΑ είναι η εμπιστοσύνη του κόσμου, ότι δεν θα κάνει απλώς τη διαφορά, αλλά τη θετική διαφορά. Είναι μια πολύ βαριά ευθύνη για τον ΣΥΡΙΖΑ, καθώς μια διάψευση των προσδοκιών θα είχε τεράστιο αντίκτυπο, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά παντού. Η ευκαιρία να έρθει η πολιτική διακυβέρνηση στο προσκήνιο στην Ελλάδα είναι πολύ σημαντική, καθώς δίνει την ευκαιρία και σε άλλα κράτη να δουν στην πράξη πώς μπορούν να το κάνουν.

Δεν πρόκειται απλώς για την έκβαση της άμεσης μάχης για το χρέος. Εξίσου σημαντικός είναι ο τρόπος που θα τη διεξαγάγει ο ΣΥΡΙΖΑ. Ένας από τους λόγους που η Ε.Ε. έχει τόσο σοβαρά προβλήματα είναι διότι εγκατέλειψε το μεγάλο ηθικό πλαίσιο, τις υψηλού επιπέδου αρχές που παρείχαν έναν κοινό τόπο για την ευτυχία των ανθρώπων. Η ουσία των νεοφιλελεύθερων οικονομικών είναι ότι απευθύνονται στο εγωιστικό άτομο, το οποίο, ταυτόχρονα, το κατασκευάζουν. Αυτή η τάση έχει κυριαρχήσει από τη δεκαετία του 1980 και έχει αλλάξει την κοινωνία σε πολύ μεγάλο βαθμό. Και έτσι έχουμε φτάσει, στη Βρετανία, οι άνθρωποι να θεωρούνται είναι φτωχοί με δικό τους φταίξιμο, οπότε μόνο τον εαυτό τους μπορούν να κατηγορήσουν. Αυτό οδήγησε στη διάλυση του κοινοτικού αισθήματος και της αλληλεγγύης. Χρησιμοποιούμε τον χρόνο και τους πόρους με υπερ-αποδοτικό τρόπο, αλλά έχουμε χάσει την καλή θέληση των ανθρώπων. Αυτό, λοιπόν, χρειάζεται να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ για να γίνει η «θετική απόκλιση» σε έναν «διεστραμμένο κόσμο»: να επαναφέρει την καλή θέληση των ανθρώπων.

Ποιοι είναι, κατά τη γνώμη σου, οι τομείς-κλειδιά στους οποίους πρέπει να εστιαστεί η νέα κυβέρνηση και τι είδους σχέση πρέπει να επιδιώξει με τον λαό και τα κινήματα;

Πιστεύω ότι πρέπει να εστιαστεί στους τομείς που παράγουν ανθρώπινο κεφάλαιο, όπως το εκπαιδευτικό σύστημα ή το σύστημα υγείας. Γενικότερα, να προαγάγει την υγιή ζωή. Πρέπει να επαναφέρουμε το σχετίζεσθαι των ανθρώπων, να ενισχύσουμε τη δυνατότητά τους να φτιάχνουν σχέσεις και να εμπλέκονται μεταξύ τους.

Οι προσπάθειές μας πρέπει να κατευθυνθούν στη δημιουργία μιας οικονομίας νέου τύπου. Δεν εννοώ μια οικονομία αυταρχική και κλειστή, αλλά ένα πραγματικά νέο, πειραματικό οικονομικό μοντέλο. Μια οικονομία που δεν καταστρέφει το περιβάλλον και τις κοινότητές μας, που δεν κάνει τους ανθρώπους να υποφέρουν. Θέλουμε να καταλήξουμε με μια οικονομία που να επιτρέπει στους ανθρώπους να συνδημιουργούν μια καλύτερη ζωή, όχι να τους επιβάλλει να προάγουν το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο.

Η κοινωνία των πολιτών, οι συνεταιρισμοί και τα κινήματα που θα συνασπιστούν για την κοινότητα πρέπει να συνεισφέρουν στο είδος της οικονομίας στην οποία στοχεύουμε. Το εργατικό κίνημα, οι ομάδες γειτονιάς κ.λπ. πρέπει να προσκληθούν στην προσπάθεια αυτή και να προσφέρουν ό,τι μπορούν, με ανοιχτοσύνη και διαφάνεια. Υπάρχουν ήδη πολλά εγχειρήματα σε αυτή την κατεύθυνση, αλλά δεν βρίσκονται σε επαφή μεταξύ τους.

Ποιες εκτιμάς ότι είναι οι προκλήσεις και οι δυσκολίες για την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ; Και ποια «διδάγματα» μπορεί να αντλήσει από την εμπειρία του παρελθόντος;

Το πρώτο κρίσιμο σημείο, για μένα, είναι να υπάρχει σαφές όραμα για το μέλλον, για το τι θέλεις να κάνεις — σε τρία, σε πέντε, σε δέκα χρόνια από τώρα. Θα δώσω δυο παραδείγματα.

Το πρώτο σχετίζεται με τις δημοκρατικές επαναστάσεις του 1989, στην Ανατολική Ευρώπη. Σχολιάζοντάς τις, ο Γιόσκα Φίσερ, είπε ότι νόμιζε ότι άκουσε «το θρόισμα των φτερών αγγέλων». Η πρόγνωση του Φράνσις Φουκουγιάμα για το «τέλος της ιστορίας» φάνηκε να επιβεβαιώνεται. Οι υπέρμαχοι νεο-συντηρητικών απόψεων κινήθηκαν πολύ γρήγορα: νεοσυντηρητικά «think tanks» εμφανίστηκαν και κατέφτασαν «σύμβουλοι» για να βοηθήσουν τις νέες κυβερνήσεις «να κάνουν το σωστό» και νεοσυντηρητικές απόψεις ήρθαν γρήγορα να κυριαρχήσουν στην οικονομική και κοινωνική πολιτική των νέων δημοκρατιών.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, ως μέλος των Ευρωπαίων Πρασίνων, πέρασα αρκετό χρόνο με τους αντιφρονούντες στην Ανατολική Γερμανία και άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Επικεντρώνονταν, και δικαιολογημένα, στη δημοκρατία και την ελευθερία: του λόγου, του συνεταιρίζεσθαι κ.ο.κ. Το ερώτημα «και μετά τι;», τι θα έκαναν την ελευθερία από τη στιγμή που θα την αποκτούσαν, δεν τους απασχολούσε. Έτσι, μετά το 1989 βρέθηκαν σε κυβερνητικά πόστα, ακόμη και αν δεν συμφωνούσαν (πέρα από αυτή την αρχική διεκδίκηση της ελευθερίας) με τις ιδέες των κυβερνώντων για την κοινωνία. Έτσι, τα κινήματα των πολιτών, αποδυναμωμένα από την έλλειψη στόχων και «ακέφαλα» (σχεδόν όλοι οι ηγέτες τους βρέθηκαν σε κυβερνητικές θέσεις) εξαφανίστηκαν. Το κενό, οργανωτικό και στρατηγικό, γρήγορα καλύφθηκε από άλλους.

Αντίθετα, ο Νέλσον Μαντέλα, ο Όλιβερ Τάμπο (με τον οποίο έκανα μακρές συζητήσεις για το θέμα) και το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο (ANC), προετοιμάστηκαν για την εξουσία. Χωρίς καμία εγγύηση ότι θα ζήσει, πόσο μάλλον ότι θα αποφυλακιστεί, ο Μαντέλα και οι συνεργάτες του, από τη στιγμή της σύλληψής του, άρχισαν να προετοιμάζονται για τη στιγμή που θα έπαιρναν την εξουσία. Το ANC δημιούργησε, στη φυλακή του Robben Island, ένα «πανεπιστήμιο», για να βελτιώσει τις ικανότητες της ηγεσίας του κινήματος, και ξεκίνησε μια μεγάλη προσπάθεια για την εκπαίδευση των νέων και την προετοιμασία τους για μια μετα-απαρτχάιντ εποχή. Ο Τάμπο ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο προκειμένου να εξασφαλίσει υποστήριξη, όχι μόνο για τη δεδομένη στιγμή, αλλά μακροπρόθεσμη. Ο στρατηγικός σχεδιασμός τους περιλάμβανε απαντήσεις στο ερώτημα «και μετά τι;». Βασικός κορμός, ένας «καταστατικός χάρτης για την ελευθερία», που καθόριζε το τι θα κάνει μια κυβέρνηση του ANC και πώς. Με τον χάρτη αυτό, που τελικά εξελίχθηκε σε ένα νέο Σύνταγμα, επιδίωκαν τη συσπείρωση των Νοτιοαφρικανών — μαύρων και λευκών, όλων των πολιτικών πεποιθήσεων. Από την άλλη, για τη διατήρηση των επενδύσεων από το εξωτερικό, το ANC συμφώνησε σ’ αυτό που ονομάστηκε Washington Consensus. Η χώρα σήμερα ζει τις συνέπειες του να μην είσαι σε θέση να σχεδιάσεις ένα διαφορετικό οικονομικό μοντέλο.

 Kαι το δεύτερο κρίσιμο σημείο, όπως έχεις γράψει, είναι η ικανότητα υλοποίησης των πολιτικών.

Θα απαντήσω, και πάλι, με δύο παραδείγματα. Όταν ήρθαν στην εξουσία οι Εργατικοί, το 1997, έπειτα από 13 χρόνια κυβέρνησης των Συντηρητικών, μοίρασαν πολιτικές υποσχέσεις, μεγάλο μέρος των οποίων είχαν σχεδιαστεί όσο βρισκόταν στην αντιπολίτευση. Λίγα χρόνια μετά, ο Μπλερ διαπίστωνε τρομοκρατημένος πόσες από τις υποσχέσεις δεν είχαν εφαρμοστεί ή είχαν προκαλέσει ανεπιθύμητες συνέπειες. Οι στρατηγικές της ηγεσίας του Εργατικού Κόμματος είχαν αγνοήσει τη λεπτή τέχνη της υλοποίησης των πολιτικών, η οποία βασίζεται στις κοινότητες των πραγματικών ανθρώπων ,και όχι σε σχέδια επί χάρτου. Αγνόησε επίσης την αποδυνάμωση των δημοσίων υπηρεσιών και φορέων κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας Θάτσερ.

Προχωράω στο δεύτερο παράδειγμα, που αντλώ από την Έλινορ Όστρομ, την πρώτη γυναίκα που έλαβε το Νόμπελ Οικονομικών (2009). Το ύστερο έργο της επικεντρώνεται στην αντίκρουση της «τραγωδίας των κοινών», μιας θεωρίας η οποία υποστηρίζει ότι, αν δεν εκμεταλλευτείς ατομικά έναν κοινόχρηστο ή / και σπάνιο πόρο, τότε κάποιος άλλος αναπόφευκτα θα επωφεληθεί.

Η Έλινορ απέρριψε τον «ισχυρισμό της ιδιοτέλειας», που προβάλλουν τα νεοσυντηρητικά μοντέλα, τα οποία διατείνονται ότι οι άνθρωποι είναι αδύνατον να συνεργαστούν για να προστατέψουν ή να μοιραστούν σπάνιους πόρους. Με την έρευνα της σε ομάδες ανθρώπων που είχαν δημιουργήσει ένα σύστημα κατανομής σπάνιων πόρων, ανέπτυξε μια θεωρία που βοηθάει τους άλλους να σχεδιάσουν το δικό τους σύστημα. Και μας δείχνει πώς μπορούν να εφαρμοστούν συλλογικές δημοκρατικές διαδικασίες σε τοπικό επίπεδο, στην προοπτική μιας κοινής εθνικής ατζέντας.

 Ένα ερώτημα που ανακύπτει, βέβαια είναι πώς θα μπορέσεις να προετοιμάσεις τη «νέα κανονικότητα» και να λαμβάνεις αποφάσεις στη μεταβατική περίοδο, ενώ εξακολουθούν να ισχύουν οι παλιοί κανόνες.

Αυτό είναι το τρίτο σημείο. Θα το απαντήσω με τα λόγια του Βάτσλαβ Χάβελ, ο οποίος επέμενε ότι πρέπει να «ζούμε με την αλήθεια». Έζησε σαν η χώρα του να του επέτρεπε την ελευθερία του λόγου και του συνεταιρίζεσθαι. Φυλακίστηκε γι’ αυτό, αλλά η ακεραιότητα και η στρατηγική του έδωσε κουράγιο σε άλλους. Για την Ελλάδα, λ.χ., το να αποφασίζει και ενεργεί σαν να έχει η ίδια είχε τον πλήρη έλεγχο της κατάστασης θα είναι εξαιρετικά ωφέλιμο. Θα της επιτρέψει να δημιουργήσει μια ισχυρή αφήγηση για το τι θέλουμε να φτιάξουμε, ενώ γεννά ερωτήματα για τα σημερινά κακώς κείμενα.

Κλείνοντας, θέλω να πω ότι συμφωνώ με τη Ναόμι Κλάιν, η οποία έγραψε πρόσφατα ότι, σε αντίθεση με τους νεοσυντηρητικούς, οι ακτιβιστές που αγωνίζονται ενάντια στην κοινωνική και περιβαλλοντική αδικία δεν οργανωθεί αποτελεσματικά. «Παρά τις ατελείωτες γκρίνιες, τα τουίτ, τους ακτιβισμούς, τα κινήματα Οccupy, εμείς συλλογικά στερούμαστε πολλά από τα εργαλεία που έχτισαν και διαμόρφωσαν τα κινήματα του παρελθόντος». Πρέπει λοιπόν να τα βρούμε ξανά, να τα επινοήσουμε!

 

Τη συνέντευξη μετέφρασαν ο Δημήτρης Ιωάννου και ο Γιάννης Χατζηδημητράκης.

 

 

 

 

 

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Πώς ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να κάνει τη «θετική διαφορά» σε έναν «διεστραμμένο κόσμο»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s