H ηθική της συμφωνίας

Standard

 του Πολυμέρη Βόγλη

«Οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται». Αυτή είναι η μόνιμη επωδός πολλών πολιτικών, δημοσιογράφων, οικονομολόγων εκτός (αλλά και εντός) Ελλάδας, όσον αφορά τη θέση της νέας κυβέρνησης για εγκατάλειψη των πολιτικών του Μνημονίου και  την απόρριψη του υφιστάμενου προγράμματος. «Οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται», λοιπόν – ακόμα κι αν οι συμφωνίες που είχαν συνάψει οι προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις διόγκωσαν το χρέος, οδήγησαν την οικονομία στην πιο βαθιά ύφεση και την κοινωνία στην εξαθλίωση. «Οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται», λοιπόν – ακόμα κι αν ένας λαός τις απορρίπτει, όπως έγινε στις πρόσφατες εκλογές.

Ρενέ Μαγκρίτ-Το διπλό μυστικό, 1927

Το επιχείρημα «οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται» επαναφέρει, για πολλοστή φορά τα τελευταία χρόνια, στη δημόσια συζήτηση τη διάσταση της ηθικής, η οποία ποτέ άλλωστε δεν ήταν απούσα. Στην αρχή της κρίσης, οι Έλληνες κατασκευάστηκαν στον κυρίαρχο λόγο (εγχώριο και διεθνή) ως ένας λαός ανεύθυνος που διασκέδαζε αντί να εργάζεται, που κατανάλωνε περισσότερο απ’ όσο μπορούσε. Επρόκειτο για έναν λόγο ο οποίος διανθίστηκε με φράσεις, που θα  μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενα μελέτης για τη ρητορική της αναλγησίας, όπως π.χ. το περίφημο «υπάρχει ακόμα αρκετό λίπος για να καεί». Σήμερα, το ηθικό επιχείρημα που επιστρατεύεται είναι ότι οι Έλληνες δεν σέβονται τις δεσμεύσεις τους και αρνούνται να εκπληρώσουν αυτά που έχουν συμφωνήσει, άρα είναι αναξιόπιστοι (όπως παλαιότερα ήταν τεμπέληδες ή απατεώνες). Το επιχείρημα παραβλέπει την ουσία, η οποία είναι η ηθική της ίδιας της συμφωνίας.

Οι συμφωνίες που έχουν υπογραφεί από τις προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις δεν ήταν αποτέλεσμα της συνεργασίας και της διαπραγμάτευσης μεταξύ ισότιμα συμβαλλόμενων μερών αλλά ενός εκβιαστικού διλήμματος: μνημόνιο ή οικονομικός στραγγαλισμός και έξοδος από το ευρώ.  Η ηθική της συμφωνίας βασιζόταν στο δίκαιο του ισχυρού και στην αποδοχή της αδυναμίας της άλλης πλευράς.  Η λογική των διαπραγματεύσεων των τελευταίων πέντε ετών δεν απείχε από αυτήν την διάσημης κινηματογραφικής φράσης, στον «Νονό» του Κόπολα: «Θα του κάνω μια προσφορά, που δεν μπορεί να αρνηθεί». Και, όντως, οι προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις δεν αρνήθηκαν. Το κόστος αυτής της αποδοχής δεν ήταν μόνο κοινωνικό και οικονομικό. Τα μνημόνια και οι εξουσίες της τρόικα εμπεριέκλειαν μια δομική σχέση ανισότητας μεταξύ δανειστών και Ελλάδας τόσο πρωτοφανή και ταπεινωτική που τραυμάτισε την αίσθηση αξιοπρέπειας ενός ολόκληρου λαού.

Ωστόσο, θα αντέτεινε κάποιος το εξής: Όλα αυτά μπορεί, λιγότερο ή περισσότερο, να ισχύουν αλλά, παρά ταύτα, «οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται» ειδάλλως δεν μπορεί να υπάρχει εμπιστοσύνη και συνεργασία. Η απόρριψη της συμφωνίας δεν είναι η απόρριψη της συνεργασίας αλλά η διεκδίκηση μιας διαφορετικής ηθικής της συμφωνίας. Μιας συμφωνίας που δεν θα αναπαράγει, διευρύνει, εδραιώνει δομικές σχέσεις ανισότητας, αλλά αντίθετα θα αναγνωρίζει την ισοτιμία των μερών που συνδιαλέγονται.  Ισοτιμία, «ισότητα στα δικαιώματα και τις  υποχρεώσεις», όπως εξηγούν τον όρο  τα λεξικά. Η ισότητα έχει βρεθεί χαμηλά στην ατζέντα της δημόσιας συζήτησης, παρά το γεγονός ότι η ανισότητα (στις ποικίλες εκδοχές της) διευρύνεται διαρκώς στα χρόνια της κρίσης. Η ανισότητα διαλύει τη συνοχή, υπονομεύει τη δημοκρατία και υποθάλπει τη σύγκρουση. Είναι καιρός η ισότητα να τεθεί στο επίκεντρο της συζήτησης και να αποτελέσει το ηθικό-πολιτικό προαπαιτούμενο για το μέλλον της Ευρώπης.

Ο Πολυμέρης Βόγλης διδάσκει σύγχρονη Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s