Ανάσα πάνω στη γέφυρα

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Max Beckmann - The iron footbridge, 1922

Max Beckmann – The iron footbridge, 1922

Ο μήνας που μας πέρασε, ο πρώτος της αριστερής διακυβέρνησης, ήταν τόσο πυκνός σε εξελίξεις και γεγονότα που δυσκολεύομαι να ξεχωρίσω μία λέξη με βάση την έντονη παρουσία της μέσα στο μήνα, οπότε κάνω την επιλογή για το σημερινό άρθρο με κριτήριο το γλωσσικό ενδιαφέρον — και, όπως θα μαντέψατε από τον τίτλο, η λέξη αυτή είναι η γέφυρα, λέξη που ακούστηκε πολύ τον τελευταίο καιρό, αφού έτσι χαρακτηρίστηκε η τετράμηνη ενδιάμεση συμφωνία την οποία έκλεισε η νέα ελληνική κυβέρνηση με τους εταίρους μας, μια και πρόκειται να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα στο παλιό πρόγραμμα που εκπνέει στις 28 Φεβρουαρίου και στη νέα συμφωνία που ευελπιστούμε να μην περιέχει υφεσιακά μέτρα.

Η λέξη γέφυρα είναι αρχαία, ήδη ομηρική — στον Όμηρο υπάρχει μόνο στην Ιλιάδα, και πάντα σε πληθυντικό, και σημαίνει μάλλον τα προχώματα, ενώ στη συνέχεια παίρνει τη σημερινή σημασία. Η ποικιλία των αρχαίων διαλεκτικών τύπων (βέφυρα, δίφουρα κτλ.) δείχνει ότι πιθανόν να πρόκειται για λέξη μη ινδοευρωπαϊκής αρχής. Ήδη από τα ελληνιστικά χρόνια έχουμε το υποκοριστικό γεφύριον, που έδωσε το σημερινό γεφύρι, ενώ μεσαιωνικός είναι  ο λαϊκότερος τύπος γιοφύρι.

Οι γέφυρες, ως κατασκευή που επιτρέπει τη διέλευση από ένα σημείο σε ένα άλλο, πάνω από ποτάμι, κοιλάδα, πολυσύχναστο δρόμο ή άλλο φυσικό εμπόδιο, είναι από τα πιο χρήσιμα αλλά και πιο όμορφα τεχνικά έργα, είτε πρόκειται για τα παραδοσιακά πέτρινα γεφύρια είτε για υπερσύγχρονες κατασκευές σαν του Ρίου-Αντιρρίου. Το πανέμορφο γεφύρι της Πλάκας, που κατέρρευσε πρόσφατα, ήταν ιστορικό, αλλά βέβαια το κατεξοχήν θρυλικό γεφύρι είναι της Άρτας, που ολημερίς το χτίζανε και το βράδυ γκρεμιζόταν, ώσπου το πουλί φανέρωσε ότι για να στεριώσει το έργο έπρεπε να χτίσουν στα θεμέλια τη γυναίκα του πρωτομάστορα –κι έτσι έμεινε να αποκαλείται «γεφύρι της Άρτας» κάθε δημόσιο έργο που χρονίζει και δεν λέει να τελειώσει.

Πολλές είναι οι ιστορικές γέφυρες σε όλον τον κόσμο, από τη Γέφυρα των Στεναγμών στη Βενετία (που ονομάστηκε έτσι επειδή από εκεί οδηγούσαν τους μελλοθάνατους για εκτέλεση), τη Γέφυρα του Καρόλου στην Πράγα, την Πόντε Βέκιο της Φλωρεντίας ή τη Γέφυρα του Πύργου στο Λονδίνο, ίσαμε τη Γκόλντεν Γκέιτ του Σαν Φραντσίσκο — η Αθήνα πάλι, μην έχοντας μεγάλα ποτάμια δεν έχει και ονομαστές γέφυρες, αν και υπάρχει η συνοικία Τρεις Γέφυρες, στον Κηφισό. Γέφυρες βέβαια ο Κηφισός είχε από την αρχαιότητα, και μάλιστα στα Ελευσίνια μυστήρια, όταν η πομπή από την Ιερά οδό προς το Θριάσιο πεδίο περνούσε από τη γέφυρα του Κηφισού, συνήθιζαν οι μύστες να ανταλλάσσουν χοντροκομμένα αστεία, που ονομάζονταν «γεφυρισμοί». Παρεμπιπτόντως, γέφυρες (όχι όμως υπαρκτές) διάφορων εποχών απεικονίζονται πάνω στα χαρτονομίσματα του ευρώ.

Μεταφορικά, η λέξη γέφυρα στα νεότερα χρόνια χρησιμοποιήθηκε για οτιδήποτε μοιάζει στη γέφυρα στη λειτουργία ή στη μορφή, κι έτσι έχουμε, ανάμεσα σε πολλά άλλα, τη γέφυρα του πλοίου (την υπερυψωμένη πλατφόρμα πάνω από το κατάστρωμα, απ’ όπου γίνεται η διακυβέρνηση του σκάφους), την οδοντική γέφυρα, τη γέφυρα στην τηλεόραση ή το ραδιόφωνο (ενδιάμεσο ανάμεσα σε δυο προγράμματα, που καλύπτεται από μουσική ή διαφημίσεις) ή τη γυμναστική άσκηση στην οποία το σώμα παίρνει το σχήμα γέφυρας.

Επίσης μεταφορικά γέφυρα λέγεται οτιδήποτε χρησιμεύει ως μέσο επικοινωνίας και επαφής, κι έτσι λέμε π.χ. ότι το Βυζάντιο στάθηκε γέφυρα ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, ενώ συναφείς είναι και οι φράσεις «κόβω τις γέφυρες», όταν συνειδητά διακόπτουμε εντελώς τις σχέσεις και καταστρέφουμε κάθε σημείο επαφής και επικοινωνίας, και αντίθετα «στήνω/ρίχνω γέφυρες» όταν προσπαθούμε να αποκτήσουμε ή να αποκαταστήσουμε επαφές. Πριν από μερικές δεκαετίες, ο συντηρητικός πολιτικός Ευάγγελος Αβέρωφ είχε αποκτήσει το προσωνύμιο «γεφυροποιός» (ή και «Γεφύρωφ») επειδή είχε κάνει κάποιες κινήσεις προσέγγισης των ανθρώπων της δικτατορίας.

Αλλά στα ελληνικά έχουμε κι άλλη μια λέξη που σημαίνει «γεφυροποιός», κι ας μην φαίνεται. Πρόκειται για τη λέξη «ποντίφικας», όπως έχει επικρατήσει να ονομάζεται ο Πάπας της Ρώμης, από το λατινικό pontifex, που ήταν τίτλος αρχιερέων στην αρχαία Ρώμη. Στα λατινικά η γέφυρα είναι pons, και από εκεί το γαλλικό pont και το ιταλικό ponte, κι από τη ρίζα αυτή έχουμε και οικογενειακά ονόματα όπως Δαπόντες ή Νεγρεπόντης (άλλωστε Νεγρεπόντε, μαύρη γέφυρα, λεγόταν από τους Ενετούς και τους Φράγκους η Χαλκίδα αλλά και ολόκληρη η Εύβοια).

Των μπροστινών πατήματα, των πισινών γεφύρια, λέει μια παροιμία που μ’ αρέσει, εννοώντας ότι οι επόμενοι βαδίζουν άνετα πάνω στα βήματα που με πολύ κόπο έκαναν οι πρωτοπόροι. Η συμφωνία-γέφυρα που με κόπο και επιμονή απέσπασε η ελληνική κυβέρνηση δεν προκαλεί ίσως ενθουσιασμό, μας δίνει όμως μιαν απαραίτητη ανάσα μέσα στα ασφυκτικά χρονικά περιθώρια στα οποία προσχεδιασμένα μας είχε οδηγήσει η προηγούμενη κυβέρνηση, βγάζει από το λαιμό μας τη θηλιά των υπέρογκων πρωτογενών πλεονασμάτων και ανοίγει κάποιες ρωγμές στο ως τώρα αρραγές μέτωπο των εταίρων. Δεν τελειώσαμε, τώρα αρχίζουμε, αλλά φαίνεται πως το πρώτο βήμα έγινε.

Ο Νίκος Σαραντάκος είναι συγγραφέας, μεταφραστής και κατοικοεδρεύει στα sarantakos.wordpress.com και www.sarantakos.com.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s