Η ρωγμή

Standard

Το Εurogroup, η συμφωνία και οι προοπτικές-4

του Μανώλη Μελισσάρη

Ένας από τους στόχους της κυβέρνησης ήταν εξαρχής να επαναπροσανατολίσει τον ευρωπαϊκό διάλογο σχετικά με το ελληνικό χρέος, με απώτερο σκοπό να επαναπροσανατολιστεί τελικά ολόκληρος ο ευρωπαϊκός θεσμικός διάλογος. Τα τελευταία χρόνια, ο διάλογος αυτός ήταν σχεδόν ανύπαρκτος· δυσκολεύεται κανείς να τον αποκαλέσει καν «διάλογο». Οι στόχοι έμπαιναν εκ των προτέρων, αλλά ακόμη και τα μέσα επίτευξής τους παρουσιάζονταν ως νομοτελειακά προσδιορισμένα. Η ΤΙΝΑ («Τhere Ιs Νo Αlternative», ο αγαπημένος αφορισμός του νεοφιλελευθερισμού από την εποχή της Θάτσερ) είχε διεισδύσει για τα καλά στον πολιτικό πυρήνα του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Είναι χαρακτηριστική η επίκληση (αξίζει να δει κανείς την συνέντευξη του Γερμανού υφυπουργού Οικονομικών Steffen Kampeter στον Paul Mason) μιας απογυμνωμένης και καταχρηστικής αντίληψης του κράτους δικαίου ως εγγυητή αποφάσεων οι οποίες δεν ελήφθησαν δημοκρατικά – για τον απλό λόγο ότι είναι αδύνατον να ληφθούν δημοκρατικά, ελλείψει μιας πανευρωπαϊκής δημοκρατικής δημόσιας σφαίρας.

Robert Bereny-Woman in Arm Chair, 1923

Robert Bereny-Woman in Arm Chair, 1923

Ένα σημαντικό αποτέλεσμα της ελληνικής διαπραγματευτικής στρατηγικής ήταν πως εισήγαγε τη γλώσσα της δημοκρατίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης ως όρoυς του διαλόγου και όχι απλώς ως εξωτερικά ερεθίσματα, όπως γινόταν ως τώρα μέσα από τις λαϊκές κινητοποιήσεις και την κοινωνία πολιτών (αυτό δεν σημαίνει πως υποτιμώ αυτές τις κινήσεις — κάθε άλλο). Αυτό ήδη διαρρηγνύει την τεχνοκρατική επίφαση, η οποία είχε περιχαρακώσει τις θεσμικές διαβουλεύσεις και επαναφέρει την πιθανότητα εναλλακτικής λύσης, μιας λύσης που μπορεί να συμφωνηθεί μόνο μεταξύ λαών και στη βάση ορισμένων πολιτικών αρχών. Ο στόχος είναι μακροπρόθεσμος αλλά τα αποτελέσματα αυτής της ρωγμής είναι ήδη ορατά στον τρόπο με τον οποίο πλέον απευθύνονται διάφορες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις στους λαούς τους αλλά και στη διατύπωση θεσμικών κειμένων (ιδίως των μεταρρυθμιστικών προτάσεων της ελληνικής κυβέρνησης) κατά τρόπο που υποβάλλει την ερμηνεία τους σε ουσιαστική δημοκρατική συζήτηση. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι αυτός ο επαναπροσδιορισμός των όρων είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την επίτευξη του απώτερου στόχου: της διαγραφής μεγάλου μέρους ενός χρέους που επιβλήθηκε άδικα στον ελληνικό λαό αλλά και σε άλλους λαούς της Ευρώπης.

Η σχετική αυτονομία την οποία κατάφερε να εξασφαλίσει η ελληνική κυβέρνηση τόσο για τη χάραξη του μεταρρυθμιστικού πλαισίου (άμεσο αποτέλεσμα της συμφωνίας της 20.2.) όσο και για την εφαρμογή του πλαισίου (αποτέλεσμα της θέσης στόχων με τις προτάσεις της 23ης Φεβρουαρίου κατά τρόπο που δεν υπερ-προσδιορίζει τον τρόπο επίτευξής τους) είναι εξίσου σημαντική, διότι επαναφέρει το ζήτημα στους ελληνικούς θεσμούς λήψης αποφάσεων, επιβεβαιώνοντας τη λαϊκή κυριαρχία. Για μεγάλο διάστημα, οι βουλευτές δεν καλούνταν να υπερψηφίσουν, να καταψηφίσουν ή να αλλάξουν δημιουργικά τις αποφάσεις της εκτελεστικής εξουσίας. Καλούνταν να επιβεβαιώσουν κάτι που παρουσιαζόταν ως ιστορική νομοτέλεια και να ανταποκριθούν κατ’ αυτό τον τρόπο στο «ιστορικό καθήκον» τους. Το Ελληνικό Κοινοβούλιο είχε έτσι βρεθεί για μεγάλο διάστημα σε λίμπο. Η ελληνική κυβέρνηση, αναλαμβάνοντας την ευθύνη ενός μεγάλου μέρους των αποφάσεων, ανταποκρίνεται στη λαϊκή εντολή χωρίς να κρύβεται πίσω από ψευδο-νομοτέλειες ή αόρατα κέντρα εξουσίας. Ταυτόχρονα, αναβαθμίζει τον ρόλο του Κοινοβουλίου, το οποίο μπορεί επιτέλους να ασκήσει ουσιαστικό –ελπίζω και μεταρρυθμιστικό– έλεγχο των αποφάσεων της εκτελεστικής εξουσίας.

Όσον αφορά το επόμενο τετράμηνο, η κυβέρνηση έχει δύσκολο έργο μπροστά της. Προτεραιότητές της πρέπει να είναι η εφαρμογή του συμφωνηθέντος μεταρρυθμιστικού προγράμματος (με άμεση διασαφήνιση των γενικών όρων κοινωνικής δικαιοσύνης) αλλά και η εφαρμογή της κοινωνικής και πολιτικής ατζέντας, η οποία είναι ανεξάρτητη της συμφωνίας.

Θέλω όμως να τονίσω δύο άλλα σημεία. Πρώτον, κάθε κίνηση της κυβέρνησης πρέπει να σέβεται απαρέγκλιτα την αρχή της νομιμότητας. Όχι στην απογυμνωμένη, φορμαλιστική εκδοχή της, η οποία απλώς θεσμοποιεί λάθρα τον εκβιασμό της ΤΙΝΑ. Η νομιμότητα πρέπει να διασφαλιστεί ως έκφραση και εγγύηση της δημοκρατικά εκφρασμένης βούλησης του ελληνικού λαού και των υπόλοιπων αρχών στις οποίες βασίζεται η Ελληνική Δημοκρατία.

Δεύτερον, πρέπει να συνεχιστεί η προσπάθεια επαναπροσδιορισμού του ευρωπαϊκού διαλόγου. Το κέντρισμα του δημοκρατικού οίστρου στις διαπραγματεύσεις ήταν η αρχή. Το ίδιο πρέπει να γίνει με αποφασιστικότητα σε όλα τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα. Πρέπει όμως να συνεχιστεί ο επαναπροσανατολισμός του διαλόγου και σε επίπεδο βάσης – όχι πια από την κυβέρνηση, αλλά από όλους μας. Πρέπει επειγόντως να τεθεί στους ευρωπαϊκούς λαούς το ζήτημα ότι σήμερα μπορεί το πρόβλημα να το έχει η Ελλάδα αλλά αύριο μπορεί να χτυπήσει τη δική τους πόρτα, όσο κι αν προσπαθούν να περιχαρακωθούν. Οι πιέσεις οι οποίες ασκούνται σε κάθε ευρωπαϊκό λαό είναι αδύνατον να αντιμετωπιστούν τοπικά. Ο απομονωτισμός δεν είναι προς το συμφέρον κανενός. Η διέξοδος για την Ευρώπη είναι η αλληλεγγύη και η δημοκρατία. 

Ο Μανώλης Μελισσάρης διδάσκει φιλοσοφία δικαίου και ποινικό δίκαιο στο London School of Economics and Political Science.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s