Πάνω στα συντρίμμια της πολιτικής, μια νέα εκλογική τάξη αναδεύεται…

Standard

Γαλλία, περιφερειακές εκλογές 2015: Ένα ακόμα βήμα στην πορεία της Μαρίν Λεπέν προς την εξουσία;

του Φαμπιέν Εσκαλονά

μετάφραση: Ελένη Καλαφάτη

1. Η ψηφοφορία της τελευταίας Κυριακής είναι συνεπής με την εκλογική λογική που ξεδιπλώνεται από τις πρώτες μερικές βουλευτικές εκλογές που έγιναν μετά την εκλογή του Φρανσουά Ολάντ. Η μετά το 2012 εποχή χαρακτηρίζεται αναμφισβήτητα από μια μαζική αποστράτευση των ψηφοφόρων της Αριστεράς (ιδιαίτερα της σοσιαλιστικής), στην οποία απαντά μια δυναμική προς τα δεξιά η οποία συγκεντρώνεται κυρίως στο ΕΜ.

«Όχι στις Βρυξέλλες, ναι στη Γαλλία»

«Όχι στις Βρυξέλλες, ναι στη Γαλλία»

2. Αυτές οι περιφερειακές εκλογές είναι σημαντικές στο πλαίσιο της μεγάλης επανισορρόπησης των συσχετισμών δυνάμεων που λαμβάνει χώρα από το 2007. Πρωτύτερα, η γαλλική εκλογική τάξη χαρακτηριζόταν από μια τακτική εναλλαγή μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς, όπου στο καθένα από τα δύο στρατόπεδα κυριαρχούσε αντίστοιχα το RPR[1] (στη συνέχεια το UMP[2]) και το Σοσιαλιστικό Κόμμα. Η έννοιας του «τριμερούς (tripartition)» χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει αυτή τη διαμόρφωση μιας διπολικής αντιπαράθεσης που διαταράσσεται από ένα απομονωμένο ΕΜ, το οποίο συγκεντρώνει γύρω στο 15% των ψήφων στις προεδρικές εκλογές και φτάνει σε επιδόσεις συστηματικά χαμηλότερες στις ενδιάμεσες εκλογές.

Το 2007, με μια εκλογική δομή διαφορετική από αυτή των προκατόχων του, ο υποψήφιος Σαρκοζύ έσωσε πάντως τη Δεξιά από μια εναλλαγή για πρώτη φορά από το 1981. Σύμφωνα με τις εργασίες των Pierre Martin και Simon Labouret στη Σχολή Πολιτικών Επιστημών της Γκρενόμπλ, η τομή αυτή άνοιξε μια «φάση επανευθυγράμμισης», που είναι δυνατόν να καταλήξει σε μια νέα εκλογική τάξη. Αντίθετα, ωστόσο, με όσα μερικές φορές διατυπώνονται με έμφαση, δεν πρέπει να συμπεράνουμε από αυτό την είσοδο της Γαλλίας στην εποχή του «τρικομματισμού».

Κατ’ αναλογία με τον «δικομματισμό», ο όρος αυτός θα υποδήλωνε μια τακτική εναλλαγή μεταξύ τριών κομμάτων σε εθνικό επίπεδο. Και όμως, παρά το γεγονός ότι σε ορισμένες περιοχές το σύστημα απόλυτης πλειοψηφίας με δύο γύρους δεν αποτελεί πλέον απροσπέλαστο εμπόδιο για το ΕΜ, το τελευταίο παραμένει ανίκανο να κατακτήσει μόνο του εξουσία σε εθνικό επίπεδο: δεν μπορεί να υπολογίζει σε κανένα σύστημα συμμαχιών, ενώ ακόμα εξακολουθεί να το απορρίπτει η πλειοψηφία των Γάλλων. Η επιτυχία του όρου «τρικομματισμός», παρά τον κατά προσέγγιση χαρακτήρα του, εξηγείται, ωστόσο, από τη δικαιολογημένη αίσθηση ότι «το παιχνίδι δεν είναι πια το ίδιο», τώρα που το ΕΜ συγκεντρώνει το 25% των ψήφων και που μια Αριστερά ιστορικά αδύναμη οδηγείται σε μία περιθωριοποίηση με διάρκεια.

3. Δεν μπορούμε να αποφύγουμε να διαβάσουμε τα αποτελέσματα αυτού του πρώτου γύρου υπό το πρίσμα των τριών δεκαετιών επιδείνωσης του πολιτικού και κοινωνικού κλίματος που ακολούθησαν την τόσο αναμενόμενη εναλλαγή του 1981. Μέχρι σήμερα όλοι οι κυβερνώντες έχουν αποτύχει μπροστά στη μαζική ανεργία, ενώ η χώρα δεν έπαψε να βυθίζεται μέσα στις πολεμικές σχετικά με την διαχείριση του πολιτιστικού πλουραλισμού της (ή για να πούμε τα πράγματα πιο καθαρά και σύμφωνα με την κυρίαρχη εστίαση αυτής της διακύβευσης, του εθνικού και θρησκευτικού πλουραλισμού της). Παράλληλα, οι πολίτες μπόρεσαν να αντιληφθούν την αντικειμενική απώλεια κυριαρχίας του εκλογικού σώματος και του κράτους, ιδίως εξαιτίας ενός ευρωπαϊκού σχεδίου με το οποίο ο πληθυσμός είναι απρόθυμος να ταυτιστεί, αντίθετα με τις ελίτ των κυβερνητικών κομμάτων που είναι έτοιμες να ξεχάσουν τα αποτελέσματα ορισμένων δημοψηφισμάτων εν ονόματί του.

Κατά βάθος, όλες οι δυσλειτουργίες και τα αδιανόητα αυτού του παλαιού αυτοκρατορικού έθνους που είναι η Γαλλία φαίνεται να ξαναπροβάλλουν σταδιακά, σύμφωνα με μια διαδικασία αργή αλλά σίγουρη, που επιταχύνεται από την δομική κρίση της οικονομίας-κόσμου και της ζώνης του ευρώ που ζούμε από το 2008. Κοιτάζοντας πίσω από απόσταση, ο γκωλισμός μπορεί να ιδωθεί σαν μια παρένθεση που επέτρεψε να ξαποστείλουμε στη λήθη (ή στην άρνηση) το αυτοκρατορικό παρελθόν της χώρας, μέσω κοινωνικών συμβιβασμών θετικών για την μισθωτή εργασία που εξαπλωνόταν, αλλά επίσης με τη θέληση να διατηρηθεί μια εθνική ανεξαρτησία και ένα ίδιον μήνυμα με προορισμό το υπόλοιπο του κόσμου.

Έκτοτε, το γκωλικό σχέδιο και η γκωλική κουλτούρα διαλύθηκαν, από την ίδια την καρδιά ενός RPR που άρχισε να διατίθεται ευνοϊκά απέναντι σε ένα μετριοπαθή νεοφιλελευθερισμό και στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Όσο για την Αριστερά, που επιτέλους έφθασε στην εξουσία, προσαρμόστηκε στην νέα οικονομική τάξη της ανισότητας, υπήρξε ο κύριος συντελεστής της κοινής αγοράς και του κοινού νομίσματος, και συντάχθηκε με τη φιλοατλαντική στροφή της εξωτερικής πολιτικής που εκδηλώθηκε υπό τον Νικολά Σαρκοζύ. Σε αυτό το διάστημα, οι προηγούμενοι μηχανισμοί που είχαν ευνοήσει τον κοινωνικό δεσμό και την αποδοχή των πληθυσμών των μεταναστών (πλήρης απασχόληση, στρατευμένες κοινωνικότητες, εξωτερική απειλή) έχασαν την αποτελεσματικότητά τους, χωρίς να αναδύεται πραγματικά μια κοινή μνήμη για τους αποτυχημένους του γαλλικού οικουμενισμού στις χώρες του Μαγκρέμπ.

Αυτή η συνολική κοινωνικοπολιτική αποσύνθεση αποτέλεσε το έδαφος πάνω στο οποίο αναπτύχθηκε το ΕΜ. Η καταγγελία της ανασφάλειας, της μετανάστευσης και της ανικανότητας της άρχουσας τάξης χρησιμεύει στο ΕΜ για να προσωποποιήσει και να φετιχοποιήσει τους αφηρημένους μηχανισμούς κυριαρχίας και αποστέρησης, για τους οποίους βρήκε προφανείς ενόχους που θέλει να τους κάνει εξιλαστήρια θύματα μιας εθνικής ανάστασης. Πρόκειται τελικά για μια σεχταριστική και υποβαθμισμένη εκδοχή αυτού που μπόρεσε να αντιπροσωπεύσει ο γκωλισμός, μέσω του φαντάσματος ενός βιομηχανικού καπιταλισμού εντός των εθνικών συνόρων, στο εσωτερικό των οποίων οι φορείς θρησκευτικών και πολιτιστικών διαφορών θα διέθεταν το καλό γούστο να γίνουν αόρατοι.

Μπροστά σε αυτή την «προσφορά» που τα νέα στελέχη του ΕΜ ξέρουν να παρουσιάζουν με θελκτικό τρόπο, οι εξαντλημένες ιδεολογίες και τα θλιβερά φάρμακα των κυβερνητικών κομμάτων είναι καταδικασμένα να χάνουν σε θελκτικότητα. Ενταγμένα σε αυτό το ευρύτερο συγκείμενο, τα αποτελέσματα αυτού του πρώτου γύρου παίρνουν μια πολύ πιο σκοτεινή απόχρωση για τους κυρίαρχους παίχτες της γαλλικής πολιτικής σκηνής, από αυτή που υπαινίσσονταν τα πρώτα σχόλια το βράδυ των εκλογών. 

Ο Fabien Escalona είναι πολιτικός επιστήμονας και διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Γκρενόμπλ. Είναι ειδικός σε ζητήματα σοσιαλδημοκρατίας. Το κείμενο δημοσιεύθηκε στον δικτυακό τόπο mediapart, στις 24.3. 2015.

[1] Rassemblement pour la République. Ιδρύθηκε 1976 υπό την ώθηση του Ζακ Σιράκ, διεκδικώντας την γκωλική παράδοση. Αυτοδιαλύθηκε το 2002 στο UMP.

[2] Union pour un Mouvement Populaire (UMP). Ιδρύθηκε τον Νοέμβριο του 2002 ως συγχώνευση συντηρητικών κομμάτων μετά την εμπειρία της διασποράς των δεξιών ψήφων, που έφερε τον Σιράκ σε απόσταση αναπνοής από τον Ζαν-Μαρί Λεπέν στις προεδρικές εκλογές του Μαΐου του 2002.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s