Μια δυσάρεστη «δικαίωση»

Standard

Από τη δίωξη της βίας στη δίωξη της άποψης

του Βαγγέλη Καραμανωλάκη 

Στις αρχές του φθινοπώρου, πάνω από 150 ιστορικοί υπογράψαμε ένα κείμενο εναντίον των διατάξεων του αντιρατσιστικού νόμου που ποινικοποιούσαν την άρνηση του Ολοκαυτώματος, των γενοκτονιών, των εγκλημάτων πολέμου. Μεταξύ άλλων, λέγαμε ότι τα ιστορικά ζητήματα πρέπει «να είναι αντικείμενο επιστημονικού και νηφάλιου δημόσιου διαλόγου και όχι νομοθετικής ρύθμισης και ποινικής τιμωρίας, με κίνδυνο να φιμώνεται κάθε αντίθετη στην κυρίαρχη άποψη, ακόμα και αυτή η ιστορική έρευνα και διδασκαλία», ενώ επισημαίναμε ότι «οι προϋποθέσεις που θέτει το νομοσχέδιο, καθώς ενέχουν μεγάλη απροσδιοριστία και ρευστότητα δυστυχώς δεν αποτελούν εγγύηση».

Πάμπλο Πικάσο, σπουδή για το έργο «Ο μέθυσος», 1955

Πάμπλο Πικάσο, σπουδή για το έργο «Ο μέθυσος», 1955

Το κείμενο συνάντησε σημαντική αποδοχή, αλλά και σκληρή κριτική, με βασική αιχμή ότι υπερβάλλουμε και παρανοούμε τις σχετικές διατάξεις. Γράφτηκε, τότε, ότι ισχυριζόμαστε εσφαλμένα πως μπορεί να διωχθεί η άποψη, ενώ στην πραγματικότητα οι διατάξεις αφορούσαν την υποκίνηση σε βιαιότητες, την παρακίνηση σε απειλές και ύβρεις. Λίγους μήνες αργότερα, οι φόβοι μας δικαιώνονται πανηγυρικά – και αυτό, βέβαια, το λέω με μεγάλη λύπη και χωρίς καμιά «ικανοποίηση» για τη δικαίωση. Την προηγούμενη εβδομάδα μάθαμε ότι ο γερμανός ιστορικός Χάιντς Ρίχτερ, διώκεται από τον εισαγγελέα Ρεθύμνου, με βάση τις διατάξεις του αντιρατσιστικού νόμου, για τα όσα έγραψε στο βιβλίο του Η Μάχη της Κρήτης (το οποίο μεταφράστηκε το 2011 στα ελληνικά), καθώς συγκεκριμένες αναφορές στο βιβλίο του συνιστούν «άρνηση εγκλημάτων του ναζισμού σε βάρος του κρητικού λαού με εξυβριστικό περιεχόμενο».

Παρότι ένα σύντομο σχόλιο, όπως το παρόν, δεν προσφέρεται για μια αναλυτική κριτική του βιβλίο του Ρίχτερ, αισθάνομαι την ανάγκη ξεκαθαρίσω κάτι εξαρχής. Πολλές από τις απόψεις της μελέτης με βρίσκουν, επιστημονικά και αξιακά, εντελώς αντίθετο. Για παράδειγμα, αποφάνσεις, λ.χ., για τον «ιπποτικό» πόλεμο των αλεξιπτωτιστών και τον «βρώμικο» πόλεμο των ανταρτών ή επιχειρήματα όπως ότι τα γερμανικά αντίποινα καταρχάς αποσκοπούσαν στο να εμποδίσουν τους Γερμανούς στρατιώτες να προχωρήσουν σε βιαιότητες εναντίον του ντόπιου πληθυσμού είναι, για μένα τουλάχιστον, και έωλες και απεχθείς.

Είμαι σίγουρος ότι πολλοί –και μάλλον οι περισσότεροι αναγνώστες– συμμερίζονται την αντίθεσή μου, και ίσως σε ακόμα υψηλότερους τόνους. Το κρίσιμο ερώτημα ωστόσο είναι: Αρκούν αυτά για να οδηγηθεί στο δικαστήριο ο συγγραφέας του βιβλίου; Ενός βιβλίου που κυκλοφορεί ήδη τέσσερα χρόνια στα ελληνικά και βρέθηκε στο στόχαστρο των εισαγγελικών αρχών εξαιτίας της αναγόρευσής του Ρίχτερ σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου της Κρήτης; Αρκούν αυτά για να θεωρηθεί ο Ρίχτερ, ένας ιστορικός με μακρά διαδρομή επιστημονικής παραγωγής και αξιοσημείωτες μελέτες για την ελληνική ιστορία, ως υποκινητής βίαιων πράξεων; Δεν μοίρασε προκηρύξεις στην Ομόνοια καλώντας τους ανθρώπους να χτυπήσουν κάποιους άλλους, δεν τους προέτρεψε να εγκληματήσουν, δεν κήρυξε το μίσος από την τηλεόραση ή από το μπαλκόνι. Ο Ρίχτερ εξέφρασε την άποψή του δημόσια, με επιχειρήματα και πηγές, μια άποψη η οποία δέχτηκε κριτική, μπορεί –και πρέπει, κατά τη γνώμη μου– να δεχτεί και άλλη κριτική (σκληρή, καταιγιστική, σκεφτείτε ό,τι άλλο χαρακτηρισμό θέλετε) αλλά όχι στις αίθουσες των δικαστηρίων. Αν θέλουμε να απαντήσουμε στον Ρίχτερ, διαθέτουμε μια σειρά από μαρτυρίες και ιστορικά τεκμήρια, τις πραγματικότητες του θανάτου, της καταστροφής, της ορφάνιας, της φρίκης που γέννησε η ναζιστική εισβολή. Δεν χρειαζόμαστε την ποινικοποίηση της άποψης.

Και ας σκεφτούμε κάτι ακόμα: Θέλουμε άραγε οι απόψεις αυτές να αναπαράγονται ως «απαγορευμένες αλήθειες» ή να γίνουν αντικείμενο σκληρής τεκμηριωμένης κριτικής; Πότε θα είναι άραγε λιγότερο επικίνδυνες, πότε θα έχουν λιγότερη ισχύ για τη φαντασία των νέων ανθρώπων;

Η δίωξη του Χάιντς Ρίχτερ για τα όσα έγραψε για τη Μάχη της Κρήτης ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στην –ούτως ή άλλως πολύπαθη– ιστορία της ελευθερίας του λόγου στη χώρα μας. Καλό είναι να κλείσει το γρηγορότερο. Να κλείσει γιατί ανοίγει ξανά, έστω και στην προσπάθεια να υπηρετηθεί ένας ευγενής σκοπός, έναν ιδιαίτερα επικίνδυνο δρόμο. Να κλείσει γιατί μια μελέτη όσο προβληματικές, ανυπόστατες, ακόμα και απεχθείς απόψεις περιέχει πρέπει να αποτελεί αντικείμενο επιστημονικής κριτικής και διαλόγου, αντιπαράθεσης, και όχι ποινικής δίωξης. Με αυτή την έννοια, η δίωξη Ρίχτερ, που δείχνει ξεκάθαρα πόσο επικίνδυνη είναι η διάταξη αυτή του αντιρατσιστικού νόμου, μπορεί, εν τέλει, να είναι μια ευκαιρία: για να θέσουμε ξανά το ζήτημα της άμεσης κατάργησής της.

O Bαγγέλης Καραμανωλάκης είναι ιστορικός (Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΑΣΚΙ)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s