Λαμέντο

Standard

ΝΕΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ

του Κωνσταντίνου Χατζηνικολάου

Δεν ξέρω γιατί επιστρέφω τόσο συχνά στην ποίηση του Τούμας Τράνστρεμερ, του Σουηδού ποιητή που πέθανε την περασμένη εβδομάδα.

Ίσως επειδή τα ποιήματά του είναι σαν μακριά καλώδια που κάποιος τ’ ανοίγει και από μέσα βγαίνουν κάτι εξαιρετικά λεπτά σύρματα, λεπτά σαν ίνες, ίνες που μερικές φορές είναι χρυσές ή ασημένιες (ή χάλκινες).

Τα καλώδια βρίσκονται κάτω απ’ το χώμα, και αυτός που βρίσκει τα καλώδια έχει σκάψει το χώμα με τα χέρια του.

14.00-conosΠροχθές ξαναείδα μια συνέντευξή του στις Κεραίες της εποχής μας, εκπομπή του 2013. Ο Τράνστρεμερ δεν μιλάει. Ο δημοσιογράφος (ο Ανταίος Χρυσοστομίδης) κάνει την ερώτηση στα ελληνικά, ο Βασίλης Παπαγεωργίου (ο μεταφραστής του στη γλώσσα μας) την αποδίδει στα σουηδικά, και μετά ο Τούμας βγάζει απ’ το στόμα του κάτι αργόσυρτους αλλά σύντομους φθόγγους, λες και βγαίνουν από στόμα ξωτικού. Και ύστερα, η Μόνικα, η γυναίκα του εδώ και δεκαετίες, απαντά στη θέση του άντρα της, γιατί η Μόνικα ξέρει τις απαντήσεις, ενώ εγώ αμφιβάλλω, και ίσως αυτός είναι ο μοναδικός λόγος που με σπρώχνει να φωνάξω, «Σκάσε Μόνικα!».

Οι ήχοι του ξωτικών αρκούν καμιά φορά.

Ο Τράνστρεμερ είναι γαλήνιος όμως δίπλα της.

Σ’ ένα άλλο βίντεο (φιλμ), του 1980, δέκα χρόνια προτού υποστεί το εγκεφαλικό που του στέρησε την ομιλία του, ο Τράνστρεμερ διαβάζει ένα ποίημα από τη συλλογή του Ο μισοτελειωμένος ουρανός (1962). Δεν καταλαβαίνω σουηδικά, αλλά όσο ακούω τη φωνή του φαντάζομαι ένα ωραίο μεγάλο πουλί που κρώζει με βαθιά πλατιά κρωξίματα, προσπαθώντας να μιμηθεί την ανθρώπινη λαλιά, ενώ στέκεται στο κλαδί ενός δέντρου πάνω απ’ τη λίμνη (τον γκρεμό).

Οι αγγλικοί υπότιτλοι που πέφτουν από κάτω, μου φαίνονται ανεπανόρθωτα επεξηγηματικοί.

Εγώ πάντως θα τον σκέφτομαι σαν ένα καλοστεκούμενο ηλικιωμένο, με κολεγιακή μπλούζα, ψηλό και ευγενή, που έχει βγει στο δάσος με το σακίδιό του, προφασιζόμενος πως θέλει να μαζέψει μανιτάρια: μόνο που καθώς περπατά, προχωρά προς τα πιο απρόσιτα μέρη (αποφεύγει τα ξέφωτα), προς εκείνα τα σκιερά μέρη, προς τις σκιές, που σε λίγο θα ενωθούν και θα γίνουν νύχτα.

Όμως, λίγο πριν νυχτώσει, επιστρέφει.

Στο σπίτι τον περιμένει η γυναίκα του. Κάθονται να φάνε, ο ένας απέναντί στον άλλον. Τρώνε. Τότε η γυναίκα του, την ώρα που τον κοιτάζει λυπημένα, παρατηρεί πως ο Τούμας τρώει με χέρια λερωμένα, βουτηγμένα μες στο χώμα, και καθώς ετοιμάζεται να τον επικρίνει, αίφνης, ο Τούμας, με φωνή τριαντάρη, μιλά για μια τελευταία φορά, προκειμένου να υπερασπιστεί τον βουβό Τούμας: «Πολλά αυτά που δεν μπορούν να γραφτούν ή ν’ αποσιωπηθούν!/ Έχει παραλύσει από κάτι που συμβαίνει πολύ μακριά,/ αν και ο υπέροχος ταξιδιωτικός σάκος χτυπά σαν καρδιά». Λαμέντο, 1962.

Το κείμενο είναι έτοιμο, μισοτελειωμένο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s