Τρία μέτρα στραγγαλισμού της ελληνικής οικονομίας

Standard

Ο συμβιβασμός και η ρήξη ως εναλλακτικές χρήσεις του χρήματος

του Πέτρου Σταύρου 

Η ευρωζώνη ως κοινός οικονομικός και νομισματικός χώρος αποτελούσε και αποτελεί, σύμφωνα με την οικονομική θεωρία, μια ατελή ένωση κρατών, καθώς δίπλα στο κοινό νόμισμα δεν υπάρχει ούτε ενιαία κρατική αρχή, ούτε κοινός προϋπολογισμός, ούτε ενιαία δημοσιονομική και φορολογική πολιτική. Εξαιτίας αυτής της κατάστασης εκδίδονταν, κατά καιρούς, και συνεχίζουν να εκδίδονται, στις μέρες μας, ευτράπελες πολιτικές «ντιρεκτίβες» του είδους «Φορολογήστε τους εφοπλιστές σας».

«Στον Πάμπλο Πικάσο», κολάζ του Ζακ Πρεβέρ και του Αντρέ Βιλέρ

«Στον Πάμπλο Πικάσο», κολάζ του Ζακ Πρεβέρ
και του Αντρέ Βιλέρ

Αυτές ξεστομίζονται από πολιτικούς που προέρχονται από χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην επικράτεια των οποίων ανθούν οι φορολογικοί «παράδεισοι» και απευθύνονται σε κράτη του νότου υπό την πίεση της κρίσης χρέους.

Βέβαια, σαν σύσταση, διατηρεί την αξία της και ασφαλώς πρέπει να την ακολουθήσουμε, αφού τασσόμαστε υπέρ της αναδιανομής του πλούτου. Εκείνο που εννοώ, όμως, είναι πως η επιβολή της στους εγχώριους πλούσιους θα παραμένει μεμονωμένη προσπάθεια, αν δεν αποτελέσει κοινή ευρωπαϊκή πολιτική και συλλογική εναντίωση στις πολιτικές φορολογικού ανταγωνισμού της Ε.Ε. όπου κάθε χώρα ανταγωνίζεται τις άλλες για το ποια θα καθιερώσει τον χαμηλότερο φορολογικό συντελεστή.

Διαβάζουμε, σε προχθεσινό δημοσίευμα (Δημ. Παπακωνσταντίνου, «Τα δάνεια της ΕΤΕπ για χτίσιμο σχολείων γίνονται… μισθοί και συντάξεις», (capital.gr, 2.4.2015) πως η κυβέρνηση μετατρέπει τα δάνεια της Ευρωπαϊκής Τράπεζας επενδύσεων (ΕΤΕπ) από κονδύλια για σχολικά κτίρια σε μισθούς και συντάξεις — και απορούμε πως γίνεται αυτό. Συνεχίζοντας το διάβασμα, διαπιστώνουμε ότι πρόκειται για τη σύσταση του Υπουργείου Οικονομικών να μεταφερθούν τα διαθέσιμα του Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων (όπως και από δεξαμενές ΔΕΚΟ και εποπτευόμενων φορέων) λόγω της αγωνιώδους αναζήτησης ρευστότητας, προς τους κεντρικούς λογαριασμούς του δημοσίου. Διαβάζουμε, επίσης, πως τα μισά από αυτά τα διαθέσιμα είναι δάνειο της ΕΤΕπ, που θα χρηματοδοτούσε ανέγερση σχολικών κτιρίων.

Η επιτηδευμένη στρέβλωση της πραγματικότητας είναι εμφανής στο δημοσίευμα. Για ποιο λόγο το δημόσιο ακολουθεί αυτή την «αδικαιολόγητη» πρακτική δεν εξηγείται. Αφήνεται να εννοηθεί, όμως, πως η αιτία για αυτή την οικονομικά αυταρχική συμπεριφορά είναι, πιθανότατα, η «ιδεολογική μανία» μιας αριστερής κυβέρνησης να χρηματοδοτεί αντιπαραγωγικές δαπάνες για μισθούς και συντάξεις και όχι επενδύσεις. Ούτε λίγο ούτε πολύ, αφήνεται να εννοηθεί, αν συνεχίσουν έτσι τα πράγματα, πως η κυβέρνηση δεν θα περιοριστεί μόνο στους δημόσιους οργανισμούς αλλά μπορεί να «βάλει χέρι» και στις ιδιωτικές καταθέσεις. Όμως ο πραγματικός ένοχος απουσιάζει σε αυτό το παιχνίδι των εντυπώσεων· και, εφόσον απουσιάζει, το παιχνίδι των εντυπώσεων αναβαθμίζεται σε ισχυρό πόλεμο θέσεων από τον κοινωνικό και πολιτικό αντίπαλο. Έτσι, είναι καίριο να αναρωτηθούμε ποιος πραγματικά στραγγαλίζει την οικονομία, παίρνοντας τα πράγματα από την αρχή τους.

Στις 4 Φεβρουαρίου 2015 ήρθε η πρώτη προειδοποιητική βολή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που σταμάτησε την ομαλή χρηματοδότηση του εγχώριου τραπεζικού συστήματος από το ευρωσύστημα. Η διακοπή αυτή επιβλήθηκε χωρίς να υπάρχει κανένας οικονομικός ή τεχνοκρατικός λόγος. Έγινε μόνο στη βάση μιας πολιτικής στρατηγικής στραγγαλισμού της ρευστότητας και εκβιασμού της νέας κυβέρνησης. Η πρώτη αυτή απόφαση ενίσχυσε σημαντικά τη «φυγή» κεφαλαίων και καταθέσεων από το εγχώριο τραπεζικό σύστημα και οδήγησε στη δεύτερη κίνηση, στη χρήση δηλαδή του μηχανισμού της έκτακτης στήριξης της ρευστότητας, του περίφημου ELA. Η «στάγδην» χρήση του ELA γίνεται με ρυθμούς τέτοιους ώστε η διαρροή κεφαλαίων να είναι ελαφρώς μεγαλύτερη από το μέγεθος της στήριξης του ELA. Το ισοζύγιο είναι αρνητικό, και η εγχώρια οικονομία στερεύει από χρηματικούς πόρους με ελεγχόμενο ρυθμό. Και εδώ γίνεται εμφανής η στρατηγική του εκβιασμού που ακολουθούν οι ευρωπαϊκοί πολιτικοί και χρηματοδοτικοί μηχανισμοί. Τέλος –και αυτό είναι το τρίτο μέτρο πίεσης– απορρίφθηκε το αίτημα να χρησιμοποιηθεί ο βραχυπρόθεσμος δανεισμός του δημοσίου μέσω εντόκων γραμματίων από το εγχώριο τραπεζικό σύστημα. Το ελληνικό δημόσιο πλέον δεν έχει καμία πηγή χρηματοδότησης παρά μόνο την επιβολή φόρων και τελών. Όταν όμως η φορολογία είναι η μόνη πηγή χρηματοδότησης, δεν διαθέτεις ομαλή ροή κεφαλαίων κίνησης και είσαι ευάλωτος και στις παραμικρές αρρυθμίες του καθημερινού ισοζυγίου εσόδων και εξόδων.

Τα τρία παραπάνω μέτρα της στρατηγικής στραγγαλισμού της ελληνικής οικονομίας αποφασίζονται και τίθενται σε ισχύ μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η μη πληρωμή κάποιας δόσης στο ΔΝΤ σημαίνει πιστωτικό γεγονός ευρείας κλίμακας, ενώ η πιθανότητα της μη πληρωμής κάποιας δόσης στην ΕΚΤ απλώς δεν υπάρχει καταστατικά ως έννοια. Έτσι, η ελληνική κυβέρνηση, φοβούμενη ότι θα προκαλέσει πιστωτικό γεγονός, συνεχίζει και πληρώνει δόσεις σε ΔΝΤ, ΕΚΤ και λήξεις εντόκων αποστερώντας, με τη σειρά της, και παρότι δεν το θέλει, την οικονομία από το απαραίτητο ρευστό — κάτι που δεν αποκαθίσταται από καμία εισροή. Αυτή τη στιγμή, λοιπόν, η ελληνική οικονομία είναι ένα σύστημα που έχει μόνο εκροές και καθόλου εισροές. Και αυτό αποτελεί αποτέλεσμα μιας παγκόσμιας αντίληψης για το τι συνιστά πιστωτικό γεγονός και τριών πολύ συγκεκριμένων μέτρων εκβιασμού και μονομέρειας που αποφάσισε, πολιτικά σκεπτόμενη, η ΕΚΤ.

Έτσι μόνο εξηγείται η «δίψα» για ρευστά διαθέσιμα της ελληνικής κυβέρνησης που την εξαναγκάζει σε αγχωτικές κινήσεις αναζήτησης ρευστού, όπως η μεταφορά διαθεσίμων των εποπτευόμενων οργανισμών. Η ΕΚΤ και ολόκληρο το πολιτικό προσωπικό του χρηματιστικού καπιταλισμού βάζουν τη «θηλιά στο λαιμό» κάθε εναλλακτικής οικονομικής πολιτικής. Ο υπεύθυνος αυτής της κατάστασης αποκαλύπτεται μόνο αν αντιληφθούμε την χρηματική οικονομία ως οικονομία χρηματορροών. Επιπρόσθετα, οι χρηματορροές μας δείχνουν ποιος κρύβεται πίσω από το χρήμα, ποιος το κατέχει πραγματικά και πώς με την κατοχή του χρήματος ενοποιείται πολιτικά και η Ευρωπαϊκή Ένωση υπό την ηγεμονία του αυταρχικού νεοφιλελευθερισμού. Έτσι ένα ατελές νόμισμα, όπως το ευρώ, γίνεται παντοδύναμο χρήμα μόνο με την πολιτική επιβολή και τη μεροληπτική χρήση των θεσμών για την απόλυτη κατοχή του.

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε η στρατηγική του έντιμου συμβιβασμού που διακηρύττει μέχρι τώρα η ελληνική κυβέρνηση, παρότι δεν συνιστά βέβαια «κωλοτούμπα», είναι ωστόσο εξαρχής υπονομευμένη και αδυνατίζει τις τελικές της θέσεις, μια και ο αντίπαλος σκέφτεται εντελώς «εγωιστικά»: αυτός προσπαθεί να σε πλήξει χτυπώντας στις «δεξαμενές» των πόρων σου, κι εσύ του αναγνωρίζεις κάποιον ορθολογισμό και ίσως κάποια δείγματα συμπόνιας. Αν κάτι σε όλα αυτά πρέπει να είναι έντιμο, αυτό είναι η σχέση της νέας πολιτικής διακυβέρνησης με τις κοινωνικές της εκπροσωπήσεις. Από κει και ύστερα, η ρήξη με κανόνες και σχέδιο και εντός του πεδίου της λαϊκής κυριαρχίας είναι κάτι που το δείχνει ως δυνατότητα η εξέλιξη της σημερινής συγκυρίας. Ο συμβιβασμός ελέγχεται πλήρως από τον πολιτικό αντίπαλο και αποτελεί περιορισμένη άδεια κατοχής χρηματικών πόρων για πλήρως προσδιορισμένες, από τον ίδιο πολιτικό αντίπαλο, χρήσεις. Η ρήξη δεν θα αυξήσει τη διαθέσιμη ποσότητα χρήματος, μεσοπρόθεσμα, αλλά τουλάχιστον θα αυξήσει τη δημοσιονομική κυριαρχία και το πεδίο των πολιτικών επιλογών.

Κατά τα προηγούμενα χρόνια και αφού πρώτα βγήκαμε από τις επίσημες χρηματαγορές, χάνοντας την πρόσβαση στις πηγές του χρήματος, ακολούθησε το Μνημόνιο και οι «μεταρρυθμίσεις» του, που προσπάθησαν να ελέγξουν το σύνολο των χρηματοροών της οικονομίας. Η ανάγκη για μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα, η συγκεντροποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα, η διάλυση των συλλογικών συμβάσεων, οι παρεμβάσεις στο ασφαλιστικό, η απελευθέρωση των επαγγελμάτων, τα ωράρια των καταστημάτων και γενικά όλες οι μνημονιακές απαιτήσεις οργανώθηκαν στη βάση του πλήρους ελέγχου του χρηματικού κυκλώματος: από πού φεύγει το χρήμα και σε ποια χέρια πάει. Μια συγκροτημένη πολιτική ρήξης, και προτού αυτή δημιουργήσει νέα ρευστότητα, θα πρέπει να περιορίσει τις διαρροές της υπάρχουσας ποσότητας χρήματος (η πληρωμή δόσεων στο ΔΝΤ και στην ΕΚΤ είναι μια τέτοια διαρροή) και αμέσως μετά να το αναδιανείμει εκεί που θα βοηθήσει περισσότερο στην έξοδο από την κρίση. Οι άλλες εκδοχές αφήνουν τις πρωτοβουλίες κινήσεων στους καπιταλιστικούς θεσμούς του χρήματος. 

Ο Πέτρος Σταύρου είναι συνεργάτης της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Τρία μέτρα στραγγαλισμού της ελληνικής οικονομίας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s