Οι πολιτικές της μεσότητας

Standard

Από την κοινωνική θεωρία στην σημερινή κατάσταση και πολιτική

 του Μανόλη Αγγελίδη

Με αφορμή την τρέχουσα συγκυρία, στην οποία τίθεται το πρόβλημα εφαρμογής του προγράμματος της προσφάτως εκλεγείσης κυβέρνησης της Αριστεράς, εν μέσω των αντινομιών της προϊούσης οικονομικής κρίσης στο περιβάλλον της ευρωζώνης, αλλά και των προσδοκιών για τα αποτελέσματα από την εφαρμογή του προγράμματος αυτού, είναι χρήσιμο να σκεφτούμε ορισμένα ζητήματα από το πεδίο της κοινωνικής θεωρίας, που μπορούν ίσως να βρουν τις αντιστοιχίες τους στη σημερινή κατάσταση.

Λουίζ Χέντερσον, «Τρεις μορφές»

Λουίζ Χέντερσον, «Τρεις μορφές»

Ο Άνταμ Σμιθ στη Θεωρία των ηθικών συναισθημάτων, ένα λιγότερο γνωστό έργο του, στα μέσα του 18ου αιώνα, ανέπτυξε μια επιχειρηματολογία με αναφορά στη σχέση των κοινωνικών συμφερόντων με τη δομή του πολιτικού συντάγματος. Σε αυτό το πλαίσιο υποστήριζε ότι οι διάφορες κοινωνικές ομάδες σε κάθε ανεξάρτητο κράτος διαθέτουν τις δικές τους επιμέρους εξουσίες, προνόμια και ασυλίες. Θεωρούσε επιπλέον ότι το κάθε άτομο ήταν κατά φυσικό τρόπο προσδεδεμένο στη δική του τάξη και ομάδα και η φιλοδοξία του ήταν να επεκτείνει ακριβώς αυτά το προνόμια και τις ασυλίες έναντι των άλλων ομάδων. Από αυτή ακριβώς τη χωριστική δομή υποστήριζε ότι ήταν εξαρτημένο το Σύνταγμα αυτού του κράτους.

Αλλά, δεδομένης αυτής της ισορροπίας μεταξύ των νομικο-κοινωνικών ομάδων της εποχής του Α. Σμιθ, η μεροληψία της κάθε επιμέρους ομάδας εμποδίζει να πεισθούν τα άτομα ότι η ευημερία του κράτους προϋποθέτει τον περιορισμό των εξουσιών, των προνομίων και των ασυλιών της δικής τους κοινωνικής ομάδας. Αυτή η μεροληψία, ισχυρίζεται, δεν είναι εντελώς άχρηστη καθώς συμβάλλει στη σταθερότητα του όλου συστήματος, παρότι φαίνεται να εμποδίζει ορισμένες αναγκαίες αλλαγές του τρόπου διακυβέρνησης που φαίνονται δημοφιλείς.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Α. Σμιθ θεματοποιεί την έννοια της φιλοπατρίας, εντός της οποίας υποστηρίζει ότι συνυπάρχουν δύο αρχές. Η πρώτη αρχή είναι συνδεδεμένη με τον σεβασμό και την υπακοή στο σύνταγμα. Η δεύτερη αρχή είναι συνδεδεμένη με μια επιθυμία να γίνει η θέση των συμπολιτών μας ασφαλής, αξιοπρεπής και ευτυχής. Αυτές οι δύο αρχές αποτελούν το θεμελιώδες κριτήριο του καλού πολίτη. Σε καιρούς ειρηνικούς αυτές οι δύο αρχές φαίνεται να συμπίπτουν και να κάνουν αποδεκτό το ότι η υφιστάμενη μορφή της διακυβέρνησης αποτελεί όρο της αξιοπρεπούς κατάστασης των συμπολιτών μας. Σε καιρούς όμως δημόσιας δυσαρέσκειας και κοινωνικών συγκρούσεων αυτές οι δύο αρχές διαχωρίζονται και μας κάνουν να σκεφτούμε ότι είναι αναγκαία η μεταρρύθμιση του συντάγματος και της μορφής διακυβέρνησης, καθώς υπό την παρούσα μορφή τους δεν είναι σε θέση να διατηρήσουν τη δημόσια ειρήνη.

 Σε αυτές τις καταστάσεις είναι αναγκαία η μεγαλύτερη δυνατή άσκηση πολιτικής σοφίας για να προσδιορίσουμε σε ποιες περιπτώσεις ο αληθινός πατριώτης πρέπει να αγωνιστεί για την παγίωση της εξουσίας του παλιού συστήματος ή να στραφεί προς την αποδοχή και επικράτηση του πιο επικίνδυνου μεταρρυθμιστικού πνεύματος. Έτσι, ο επικεφαλής της παράταξης που επικράτησε, αν διαθέτει επαρκή εξουσία για να επιβληθεί στους πολιτικούς φίλους του, πρέπει να τους υποχρεώσει να «συμπεριφερθούν με την πρέπουσα αυτοκυριαρχία και μετριοπάθεια», αναλαμβάνοντας τον ρόλο «του αναμορφωτή και νομοθέτη ενός μεγάλου κράτους, και με τη σοφία των θεσμών του να εξασφαλίσει την εσωτερική ειρήνη και ευδαιμονία των συμπολιτών του για πολλές διαδοχικές γενιές».

Σε συνθήκες αναταραχής και συγκρούσεων αναπτύσσεται, κατά τον Α. Σμιθ, ένα ορισμένο πνεύμα συστήματος, το οποίο «αναμιγνύεται» με το πάντοτε πιο ήπιο δημόσιο πνεύμα και το καθυποτάσσει με τέτοιο τρόπο ώστε να το κατευθύνει ακόμη και προς την «τρέλα του φανατισμού». Η πλειονότητα όσων επιδεικνύουν αυτό το «πνεύμα συστήματος […] είναι συνήθως άνθρωποι μεθυσμένοι με τη φανταστική ομορφιά αυτού του ιδεώδους συστήματος, για το οποίο δεν έχουν άμεση εμπειρία αλλά το οποίο έχει παρουσιασθεί σε αυτούς με τα πιο αστραφτερά χρώματα που η ευγλωττία των ηγετών τους θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να το απεικονίσει».

Αντίθετα, όσοι επιδεικνύουν δημόσιο πνεύμα, το οποίο «υπαγορεύεται εξ ολοκλήρου από ανθρωπισμό και αγαθή προαίρεση, θα σεβαστ[ούν] τις υφιστάμενες εξουσίες […] των ομάδων στις οποίες διαιρείται το κράτος» και παρότι μπορεί να θεωρούν ότι ορισμένες από αυτές είναι καταχρηστικές και προνομιακές, «θα αρκεσθ[ούν] στον μετριασμό εκείνων από αυτές που συχνά δεν μπορ[ούν] να εκμηδενίσ[ουν] χωρίς υπέρμετρη βία».

Αυτή η προβληματική περί μεσότητας δεν είναι άσχετη προς έναν στοχασμό περί των πολιτικών όρων που είναι αναγκαίοι για την πραγματοποίηση πολιτικών και κοινωνικών ιδεωδών που αφορούν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και χειραφέτηση. Αυτοί οι πολιτικοί όροι συγκροτούνται επί τη βάσει τριών διαστάσεων. Τη διάσταση της πολιτικότητας των ανθρώπινων πράξεων, προκειμένου οι άνθρωποι να βηματίσουν προς την πραγμάτωση του πολιτικού ιδεώδους, την αντιδογματική διάσταση, ώστε οι δρώντες να μην οχυρώνονται πίσω από την ακαμψία των πολιτικών τους θέσεων και, τέλος, εκείνης της διάστασης που ο Κοσμάς Ψυχοπαίδης, στα συναφή κείμενά του, αποκαλούσε αντιαναρχισμό του τελικού ιδεώδους.

Αυτή η προβληματική απαντάται τόσο στον νεαρό όσο και στον ώριμο Μαρξ. Στο Εβραϊκό ζήτημα, ένα από τα πρώιμα κείμενά του, ο Μαρξ θέτει την πολιτική χειραφέτηση ως σχεδόν απόλυτο πολιτικό όρο για την πραγματοποίηση της ανθρώπινης χειραφέτησης εντός του ιστορικού ορίζοντα της σημερινής [=τότε] αστικής κοινωνίας. Στο ώριμο έργο του, ιδιαίτερα στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου αλλά και στις προ­παρασκευστικές σημειώσεις των Grundrisse, με αφετηρία την αντίληψή του περί του κεφαλαίου ως «κινούμενης αντίφασης», υποστηρίζει ότι το σύνολο των αντινομιών της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής, αφυπνίζει όλες τις δυνάμεις της επιστήμης και της φύσης, όπως επίσης και τις δυνάμεις που προκύπτουν από τον κοινωνικό συνδυασμό και την κοινωνική συναλλαγή, καθιστώντας τη δημιουργία του πλούτου σχετικά ανεξάρτητη από τον χρόνο που καταβλήθηκε γι’ αυτήν.

Ο Μαρξ, σε αυτό το πλαίσιο, επεξεργάζεται αυτό που έγινε γνωστό ως σχέση ανάμεσα στο «βασίλειο της αναγκαιότητας» και στο «βασίλειο της ελευθερίας»: το «βασίλειο της ελευθερίας» αρχίζει στο σημείο που η εργασία παύει να καθορίζεται από την ανάγκη. Η ελευθερία σε αυτό το πεδίο συνίσταται στο γεγονός ότι οι συνεταιρισμένοι παραγωγοί ρυθμίζουν ορθολογικά την εναλλαγή τους με τη φύση, τη θέτουν υπό τον κοινό τους έλεγχο αντί να κυριαρχούνται από αυτή σαν τυφλή δύναμη, κι έτσι ολοκληρώνουν το έργο τους με λιγότερη δαπάνη ενέργειας και με όρους που αντιστοιχούν στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Το σύνολο ωστόσο αυτών των, υπό ορθολογικό έλεγχο, ενεργειών παραμένει βασίλειο της αναγκαιότητας.

Το βασίλειο της ελευθερίας, του αυτοπροσδιορισμού των ανθρώπων, αρχίζει πέραν αυτού του σημείου. Ωστόσο, η ανάπτυξη αυτού του βασιλείου δεν μπορεί να ευδοκιμήσει παρά μόνο έχοντας ως βάση του το βασίλειο της αναγκαιότητας. Και ως πρώτος —θεμελιώδης πολιτικός— όρος για τη μετάβαση στον αυτοπροσδιορισμό των ανθρώπων δεν είναι άλλος από τη συντόμευση της εργάσιμης ημέρας. Με άλλα λόγια η μετάβαση στο «βασίλειο της ελευθερίας» μεσολαβείται από έναν φαινομενικά ήσσονα πολιτικό όρο που στρατεύεται στη διασφάλιση και διεύρυνση των συνθηκών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Ο Μανόλης Αγγελίδης διδάσκει πολιτική θεωρία στο Τμήμα πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s