Revolution Zendj: περί νομαδικής ουτοπίας

Standard

Μια ταινία του Αλγερινού Ταρίκ Τεγκούια 

του Μιχάλη Μάτσα

Παρίσι, Απρίλιος 2015. Πέρα από τη διπλή πρόσφατη ελληνική κινηματογραφική παρουσία στο Παρίσι, πρώτα με ένα αφιέρωμα στην ελληνική Ταινιοθήκη που έγινε στο Κέντρο Πομπιντού και στη συνέχεια με το Πανόραμα Ελληνικού Κινηματογράφου με τις καλύτερες πρόσφατες ελληνικές ταινίες, παίζεται αυτό τον καιρό και μια άλλη ελληνικού ενδιαφέροντος παραγωγή, που ελάχιστα έχει ακουστεί στη χώρα μας: το Revolution Zendj του Αλγερινού Ταρίκ Τεγκούια (Tariq Teguia).

Ο Τεγκούια είναι μια δύσκολη αλλά ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περίπτωση. Δύσκολη διότι οι ταινίες του απευθύνονται σε ένα μάλλον σινεφίλ κοινό, απόδειξη ότι παίζονται κυρίως σε φεστιβάλ και δεν βρίσκουν εύκολα διανομή, εκτός βέβαια από τη Γαλλία. Ενδιαφέρουσα ωστόσο, διότι δημιουργεί δυνατές ταινίες, ωμής ομορφιάς, που φανερώνουν μια επίμονη –αν όχι εμμονική– προσκόλληση σε μια προσωπική κινηματογραφική γλώσσα.

Η ταινία που τον έκανε γνωστό στη Γαλλία (και σε εμένα) ήταν το Rome plutôt que vous (Προτιμώ τη Ρώμη από σένα), η οποία μάλιστα απέσπασε και ένα βραβείο (βραβείο «Καθημερινότητα: Υπέρβαση ή Συμφιλίωση») στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του 2006. Επρόκειτο για την περιπλάνηση δύο νέων (dérive, στα πρότυπα της νουβέλ βαγκ) στα προάστια του Αλγερίου, σε αναζήτηση ενός τρόπου φυγής, μιας γραμμής φυγής, η οποία καταλήγει κατά κάποιο τρόπο στη θάλασσα που βάζει τέλος στα απροσδιόριστα όνειρά τους. Το Inland καταγράφει μια αντίστοιχη περιπλάνηση, αλλά αυτή τη φορά προς το κέντρο της Αφρικής, προς τις ρίζες.

Στο «Revolution Zendj» η περιπλάνηση αφήνει πίσω την Αλγερία. Προεκτείνεται προς την ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή και γίνεται περιπλάνηση στον χρόνο και τον χώρο, στην ιστορία και στη μνήμη. Ένας Αλγερινός δημοσιογράφος, ο Ιμπν Μπατούτα (όχι τυχαία συνονόματος ενός Mαροκινού ταξιδευτή του 14ου αιώνα), φεύγει στη Μέση Ανατολή με αφορμή να ερευνήσει την ιστορία της εξέγερσης των μαύρων σκλάβων (από την οποία εμπνέονται ακόμα σήμερα οι εξεγερμένοι νέοι στην Αλγερία), με πρώτη στάση τη Βυρηττό και τελικό προορισμό το Ιράκ. Στο Λίβανο συναντά μια Ελληνοπαλαιστίνια, που έχει μόλις φύγει από τη Θεσσαλονίκη, αναζητώντας η ίδια τις ρίζες της στην Παλαιστίνη.

 Ο πρωταγωνιστής επιδιώκει πάνω απ’ όλα «να βρει ένα πρόσωπο» για τον εξεγερμένο λαό, του οποίου τα ίχνη έσβησε η Ιστορία. Η αναζήτηση του άνδρα καταλήγει (βρίσκει ένα –τυχαίο– «πρόσωπο» μέσα στην έρημο) ή δεν καταλήγει (δεν βρίσκει τίποτα από την ιδεατή Πολιτεία τους), ενώ η νεαρή Ελληνοπαλαιστίνια καταλήγει στην εξεγερμένη Αθήνα. Παράλληλα, τα χρώματα της ταινίας μεταλλάσσονται από το γκρίζο των πόλεων, το χώμα της ερήμου και το ασπρόμαυρο των συναντήσεων στο κόκκινο της φλεγόμενης πόλης.

Σημασία όμως δεν έχει η αφορμή του ταξιδιού· άλλωστε ο ουσιαστικός σκοπός του είναι η αναζήτηση του εαυτού, και για τους δύο πρωταγωνιστές. Περισσότερο από το «πρόσωπο» του χαμένου λαού, ο πρωταγωνιστής αναζητεί το δικό του πρόσωπο· περισσότερο από την ιστορική μνήμη αναζητεί την ενεργοποίησή της στο παρόν, στις φλόγες που αρχίζουν να καίνε το 2009 σε όλη τη Μεσόγειο. Όπως δηλώνει ο ίδιος ο σκηνοθέτης, η επιτυχία της επανάστασης των σκλάβων ήταν ότι κατόρθωσαν να αναδιαμορφώσουν το χάρτη της εποχής τους. Αυτό, κατά κάποιον τρόπο, είναι το διακύβευμα και ο στόχος των περιπλανήσεων των πρωταγωνιστών του Τεγκούια: να χαράξουν τους δικούς τους χάρτες, ατομικούς και συλλογικούς. Αν και ο Τεγκούια αφαιρεί κάθε θρησκευτικό χαρακτήρα από την εξεγερμένη ουτοπική πολιτεία των σκλάβων (Μουχτάρα), διατηρεί ωστόσο την έννοια της ουτοπίας. Ο καινούριος χάρτης θα σχηματιστεί από τη σύνδεση των εξεγέρσεων από άκρη σε άκρη της Μεσογείου.

Ο κινηματογράφος του πραγματεύεται μια ουτοπία της κίνησης, όπου η κίνηση ισοδυναμεί με παρουσία, ζωή, αντίσταση, revolution στην πρώτη ετυμολογία της. Εξ ου και η εμμονή του με την Αμερική, από τη μία ως όνειρο του Ουίτμαν και του Κέρουακ, και από την άλλη ως καπιταλιστικό εφιάλτη της επιχειρηματικότητας στις εμπόλεμες ζώνες: εξ ου και το κείμενο του Μισέλ Μπυτόρ που παίζουν στο θέατρο οι Έλληνες φοιτητές («Mobile : étude pour une représentation des États-Unis»), αλλά και οι κινηματογραφικές αναφορές του Τεγκούια, στο γουέστερν και στην έννοια της υπέρβασης του συνόρου και της συνεχούς κίνησης.

Ο Τεγκούια αποφασίζει να κάνει μια ταινία για την επανάσταση εν έτει 2009, σε μια στιγμή που ξεσπούν επαναστάσεις διαδοχικά κατά μήκος της περιοχής που χαρτογραφεί στην ταινία του (οι σκηνές που απεικονίζουν το Ιράκ γυρίστηκαν στην Αίγυπτο και στην Αλγερία). Οι ήρωές του μεταλλάσσονται έτσι, άθελά, του σε «προφήτες» της επανάστασης, σαν τον Αλί Ιμπν Μουχάμαντ που οδήγησε τους σκλάβους στον ξεσηκωμό τους. Το νέο επαναστατικό υποκείμενο δεν μπορεί παρά να είναι νομαδικό: άστεγοι, εξόριστοι, μετανάστες, άνεργοι, αποκλεισμένοι. Σε ένα πλάνο της ταινίας, οι δύο πρωταγωνιστές, σαν μετα-γκονταρικοί ήρωες, διαβάζουν ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Ρενέ Σερέρ Pour un nouvel anarchisme. Εγώ θα κλείσω με ένα άλλο απόσπασμα του Σερέρ, που θεωρώ ότι συνοψίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια την ταινία: «Η ουτοπία δεν θα πρέπει να αναζητηθεί κάπου αλλού, αλλά εδώ και τώρα, παρούσα χωρίς να είναι ακόμα ενεργή, σε δυνητική κατάσταση». 

Ο Μιχάλης Μάτσας είναι μεταφραστής και βιβλιοθηκονόμος στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s