Οι πολλές ζωές του Φ. Μασπερό (1932-2015)

Standard

Ο Φρανσουά Μασπερό, ιδρυτής του ομώνυμου θρυλικού εκδοτικού οίκου, που σφράγισε την αριστερή σκέψη, την κινηματική δράση και την αμφισβήτηση για πολλές δεκαετίες στην Γαλλία, πέθανε στις 11 του Απρίλη. Δημοσιεύουμε μικρά αποσπάσματα από παλιότερη συνέντευξή του στο «Période» (18.9.2014). H συνέντευξη δημοσιεύθηκε στα αγγλικά στο μπλογκ των εκδόσεων Verso (13.4.2015).

                                                                 συνέντευξη του Φρανσουά Μασπερό    μετάφραση: Γιάννης Χατζηδημητράκης

 Δεν ήμουν ποτέ πραγματικά μαρξιστής, πόσο μάλλον ένας θεωρητικά καταρτισμένος μαρξιστής. Λίγα πράγματα έχω διαβάσει από τον Μαρξ, αν εξαιρέσουμε το Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Άρχισα να εργάζομαι στην ηλικία των 21 ετών, βοηθώντας στην έκδοση ενός αγγλο-γαλλικού τεχνικού λεξικού για τις εκδόσεις Gauthier-Villars, αφού είχα πάρει το απολυτήριό μου με την πέμπτη και ένα πιστοποιητικό Εθνολογίας από το Εθνολογικό Μουσείο του Παρισιού. Η αντίληψη μου περί ιστορίας, κοινωνίας και ζωής είναι, πάνω απ’ όλα συναισθηματική, πιθανώς λόγω του γεγονότος ότι κατά την παιδική μου ηλικία και την εφηβεία μου ήμουν περιτριγυρισμένος από μια οικογένεια που είχε λάβει ενεργό μέρος στην Αντίσταση. Αυτή η αντίληψη –η οποία ξεκινάει από ό,τι είδα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και όλους τους άλλους πόλεμους που ακολούθησαν– είναι μάλλον σαιξπηρικού τύπου: για να παραφράσω λίγο τον Μάκβεθ, «είναι το παραμύθι που γράφηκε από έναν παλαβό και ένας βλάκας το λέει, γεμάτο λύσσα και φωνές». Θα μπορούσα επίσης να πω ότι η αντίληψή μου για την ελευθερία οφείλει πολλά στον Σαρτρ και ότι ποτέ δεν απέρριψα τον Καμύ.

Με ρωτάτε να σας πω για τις σχέσεις που δημιουργήθηκαν μεταξύ του βιβλιοπωλείου La joie de lire (Η χαρά της ανάγνωσης), των εκδοτικών δραστηριοτήτων μου και διάφορων πολιτικών κύκλων της Αριστεράς κατά τη διάρκεια ζωής των εκδόσεων Maspero. Στην πραγματικότητα, αυτό που συνέβη ήταν ότι, αφού πέρασα μερικές δύσκολες στιγμές, και ακόμα περισσότερα προβλήματα με τις εθνολογικές σπουδές εκείνη την περίοδο, στο πρώτο μου βιβλιοπωλείο στην οδό Monsieur-le-Prince είχα την ευκαιρία να συναντήσω μερικούς από τους αναγνώστες του Présence Africaine. Αγωνιστές από τις πορτογαλικές αποικίες, μεταξύ των οποίων οι Mario de Andrade και Amilcar Cabral, αντιαποικιοκράτες γενικότερα και επισκέπτες τόσο διαφορετικούς, όπως ο Césaire (τότε βουλευτής), Senghor (τότε γερουσιαστής) και ο LG Damas. Χάρη στον Mario de Andrade ήρθα σε επαφή με τον Frantz Fanon, με στόχο την έκδοση του Πέντε χρόνια Αλγερινής Επανάστασης, που όλοι οι άλλοι εκδότες προφανώς απέρριψαν. Τότε απέκτησα επαφές και με το κίνημα Peuple et Culture. Από τα τέλη του 1955 έως τα τέλη του 1956, στην ακμή της «αποσταλινοποίησης», ήμουν μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, αλλά εκδιώχθηκα επειδή διαμαρτυρήθηκα για τα γεγονότα της Βουδαπέστης και την απροθυμία του Κομμουνιστικού Κόμματος να δηλώσει την αντίθεση του με τον πόλεμο στην Αλγερία. Κατηγορήθηκα από τον André Tollet, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Kόμματος, ότι «έφτυσα το Κόμμα». Μια εξαιρετικά σωτήρια εμπειρία.

Θεωρία, πολιτική, στράτευση

Μιλάτε για «πολιτικό σχεδιασμό», «θεωρητική δραστηριότητα», «θεωρητική και πολιτική στράτευση». Εγώ δεν το βλέπω έτσι. Αντίθετα, θα έλεγα απλώς ότι πάντα με συγκινούσαν οι αγώνες των λαών για ελευθερία και ήμουν πάντα οπαδός του ρητού «ένας λαός που καταπιέζει έναν άλλο δεν μπορεί να είναι ελεύθερος». Ο Πιέρ Βιντάλ Νακέ (παραθέτω από μνήμης) πρότεινε μια ταξινόμηση των αντιπάλων της αποικιοκρατίας και της νεο-αποικιοκρατίας: Τους συνεχιστές της παράδοσης των υποστηρικτών του Ντρέιφους, της κληρονομιάς της Αντίστασης, της ιουδαιοχριστιανικής ηθικής… Ειλικρινά, δεν ξέρω σε ποια από αυτές τις κατηγορίες ανήκω. Εν πάση περιπτώσει, εγώ υποστήριξα τον αγώνα του λαού της Αλγερίας, μέσα από τις σχέσεις μου με τη γαλλική ομοσπονδία του FLN. Πολύ γρήγορα είδα πως μια νέα ολιγαρχία είχε οικειοποιηθεί αυτό τον αγώνα προς δικό της όφελος. Είχα εναποθέσει πολλές ελπίδες στην Κουβανική Επανάσταση κατά τις πρώτες ημέρες, αλλά κράτησα τις επιφυλάξεις μου μετά τον θάνατο του Τσε, επισκεπτόμενος ο ίδιος δύο φορές τη Βολιβία. Με τη στρατιωτικοποίηση της κουβανικής κοινωνίας και την ευθυγράμμισή με τη Σοβιετική Ένωση, έκλεισε για μένα το θέμα. Ποτέ όμως δεν έπαψα να υποστηρίζω οτιδήποτε θα μπορούσε να θρέψει ελπίδες. Πολλές φορές σκέφτομαι τη φράση που λέει ο Φράνσις Σκοτ ​​Φιτζέραλντ στο Ράγισμα, την οποία ο Χόρχε Σεμπρούν αγαπούσε να παραθέτει: «Θα πρέπει να είναι κανείς σε θέση να δει τα πράγματα ως απελπιστικά και παρ’ όλα αυτά να είναι αποφασισμένος να τα αλλάξει».

Θα ήθελα να προσθέσω ότι ήταν πάντα αρχή μου πως από τη στιγμή που εξέδιδα έναν συγγραφέα, είχα καθήκον επίσης να τον υποστηρίξω, αν χρειαζόταν. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, για παράδειγμα, εκδιώχθηκα από τη Βολιβία, και στη συνέχεια από την Ισπανία, επειδή κατέθεσα ως μάρτυρας υπεράσπισης του συγγραφέα της βιογραφίας του Φράνκο. Επίσης, ο λόγος που πήγα στο Ισραήλ το 1971, για να διαμαρτυρηθώ σε ένδειξη αλληλεγγύης προς ένα παλαιστίνιο συγγραφέα που είχε εγκλεισθεί σε ένα στρατόπεδο. Από τη στιγμή που εκδίδεις κάποιον, είσαι υπεύθυνος ως το τέλος.

Η σημασία του βιβλίου 

Με ρωτάτε εάν «στρατευμένες» εκδόσεις είναι σε θέση να παρέμβουν στην πολιτική ανασύνθεση της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Πρώτα απ’ όλα, θα απέρριπτα τον όρο «στρατευμένες» όσον αφορά τις εκδόσεις: η πραγματική εμπλοκή απαιτεί πιο συγκεκριμένες δράσεις από το απλό γεγονός της έκδοσης βιβλίων — αν περιοριζόμαστε μόνο σ’ αυτό, τότε θα αντιμετωπίζαμε τα πράγματα ανάλαφρα. Επίσης, θα ήθελα να σας υπενθυμίσω ότι οι καιροί έχουν αλλάξει ριζικά: τον καιρό που εξέδωσα τα πρώτα κείμενα, το βιβλίο ήταν ακόμα ένα μέσο πρώτης τάξεως σχεδόν στο ίδιο επίπεδο με τις εφημερίδες, το ραδιόφωνο και την τηλεόραση (στην οποία υπήρχε μόνο ένα κανάλι). Τα φωτοαντίγραφα ήταν σε εμβρυακό στάδιο και το Διαδίκτυο δεν υπήρχε ούτε καν στη φαντασία μας. Γνωρίζω πολύ καλά ότι ορισμένα βιβλία ή φυλλάδια μπορούν, ακόμα και σήμερα, να ασκήσουν μαζική επιρροή, όπως λ.χ. το Αγανακτήστε! του Στεφάν Εσέλ· ωστόσο, παρά τη φιλία μας, βρίσκω τη σκέτη αγανάκτηση αναποτελεσματική και ανεπαρκή, γι’ αυτό και απέφευγα να γράφω «αγανακτισμένα» κείμενα. Παρ’ όλα αυτά, νομίζω ότι στην εποχή της απεριόριστης εξατομίκευσης, του Διαδικτύου, των κοινωνικών δικτύων και όλων αυτών των πραγμάτων, θα πρέπει να είναι δύσκολο μόνο με την έκδοση βιβλίων –αυτό που εσείς ονομάζετε «στρατευμένες» εκδόσεις– να παρέμβει κανείς αποτελεσματικά στην πολιτική ανασύνθεση της «ριζοσπαστικής Αριστεράς» — ένας όρος ο οποίος χρειάζεται επιπλέον κάποιες διασαφηνίσεις, αφού μου φαίνεται ότι ενσωματώνει τα πάντα και τίποτα, πράγμα το οποίο μάλλον αποτελεί πρόβλημα, όταν μάλιστα ισχυρίζεσαι ότι μιλάς για «θεωρία».

Ξεχωρίζω τρεις συγκεκριμένες σειρές για την ικανοποίηση που μου πρόσφεραν εργαζόμενος πάνω σ’ αυτές: Πρώτη, το Voix, το οποίο ήταν ένα αφιέρωμα στην ποίηση με επιμέλεια της Fanchita Gonzalez-Batlle, με επιτυχίες, όπως για παράδειγμα, το Septième homme του Τζων Μπέργκερ, τα ποιήματα του Ναζίμ Χικμέτ και τα πρώτα βιβλία του Ταχάρ Μπεν Ζελλούν: «Βάλτε την ποίηση πίσω στην καρδιά της πολιτικής», συνήθιζε να λέει ο Edouard Glissant — κάποια στιγμή εξέδωσα και την ανάλυσή του «Acoma». Δεύτερη, η σειρά «Actes et Mémoires du peuple», της οποίας ανέλαβα προσωπικά την επιμέλεια του, με το όνομα Louis Constant. Το μπεστσέλερ της σειράς ήταν το «Les carnets de guerre de Louis Barthas», που επιμελήθηκε ο Rémy Cazals. Τρίτη, ήταν η συλλογή «La Découverte», που περιελάμβανε κυρίως κείμενα περιηγητών, και όχι μόνο ευρωπαϊκά: Inca Garcilaso de la Vega, Ibn Batouta και Juan Pérez Jolote.

Μου άρεσε πάρα πολύ αυτή η δουλειά και πάνω απ’ όλα ό,τι είχε να κάνει με τον γραφικό σχεδιασμό, τη δουλειά με τους τυπογράφους και τις συνεργασίες με τους συγγραφείς, πράγμα πολύ ενθαρρυντικό για μένα, καθώς έβλεπα ανθρώπους που ήθελαν πραγματικά να βρεθούν «υπό την προστασία μου». Αλλά όσο περνούσε ο καιρός, όλο και περισσότερο άρχισα να μισώ το επάγγελμα, μέχρι το σημείο να το θεωρώ ένα είδος μαστροπείας. Σε πολλούς μεγαλοεκδότες (και αρκετές φορές και σε μικρότερους) κυριαρχεί μια αποκρουστική κουλτούρα ιδιοκτησίας. Με απλά λόγια, μισώ την ιδιοκτησία όσο και την εξουσία. Και αν μισείς την εξουσία (είτε πρόκειται για εξουσία πάνω σε άτομα, είτε στην επιλογή βιβλίων), τότε είναι ένα πραγματικό πρόβλημα όταν η δουλειά σου είναι να διοικείς μια επιχείρηση (ακόμα και μια δήθεν πνευματική επιχείρηση) — πράγμα το οποίο, δυστυχώς, ήταν μια υπόθεση που για μένα κράτησε πάρα πολύ καιρό…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s