Η κινητοποίηση της 12ης Απριλίου και η πολιτική κρίση στην Βραζιλία

Standard

                                                                                         του Ροδρίγο Παττόσα Μόττα

μετάφραση από τα πορτογαλικά: Ευγενία Παλιεράκη

Στις 12 Απριλίου, σε δεκάδες πόλεις της Βραζιλίας, εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες βγήκαν στους δρόμους διαδηλώνοντας ενάντια στην κυβέρνηση της Ντίλμα Ρούσεφ. Από την επανεκλογή της προέδρου στο τέλος του 2014, αυτή ήταν η δεύτερη ημέρα πανεθνικών κινητοποιήσεων κατά της κυβέρνησης. Αυτές έχουν προκαλέσει βαθιά πολιτική κρίση, που όμοιά της είχε πολλά χρόνια να ζήσει η χώρα.

Η Ντίλμα Ρούσεφ αντιμέτωπη με το παρελθόν της ως αντάρτισσας κατά της δικτατορίας. Σκίτσο του Roberto Bobrow από το flickr

Από το τέλος της δεκαετίας του 1990, η Βραζιλία ζούσε μια περίοδο σχετικής αταραξίας, που χαρακτηριζόταν από την θεσμική σταθερότητα και την οικονομική ανάπτυξη. Κατά τη διάρκεια εκείνης της δεκαετίας, ξεπεράστηκαν τα οικονομικά προβλήματα που είχε αφήσει η δικτατορία (1964-1985) και κατά κύριο λόγο ο πληθωρισμός, τον οποίο έθεσε υπό έλεγχο ο τότε πρόεδρος της Δημοκρατίας Φερνάντο Ενρίκε Καρντόζο (1995-2003), του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Βραζιλίας. Η μείωση του πληθωρισμού είχε ως αποτέλεσμα την οικονομική ανάπτυξη και την βελτίωση των συνθηκών ζωής των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Με την άνοδο στην εξουσία του Κόμματος των Εργατών (Κ.Ε.) το 2003, ο νέος πρόεδρος Λούλα άσκησε μια ιδιαίτερα γενναιόδωρη κοινωνική πολιτική, κυρίως για τα πιο φτωχά και περιθωριοποιημένα στρώματα.

Παρά το γεγονός ότι το K.E. ιστορικά προέρχεται από την ριζοσπαστική αριστερά, οι κυβερνήσεις των οποίων ηγήθηκε ουδέποτε άσκησαν πραγματικά σοσιαλιστική πολιτική. Για να έρθει στην εξουσία, το K.E. έκανε συμμαχίες με συντηρητικά κόμματα και επιχειρηματικούς κύκλους μετριάζοντας τις αριστερές του θέσεις και απομακρύνοντας έτσι τις πιο ριζοσπαστικές του τάσεις. Επιπλέον, χρησιμοποίησε παράνομες μεθόδους χρηματοδότησης των προεκλογικών εκστρατειών, υιοθετώντας με αυτόν τον τρόπο συνήθειες βαθιά ριζωμένες στο πολιτικό σύστημα της χώρας. Οι πολιτικές πιο ισομερούς κατανομής του πλούτου και η ευνοϊκή οικονομική συγκυρία (αύξηση των εσόδων από τις εξαγωγές) έφεραν μεγάλη οικονομική ανάπτυξη και βελτίωση των κοινωνικών δεικτών. Αν και η αντιπολίτευση ποτέ δεν έπαψε να ασκεί κριτική στις κυβερνήσεις του K.E. –ήδη στην διάρκεια της πρώτης κυβέρνησης του Λούλα υπήρχαν καταγγελίες εναντίον της διαφθοράς–, η οικονομική ανάπτυξη έθετε τέτοια προβλήματα σε δεύτερη μοίρα, και η κριτική που ασκούσε η Δεξιά δεν προκαλούσε σοβαρές δυσκολίες στην κυβέρνηση.

Οι συσχετισμοί, και οι ισορροπίες, όμως άλλαξαν το 2013, με την επιδείνωση του οικονομικού κλίματος και την άνοδο της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Η ανάπτυξη της περιόδου Λούλα άρχισε να υποχωρεί λόγω της διεθνούς κρίσης και η κυβέρνηση της Ντίλμα Ρούσεφ που διαδέχθηκε τον Λούλα δεν κατάφερε να αντιστρέψει αυτήν την τάση. Οι μεγάλες κινητοποιήσεις του Ιουνίου εκείνης της χρονιάς έδειξαν ότι το K.E. είχε χάσει την υποστήριξη των νέων και την εμπιστοσύνη των κοινωνικών κινημάτων. Οι διαδηλωτές εναντιώθηκαν στις υπέρογκες κρατικές δαπάνες για το Μουντιάλ και ζήτησαν την βελτίωση των κρατικών υπηρεσιών. Οι διαδηλώσεις είχαν τεράστια απήχηση και προσέλκυσαν ένα ευρύ φάσμα δυσαρεστημένων πολιτών, μεταξύ των οποίων και δεξιές οργανώσεις που προσέδωσαν στις κινητοποιήσεις του 2013 έναν εξαιρετικά ετερόκλητο πολιτικό χαρακτήρα. Αυτή η κατάσταση συνέβαλε στην σκληρή αναμέτρηση για τις προεδρικές εκλογές του 2014, όπου παραλίγο να ηττηθεί το Κ.Ε. για πρώτη φορά από το 2002.

Σήμερα, εκτός από την κριτική για τα οικονομικά προβλήματα –κυρίως την άνοδο του πληθωρισμού (που προβλέπεται στο 8% για το 2015) και την ύφεση της οικονομικής ανάπτυξης (το ΑΕΠ αυξήθηκε μόλις 1%), η αντιπολίτευση χρησιμοποιεί δύο ακόμα πολιτικά όπλα: τις καταγγελίες διαφθοράς και την αντικομουνιστική ρητορική. Στις εκλογές του Οκτωβρίου του 2014, η αντιπολίτευση χρησιμοποίησε και τα δύο αυτά όπλα, εστιάζοντας περισσότερο στην διαρροή πληροφοριών για υπεξαίρεση κεφαλαίων της κορυφαίας ενεργειακής εταιρίας της Βραζιλίας, Πετρομπράς, από το K.E. Παράλληλα, ο αντικομουνισμός αναπτέρωνε το ηθικό πολλών ψηφοφόρων της Δεξιάς, οι οποίοι στις διαδηλώσεις φώναζαν στην Ρούσεφ, και στην Αριστερά γενικότερα: «Πήγαινε στην Κούβα!».

Στην αρχή της νέας θητείας της Ρούσεφ, ο κοινωνικός αναβρασμός αυξήθηκε εξαιτίας νέων αποκαλύψεων για την Πετρομπράς και της επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης. Η κάλυψη των εξελίξεων από τα μεγάλα ΜΜΕ, σαφώς εχθρικά απέναντι στην κυβέρνηση, συνέβαλε στην δημιουργία της λανθασμένης εντύπωσης ότι το Κ.Ε. είχε εισάγει τη διαφθορά στην Βραζιλία. Επρόκειτο για ένα ρεσιτάλ κυνισμού στο οποίο πολιτικοί της αντιπολίτευσης γνωστοί για την εμπλοκή τους σε σκάνδαλα, κουνούσαν το δάχτυλο στην κυβέρνηση. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα δυσαρέσκειας ενθάρρυνε δεξιές ομάδες (φιλελεύθερους, συντηρητικούς και φασίστες) να έρθουν σε συνεννόηση μέσω του διαδικτύου και να οργανώσουν κινητοποιήσεις.

Στις 15 Μαρτίου 2015 περισσότεροι από ένα εκατομμύριο διαδηλωτές συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις εναντίον της κυβέρνησης σε διάφορες πόλεις της Βραζιλίας. Την πλειονότητα των διαδηλωτών αποτελούσαν άτομα που ανήκουν σε μεσαία και ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Ο αντικομουνισμός βρίσκει μεγάλη απήχηση, σ’ αυτές τις κοινωνικές ομάδες που θεωρούν απειλή την αριστερή πτέρυγα της κυβέρνησης, αν και μειοψηφεί στο K.E., διαμαρτύρονται έντονα για τις καλές σχέσεις της Βραζιλίας με την Κούβα και πιστεύουν ότι η μέχρι τώρα κοινωνική πολιτική της κυβέρνησης θα οδηγήσει στην εγκαθίδρυση σοσιαλιστικού καθεστώτος. Βεβαίως, σε πολλές περιπτώσεις, η αποστροφή για την Αριστερά εκφράζει απλώς φθόνο και απογοήτευση για την κοινωνική ανέλιξη των μη λευκών, φτωχών κατοίκων της χώρας. Όσο για την φασιστική ακροδεξιά, αυτή εκμεταλλεύεται την κρίση για να κινητοποιήσει το ακροατήριό της, που συνήθως παραμένει απαθές, και απευθύνει έκκληση για πραξικόπημα που θα απομακρύνει την Αριστερά από την εξουσία, όπως συνέβη το 1964.

Ένα σημαντικό τμήμα της αντιπολίτευσης ζητάει την κατάθεση πρότασης μομφής εναντίον της Ρούσεφ, ενώ η άκρα δεξιά –αν και μειοψηφεί– θα ήθελε να δει τους στρατιωτικούς να επιστρέφουν στην εξουσία. Παρόλα αυτά, η πτέρυγα της αντιπολίτευσης με την μεγαλύτερη πολιτική επιρροή, το PSDB, του Φ. Ενρίκε Καρντόζο, δεν επιθυμεί να φτάσει στα άκρα και να αποσταθεροποιήσει τους θεσμούς. Επιθυμεί απλώς να εκμεταλλευτεί την συγκυρία για να υπονομεύσει την αξιοπιστία της ηγεσίας του Κ.Ε., έτσι ώστε να κερδίσει η ίδια τις επόμενες εκλογές το 2018. Σε αυτές είναι πιθανό ο Λούλα να υποβάλει πάλι υποψηφιότητα. Οι ηγέτες της αντιπολίτευσης, γνωρίζοντας το πόσο χαρισματικός και αγαπητός είναι από τα λαϊκά στρώματα ο πρώην πρόεδρος, θέλουν να προκαλέσουν μέχρι τότε την μεγαλύτερη δυνατή φθορά στο Κ.Ε..

Η κυβέρνηση προσπαθεί να καταπολεμήσει την κρίση με μέτρα που να ικανοποιούν την φιλελεύθερη αντιπολίτευση. Στον οικονομικό τομέα, επιθυμεί να καθησυχάσει τις αγορές μέσω της μείωσης των κρατικών δαπανών και του διορισμού ενός υπουργού Οικονομικών τον οποίον εμπιστεύεται το χρηματιστήριο. Σε πολιτικό επίπεδο, η κατάσταση είναι πιο περίπλοκη, τόσο εξαιτίας λανθασμένων χειρισμών της κυβέρνησης, όσο και του καιροσκοπισμού των άλλων κομμάτων του κυβερνητικού συνασπισμού που απειλούν, εν μέσω κρίσης, να τον εγκαταλείψουν. Οι σχέσεις της κυβέρνησης με το Κ.Ε., το ισχυρότερο κόμμα του συνασπισμού, είναι επίσης τεταμένες, διότι η αριστερή πτέρυγα του Κ.Ε. εναντιώνεται στις περικοπές κοινωνικών δαπανών. Για να εξομαλύνει την πολιτική κατάσταση, η κυβέρνηση σκοπεύει να κερδίσει πάλι την υποστήριξη όλων των κομμάτων του κυβερνητικού συνασπισμού ενώ, από την άλλη, διόρισε πιο επιδέξιους πολιτικούς για να διαπραγματευθούν με το Κογκρέσο, δηλαδή τους αρχηγούς πολιτικών κομμάτων και τους προέδρους της Βουλής και της Γερουσίας.

Ένα καλό νέο για την κυβέρνηση είναι ότι οι κινητοποιήσεις της 12ης Απριλίου που η αντιπολίτευση έλπιζε να είναι αρκετά μαζικές και να αποσταθεροποιήσουν την προεδρία της Ρούσεφ. Υπολογίζεται ότι είχαν 5 φορές λιγότερους διαδηλωτές από αυτές της 15ης Μαρτίου. Έτσι, μειώνεται η πίεση για την κυβέρνηση και απομακρύνεται ο κίνδυνος κατάθεσης πρότασης μομφής (και ακόμη περισσότερο ο κίνδυνος πραξικοπήματος).

Ωστόσο, παραμένει σταθερή η δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση, ακόμη και ανάμεσα στους υποστηρικτές της Ρούσεφ. Φαίνεται, μάλιστα, πιθανή μια περαιτέρω ενίσχυση της Δεξιάς στο εγγύς μέλλον, γεγονός το οποίο ίσως να έχει μεσοπρόθεσμα σημαντικές επιπτώσεις. Οι εξελίξεις θα εξαρτηθούν από τις πολιτικές και οικονομικές επιδόσεις της κυβέρνησης, τους επόμενους μήνες. Αυτή πρέπει να αποδείξει, τώρα περισσότερο από ποτέ, ότι είναι αποτελεσματική. 

Ο Ροδρίγο Πάττο Σα Μόττα είναι καθηγητής Ιστορίας στο Universidade Federal de Minas Gerais

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s