To άσυλο και η ασυλία

Standard

του Πολυμέρη Βόγλη

Η επέμβαση των αστυνομικών δυνάμεων στην Πρυτανεία του Πανεπιστημίου Αθηνών στις 17 Απριλίου που τελούσε υπό κατάληψη συνιστά μια πολιτική ήττα, όπως εύστοχα έγραψε ο Μάνος Αυγερίδης στα «Ενθέματα» της προηγούμενης Κυριακής — και όχι μόνο για την κυβέρνηση της Αριστεράς. Μια σειρά οργανώσεις και συλλογικότητες της Αριστεράς έσπευσαν να καταδικάσουν την απόφαση της κυβέρνησης να προχωρήσει στην παραβίαση του πανεπιστημιακού ασύλου, θεωρώντας την ως υποχώρηση στις πιέσεις που ασκούσαν τα

Ρενέ Μαγκρίτ, «Πολικό φως», 1926

Ρενέ Μαγκρίτ, «Πολικό φως», 1926

μέσα μαζικής ενημέρωσης, τα οποία κατασκεύαζαν μια εικόνα γενικευμένης ανομίας, στο πλαίσιο της οποίας η χώρα (όπως και το πανεπιστήμιο) έχει μετατραπεί σε «ξέφραγο αμπέλι». Ωστόσο, εάν θέλει κανείς να συζητήσει ειλικρινά το πώς φτάσαμε στην παραβίαση του πανεπιστημιακού ασύλου, και να αποδώσει ευθύνες, θα πρέπει στραφεί και προς μιαν άλλη κατεύθυνση: προς εκείνες τις ομάδες του αντιεξουσιαστικού χώρου που συστηματικά επί χρόνια, με τις πρακτικές τους, υπονομεύουν την έννοια του πανεπιστημιακού ασύλου. Μάλιστα, στην πρόσφατη περίπτωση η υπονόμευση ήταν μεγαλύτερη από κάθε άλλη φορά, καθώς η κλιμάκωση των ενεργειών ήταν αντιστρόφως ανάλογη και με την απήχηση και με τη νομιμοποίησή τους.

Η κατάληψη της Πρυτανείας ήταν η τελευταία ενέργεια σε μια στρατηγική κλιμάκωσης της έντασης και της αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση. Είχαν προηγηθεί, από διαφορετικές ομάδες του αντιεξουσιαστικού χώρου, η κατάληψη των κεντρικών γραφείων του ΣΥΡΙΖΑ στις 8 Μαρτίου, η εξαήμερη κατάληψη του ραδιοφωνικού σταθμού «Στο Κόκκινο» στα τέλη του ίδιου μήνα, εμπρηστικές επιθέσεις στα γραφεία του ΣΥΡΙΖΑ στα Πατήσια, τα Χανιά, τη Θεσσαλονίκη κ.ά. Επιπλέον, είχαν προηγηθεί η πενθήμερη κατάληψη της Νομικής αλλά και η χρησιμοποίηση του πανεπιστημιακού ασύλου του ΕΜΠ για συγκρούσεις με την αστυνομία στις 7 Απριλίου, η οποία συνοδεύτηκε από καταστροφές στις κτιριακές εγκαταστάσεις. Όπως διάφοροι είχαν επισημάνει, η στρατηγική της έντασης είχε στόχο να προκαλέσει τη κατασταλτική απάντηση της κυβέρνησης, ώστε να δείξει, υποτίθεται, το πραγματικό της πρόσωπο και να μπορεί να καταγγελθεί ως –μια ακόμα– κυβέρνηση της «κρατικής τρομοκρατίας». Όπως έγραφε μια από τις προκηρύξεις της «Κατάληψης Πρυτανείας»: «Αυτός ο αγώνας έχει ένα ειδικό πολιτικό βάρος. Το βάρος της ρήξης με τις τελευταίες αυταπάτες που δημιούργησε η επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ στις τελευταίες εκλογές […] ήταν νομοτέλεια, αργά ή γρήγορα, η συγκυβέρνηση να βρεθεί αντιμέτωπη με τον κόσμο του αγώνα». Η προαναγγελόμενη ρήξη επήλθε, η στρατηγική της έντασης οδήγησε τελικά στην καταστολή με σοβαρό συμβολικό κόστος: το πανεπιστημιακό άσυλο.

Μέχρι την αστυνομική επέμβαση, η κλιμάκωση των ενεργειών ήταν αντιστρόφως ανάλογη με τη στάση της κυβέρνησης απέναντι στο επίδικο ζήτημα. Η κυβέρνηση δύο μήνες μετά τις εκλογές έφερε στη Βουλή ένα νομοσχέδιο που προχωρούσε σε σημαντικές αλλαγές στις φυλακές και τη μεταχείριση των φυλακισμένων. Οι αλλαγές που έφερνε το νομοσχέδιο οδήγησε, μάλιστα, αρκετούς φυλακισμένους να σταματήσουν την απεργία πείνας, ωστόσο, οι αλλαγές αυτές δεν ήταν αρκετές για να σταματήσει η κατάληψη της Πρυτανείας. Η κυβέρνηση δεν προχώρησε στην εκκένωση του κτηρίου ούτε όταν από τις 30 Μαρτίου οι πρυτανικές αρχές του Πανεπιστημίου, οι οποίες, με βάση τον νόμο έχουν το δικαίωμα της άρσης του ασύλου, ζήτησαν την επέμβαση της αστυνομίας. Έπειτα από 19 μέρες, οι αστυνομικές δυνάμεις μπήκαν στον κατειλημμένο χώρο. Αξίζει να αναφέρει κανείς τον αριθμό των συλληφθέντων που βρίσκονταν εκείνη τη στιγμή στην Πρυτανεία (14 άτομα), καθώς και την πολύ περιορισμένη κοινωνική της απήχηση.

Τα εύλογα ερωτήματα που μπορούν να τεθούν είναι πολλά. Από πού αντλεί τη νομιμοποίησή της μια ομάδα η οποία αποφασίζει την κατάληψη ενός πανεπιστημιακού χώρου; Γιατί πρέπει να καταληφθεί ένα πανεπιστημιακό κτήριο για να διεξαχθεί μια καμπάνια άσχετη με τα πανεπιστημιακά ζητήματα; Ποιος αποφασίζει τη διακοπή των διοικητικών, διδακτικών, ερευνητικών λειτουργιών του πανεπιστημίου; Έχουν λόγο και δικαιώματα οι φοιτητές, οι καθηγητές και οι διοικητικοί υπάλληλοι; Προβληματίζει κανέναν η απουσία του φοιτητικού κινήματος; Το ζήτημα είναι γνωστό και παλιό. Η έννοια του πανεπιστημιακού ασύλου έχει κακοπάθει επανειλημμένα από την αυθαίρετη (μη νομιμοποιημένη) και συνήθως πολύ πιο βίαιη απ’ ό,τι στην εν λόγω κατάληψη της Πρυτανείας δράση ομάδων του αντιεξουσιαστικού χώρου. Το αποτέλεσμα είναι, με τη βοήθεια των κραυγών των μέσων ενημέρωσης, και το δημόσιο πανεπιστήμιο να απαξιώνεται ακόμη περισσότερο και να πληθαίνουν οι φωνές που ζητούν την αστυνόμευση των πανεπιστημιακών χώρων. Και κάτι τελευταίο, εξίσου σημαντικό. Ευθύνη για την όλη κατάσταση που έχει εδώ και πολλά χρόνια δημιουργηθεί, φέρει και μια μερίδα της Αριστεράς, η οποία μάλιστα έσπευσε να καταγγείλει την κυβέρνηση για την επέμβαση της αστυνομίας, αλλά όλα αυτά τα χρόνια παρακολουθεί αδιαμαρτύρητα, αποσιωπά ή υποβαθμίζει την καταστρατήγηση της έννοιας του ασύλου. Θα έπρεπε, εδώ και καιρό, να είχε γίνει αντιληπτό ότι η ανοχή σε αυτές τις πρακτικές έχει εκληφθεί ως ασυλία — και όσο συνεχίζονται τόσο δυσκολότερη γίνεται η προάσπιση του πανεπιστημιακού ασύλου.

Ο Πολυμέρης Βόγλης διδάσκει σύγχρονη Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s