Μια «τιμητική» δίωξη

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου 

Έργο του Μίχαελ Χάφτκα, 2001

Έργο του Μίχαελ Χάφτκα, 2001

H αγωγή της Άννας Παναγιωταρέα εναντίον της Δέσποινας Κουτσούμπα για «συκοφαντική δυσφήμιση», αποτελεί έναν ακόμα τίτλο τιμής, ένα ακόμα αγωνιστικό εύσημο για την πρώην πρόεδρο του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων και νυν επικεφαλής της παράταξης «Αντικαπιταλιστική Ανατροπή στην Αττική». Φυσικά, διόλου δεν τιμά την ενάγουσα, η οποία μάλιστα είναι και δημοσιογράφος, ας μην το ξεχνάμε – αν και μάλλον το έχει ξεχάσει η ίδια… Είναι προφανές (για όποιον κάνει τον κόπο να ασχοληθεί  λίγο) ότι όσα έγραψε η Δ. Κουτσούμπα, στο facebook (και για τα οποία η Α. Παναγιωταρέα ζητάει 15.000!) καμιά σχέση με δυσφήμιση και συκοφαντία δεν έχουν, αλλά συνιστούν ουσιαστική κριτική.

Η ουσία της υπόθεσης  είναι όμως ότι  συγκεκριμένος  τυποκτόνος νόμος αποτελεί όπλο για τη φίμωση της κριτικής και του ελέγχου προσώπων με δημόσιο ρόλο. (και θα επανέλθω σε αυτό, καθώς τα κρούσματα έχουν πολλαπλασιαστεί ανησυχητικά τον τελευταίο καιρό). Συνέχεια ανάγνωσης

Η θρησκευτικότητα των Ελλήνων: ιδιωτικοποίηση ή απομάκρυνση;

Standard

του Αλέξανδρου Σακελλαρίου

Έχουν αυξηθεί ή μειωθεί οι άνθρωποι που πηγαίνουν στην εκκλησία τα τελευταία χρόνια; Εκείνοι που προσεύχονται και εκείνοι που αυτοχαρακτηρίζονται «θρησκευόμενοι»; Απαντήσεις σε αυτά και άλλα σημαντικά ερωτήματα βρίσκουμε σε ένα πρόσφατο δημοσίευμα του Βήματος της Κυριακής, (12.4), το οποίο, με αφορμή το Πάσχα,  παρουσιάζει  έρευνα της  Κάπα Research.

Οι στατιστικές ποσοτικές έρευνες είναι εξαιρετικά χρήσιμες και προσφέρουν ερεθίσματα για περαιτέρω σκέψη, αναλύσεις και αναστοχασμό, αν και δύσκολα μπορούν να εξηγήσουν σε βάθος τα κοινωνικά γεγονότα σε σύγκριση με τις ποιοτικές έρευνες. Όντας αδύνατο να σχολιάσω τα πολλά και χρήσιμα ευρήματα της έρευνας, θα επικεντρωθώ σε ορισμένα μόνο,  άκρως  ενδιαφέροντα κατά τη γνώμη μου.

Τέρας της Κολάσεως. Ρωσική λαϊκή εικόνα του 19ου αιώνα. Πηγή: Wikipedia

Τέρας της Κολάσεως. Ρωσική λαϊκή εικόνα του 19ου αιώνα. Πηγή: Wikipedia

Σύμφωνα με τα ευρήματα που παρατίθενται, έχει μειωθεί σημαντικά, σε σχέση με το 2006, ο αριθμός  των ανθρώπων που πηγαίνουν στην εκκλησία (εκτός από βαφτίσεις, γάμους, Πάσχα και Χριστούγεννα), όπως και όσων προσεύχονται εκτός εκκλησίας. Επίσης, έχει μειωθεί και το ποσοστό όσων επιθυμούν το μάθημα των θρησκευτικών να έχει μόνο ορθόδοξο περιεχόμενο. Ο αυτοχαρακτηρισμός «θρησκευόμενος» έχει επίσης ελαττωθεί σημαντικά σε σχέση με το 2001 (από το 85% στο 51%), η πίστη στον θεό έχει ελλατωθεί κατά 17,5%, ενώ όσοι δήλωναν χριστιανοί ορθόδοξοι έπεσαν από το 96% στο 81%.

Είναι πολύ δύσκολο να πει κανείς αν η ελληνική κοινωνία είναι σήμερα περισσότερο κοσμική, καθώς υπάρχουν ακόμα σε εκκρεμότητα πολλά ζητήματα που άπτονται του πεδίου των σχέσεων πολιτικής και θρησκείας ή αυτού που συνήθως ονομάζεται «σχέσεις κράτους και Εκκλησίας». Θα πρέπει, πάντως, να υπογραμμιστεί ότι όταν κάνουμε λόγο για εκκοσμίκευση, αυτή θα πρέπει να αφορά το κράτος και τους θεσμούς, και όχι στην καθημερινότητα των ανθρώπων στους οποίους δεν θα πρέπει να επιβληθεί ένας κοσμικός τρόπος ζωής που αφορά την ιδιωτικότητά τους. Πάντως, από τα δεδομένα της εν λόγω έρευνας φαίνεται ότι υφίσταται  αφενός μια τάση μάλλον για ιδιωτικοποίηση της θρησκείας αφενός και αφετέρου μια τάση απομάκρυνσης από τη θρησκεία, η οποία ενδεχομένως εκφράζεται είτε με θρησκευτική αδιαφορία είτε με την απόρριψη της ορθόδοξης Εκκλησίας είτε με την άνοδο της αθεΐας  –είτε όλα αυτά μαζί. Συνέχεια ανάγνωσης

Πείτε μου πώς συμπεριφέρεστε στην Ελλάδα, και θα σας πω ποια είναι η πολιτική σας

Standard

της Γκεσίν Σβαν

μετάφραση: Δημήτρης Ιωάννου, Γιάννης Χατζηδημητράκης

Έργο του Ερνστ Λούντβιχ Κίρχνερ

Έργο του Ερνστ Λούντβιχ Κίρχνερ

Κατά την εαρινή σύνοδο της Παγκόσμιας Τράπεζας στην Ουάσιγκτον, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Β. Σόιμπλε άφησε να εννοηθεί –σχεδόν παρεμπιπτόντως– ότι η ελληνική κυβέρνηση είχε καιρό μέχρι το τέλος Ιουνίου για να επιβεβαιώσει τι μεταρρυθμίσεις θα κάνει. Μέχρι τώρα, είχαμε ακούσει ως λήξη της προθεσμίας τα τέλη Απριλίου, νωρίτερα τα μέσα Μαρτίου. Γιατί λοιπόν αυτή η τελευταία αναβολή; Επειδή πιστεύουμε ότι η Ελλάδα προσπαθεί; Ίσως θα πρέπει επίσης να λάβουμε υπόψη και τα ακόλουθα:

Εάν η Ελλάδα κηρύξει οριστικά πτώχευση στα τέλη του Απριλίου, τότε η Ε.Ε. και η Γερμανία –που «ηγείται» αυτού του ζητήματος– θα έχει να αντιμετωπίσει τουλάχιστον τρία προβλήματα:

  1. Δεν υπάρχει κάποια συμφωνημένη διαδικασία πτώχευσης για τα κράτη εντός ευρώ. Τι θα κάνουμε αν ξεσπάσει στην Ελλάδα κοινωνική αναταραχή και επικρατήσει ανομία;
  2. Δεν έχουμε καμία θεσμοθετημένη διαδικασία εξόδου από το ευρώ. Κατ’ αρχήν, για πολιτικούς λόγους, αυτό δεν προβλεπόταν. Πώς θα χειριστεί το Eurogroup μια χρεοκοπημένη Ελλάδα; Μπορεί να την εξαναγκάσει σε έξοδο από την Ευρωζώνη; Και τι θα συμβεί μετά με το ευρώ; Θα μπορούσε η Ευρωζώνη να υποβαθμιστεί σε μια νομισματική ένωση όπου θα μπορεί κανείς να ενταχθεί ή να φύγει; Ποια θα είναι η επόμενη χώρα που θα γίνει στόχος των κερδοσκόπων; Το γεγονός αυτό δεν θα επηρεάσει την ενιαία αγορά της Ε.Ε.;
  3. Δεν υπάρχει μηχανισμός εξόδου από την ΕΕ — κυρίως για πολιτικούς λόγους επίσης. Τι θα κάνει η Ε.Ε. με μια πτωχευμένη, και πολύ πιθανόν χωρίς σχέδιο Ελλάδα;

Για τη γερμανική κυβέρνηση, δέσμια των νομικών κανόνων και ρυθμίσεων στη σφαίρα της πολιτικής, αυτό θα είναι αρκετά άβολο. Θα ήταν πολύ καλύτερο να αποφευχθεί αυτή η έκβαση και να επιτευχθεί μια συμφωνία με την Ελλάδα. Επειδή όσα ακούμε υποδεικνύουν ότι δεν υπάρχει σχέδιο Β, ούτε στην Ελλάδα ούτε και στη Γερμανία. Συνέχεια ανάγνωσης

Η «άλλη» Ευρώπη και η Λατινική Αμερική στον καθρέφτη

Standard

Μια μεγάλη «πολιτική» γιορτή στο Μπουένος Άιρες 

της Μαρίας Δαμηλάκου

Έργο του Αργεντινού ζωγράφου Xul Solar

Έργο του Αργεντινού ζωγράφου Xul Solar

Μια πραγματική «πολιτική γιορτή» πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στο Μπουένος Άιρες: το «Διεθνές φόρουμ για τη χειραφέτηση και την ισότητα» (12-14.3.2015) το οποίο διακήρυξε απερίφραστα την ανάγκη επιστροφής, στα δημόσια πράγματα, της αληθινής πολιτικής — αυτής που μπορεί πραγματικά να εκφράζει και να κινητοποιεί τους λαούς — έναντι της κυριαρχίας των αγορών και των διαχειριστών τους. Ένας από τους κεντρικούς άξονες του φόρουμ ήταν η αναζήτηση κοινών σημείων ανάμεσα στις νέες Αριστερές της Λατινικής Αμερικής –όπου η εδραιωμένη πλέον «αριστερή στροφή» κατάφερε, μέσω της εξουσίας, να αλλάξει σε πολλές χώρες τον πολιτικό χάρτη και να επιφέρει σημαντικές κοινωνικές ανακατατάξεις– και στην «άλλη Ευρώπη» που αυτή τη στιγμή εκφράζεται κυρίως από την Ελλάδα και τη νέα κυβέρνησή της. Οι αναφορές στη χώρα μας ήταν δεκάδες και κάθε φορά που ακούγονταν οι λέξεις «Ελλάδα» ή «ΣΥΡΙΖΑ» ξυπνούσαν τον ενθουσιασμό του πολυπληθούς ακροατηρίου που είχε κατακλύσει το θέατρο Θερβάντες του Μπουένος Άιρες ή σχημάτιζε υπομονετικά ουρές στα γύρω τετράγωνα, παρόλο που οι ομιλίες μεταδίδονταν και από τη δημόσια τηλεόραση. Συνέχεια ανάγνωσης

Στα βράχια λοιπόν;

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Μια από τις εκφράσεις που ακούγονται πολύ τον τελευταίο καιρό, κυρίως από την αντιπολίτευση, είναι  και η φράση «στα βράχια», συνήθως σε σχέση με την πορεία της χώρας, π.χ. «οδηγείτε τη χώρα στα βράχια», όπως κατηγόρησε την κυβέρνηση πριν από μερικές εβδομάδες ο πρώην (μ’ αρέσει να το ακούω) πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς.

Τζων Σλόαν, «Βράχια, φύκια και θάλασσα», 1917

Τζων Σλόαν, «Βράχια, φύκια και θάλασσα», 1917

Είναι παραστατική η εικόνα και η παρομοίωση της χώρας με σκάφος που ακυβέρνητο ή κακοκυβερνημένο κινδυνεύει να συντριβεί στα βράχια της αφιλόξενης ακτής. Την εικόνα την έχουν χρησιμοποιήσει σε ανύποπτο χρόνο, από το 2009 ακόμα, διάφοροι δημοσιογράφοι, αλλά η χρήση της έχει πυκνώσει κατακόρυφα τους τελευταίους μήνες, καταρχάς προεκλογικά όταν π.χ. ο Β. Βενιζέλος με τη γνωστή του μετριοφροσύνη είχε δηλώσει σε συνέντευξή του «δεν θα αφήσω τη χώρα να πάει στα βράχια»· μετά τις εκλογές τη σκυτάλη την πήρε επάξια ο κ. Σαμαράς, ξεκινώντας από τη συζήτηση για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στην νέα κυβέρνηση, και ακολούθησαν τα φιλικά του μέσα (δηλαδή σχεδόν το σύνολο των έντυπων και ηλεκτρονικών μέσων) κι έτσι συνέχεια ακούμε πως η χώρα, όμοια κατευθύνεται ολοταχώς προς τα βράχια, ή ότι κινδυνεύει να πέσει στα βράχια. Συνέχεια ανάγνωσης

Οι λόγοι και η σημασία της νίκης του Μουσταφά Ακιντζί

Standard

του Σώτου Κτώρη

Δύο βασικοί παράγοντες  συνέβαλαν στην εκλογή του Μουσταφά Ακιντζί στην ηγεσία της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Εν πρώτοις, ο προερχόμενος από τον ευρύτερο χώρο της σοσιαλδημοκρατίας Ακιντζί, κεφαλαιοποίησε πολιτικά τη γενικευμένη δυσαρέσκεια του εκλογικού σώματος έναντι των παραδοσιακών πολιτικών κομμάτων και πολιτευτών, προτάσσοντας το αίτημα για κοινωνική και πολιτική αλλαγή. Η προσπάθεια του Ακκιντζί υποβοηθήθηκε από την απόφαση του αριστερού «Ρεπουμπλικανικού Τουρκικού Κόμματος» (ΡΤΚ) να επιλέξει ως υποψήφια του τη Σιμπέλ Σιμπέρ, η οποία ιδεολογικά προέρχεται από τον ευρύτερο χώρο της Δεξιάς. Εξαιτίας  αυτής της επιλογής,  ένα ποσοστό περίπου 40% των ψηφοφόρων του ΡΤΚ στράφηκε στην ιδεολογικά εγγύτερη επιλογή: τον Μουσταφά Ακιντζί.

Τουρκοκύπριες πανηγυρίζουν για τη νίκη του Ακιντζί. Φωτογραφία: Florian Choblet/AFP/Getty Images

Τουρκοκύπριες πανηγυρίζουν για τη νίκη του Ακιντζί.
Φωτογραφία: Florian Choblet/AFP/Getty Images

Το σημαντικότερο, ωστόσο, είναι πως ο Ακιντζί λειτούργησε ως  εκφραστής της συλλογικής βούλησης της πλειοψηφίας των Τουρκοκυπρίων οι οποίοι αγωνιούν για την διαφύλαξη της κυπριακής/τουρκοκυπριακής ταυτότητας, έναντι των δημογραφικών και πολιτισμικών απειλών που διαμορφώνει η δεσπόζουσα παρουσία της Τουρκίας στο βόρειο μέρος του νησιού. Το αίτημα για επανακαθορισμό των σχέσεων με την «Μητέρα Πατρίδα» σε μια ισότιμη βάση αλληλοσεβασμού, κατά τρόπο που να διαφυλάττεται η αξιοπρέπεια και πολιτική αυτοτέλεια των Τουρκοκυπρίων, συνιστά στην παρούσα πολιτική συγκυρία την σημαντικότερη διεκδίκηση της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Θα πρέπει να επισημανθεί, ασφαλώς, πως η δυναμική της σχέσης ανάμεσα στις δύο πλευρές θα εξακολουθήσει να επηρεάζεται καταλυτικά από την πλήρη, σχεδόν, οικονομική εξάρτηση των Τουρκοκυπρίων από την Τουρκία. Συνέχεια ανάγνωσης

Περί της κερδοφορίας των ανθρωπιστικών επιστημών

Standard

του Δημήτρη Δημητρόπουλου

Πόσο έχει στοιχίσει στη χώρα η επιστημονική ενασχόληση με το έργο του Διονυσίου Σολωμού; Είναι οικονομικά επωφελής η μελέτη της Επανάστασης του 1821; Θα μπορούσε να αποτελεί επικερδή επένδυση η έκδοση ενός κώδικα εγγράφων του Αγίου Όρους; Ερωτήσεις σαν και αυτές αξίζουν να τις σκεφτεί κανείς ή αποτελούν επιθεωρησιακά χωρατά;

Ανιόλο Μπροντζίνο, «Αλληγορία του χρόνου» (λεπτ.), 1545

Ανιόλο Μπροντζίνο, «Αλληγορία του χρόνου» (λεπτ.), 1545

Εδώ και μερικά χρόνια στη χώρα μας βιώνουμε την απόλυτη κυριαρχία του οικονομικού σε κάθε έκφανση της ζωής μας. Η οικονομία –σαν να αποτελούσε αυταξία– μοιάζει να καταλαμβάνει τα πάντα: τις συζητήσεις πολιτικών και πολιτών, τα δελτία των ειδήσεων, το διαδίκτυο, τις καθημερινές κουβέντες και τις αγωνίες των ανθρώπων. Σ’ αυτό το περιβάλλον, στο προς ψήφιση πολυνομοσχέδιο του Υπουργείου Παιδείας περιλαμβάνονται και επιμέρους ρυθμίσεις ζητημάτων του ερευνητικού χώρου, όπου και πάλι ένα από τα βασικά θέματα είναι η σχέση έρευνας και οικονομίας, η σύνδεση έρευνας και αγοράς.

Με δεδομένο το πλαίσιο αυτό, υπάρχει άραγε ζωτικός χώρος για τις ανθρωπιστικές επιστήμες; Είναι ή μπορούν να γίνουν κερδοφόρες η ιστορία, η φιλολογία, η αρχαιολογία, η φιλοσοφία; Η απάντηση, κατά τη γνώμη μου, είναι μια διπλή κατάφαση: και είναι κερδοφόρες από τη φύση τους και μπορούν να γίνουν ακόμη περισσότερο από τη χρήση τους — υπό την προϋπόθεση ότι θα συνεννοηθούμε τι είδους κέρδος προσδοκούμε.

Οι επιστήμες του ανθρώπου –τουλάχιστον στις χώρες που γνώρισαν τον Διαφωτισμό– επί αιώνες υπήρξαν τα αδιαμφισβήτητα, γερά θεμέλια του οικοδομήματος των νεωτερικών κοινωνιών, του πολιτισμού τους, και συνεπακόλουθα και της οικονομίας τους. Τα τελευταία χρόνια όμως βρέθηκαν στο στόχαστρο κοντόφθαλμων και μακροπρόθεσμα αντιπαραγωγικών αντιλήψεων, που απαιτούσαν να μετατρέψουν το προσδοκώμενο από τις ανθρωπιστικές επιστήμες όφελος για την κοινωνία, από μια συγκολλητική και διάχυτη στον χώρο και στον χρόνο ουσία, σε ένα άμεσο, μετρήσιμο χρηματικό κέρδος. Μπορούν όμως να μετρηθούν όλα με την ίδια μεζούρα; Έχει νόημα να υπολογίζει κανείς το ανά σελίδα κόστος των ιστορικών ή των φιλολογικών μελετών, όπως διατεινόταν πρώην υπουργός και διαπρύσιος κήρυκας του νεοφιλελευθερισμού; Συνέχεια ανάγνωσης