To ζητούμενο της δημοκρατίας στο πανεπιστήμιο

Standard

του Γιώργου Αγγελόπουλου 

Λίγες μέρες μετά την ψήφιση του Ν. 4009/2011, γνωστού ως «νόμου Διαμαντοπούλου» για τα πανεπιστήμια, η τότε υπουργός Παιδείας είχε δηλώσει ότι «ο Ν. 4009/2011 θα κρατήσει όσο και ο Ν. 1268/1982». Θυμίζουμε ότι παρά τις πολλές παρεμβάσεις (π.χ. Ν. 3549/2007), ο Ν. 1268 παρέμεινε θεμέλιο της θεσμικής οργάνωσης των ΑΕΙ για περίπου μια τριακονταετία. Ο Ν. 4009, ωστόσο, δεν φαίνεται ότι θα μακροημερεύσει. Βασικό μειονέκτημά του ήταν ότι δεν προσπάθησε να ανατρέψει τις παθογένειες των ΑΕΙ. Τουναντίον, μέσω της δημόσιας διαπόμπευσης των ΑΕΙ και των πανεπιστημιακών βασίστηκε στις παθογένειες επιδιώκοντας να χτίσει το –κατ’ όνομα μόνο– «εκσυγχρονισμένο πανεπιστήμιο». Επιπλέον, η εφαρμογή του ορισμένες φορές βασίστηκε σε συμβιβασμούς με ομάδες συμφερόντων που είχαν τις προηγούμενες δεκαετίες καθοριστικό ρόλο στην εμπέδωση της παθογένειας στα ΑΕΙ.

Βέρνερ Τύμπκε, "Εργατική τάξη και ιντελιγκέντσια", 1972-1973

Βέρνερ Τύμπκε, «Εργατική τάξη και ιντελιγκέντσια», 1972-1973

Η κατάληξη του Ν. 4009 όπως και παλαιότερες εμπειρίες (Ν. 815/1979, πολυνομοσχέδιο 1990-91) δηλώνουν ότι οι νομοθετικές μεταρρυθμίσεις στα ΑΕΙ που δεν αναμετρώνται αποφασιστικά με τις παθογένειες της ανώτατης εκπαίδευσης δεν μακροημερεύουν. Η αναμέτρηση αυτή βέβαια δεν μπορεί να επιτευχθεί άπαξ με άνωθεν νομοθετικές παρεμβάσεις. Ο νομοθέτης οφείλει να δημιουργήσει ένα θεσμικό πλαίσιο που θα ενισχύσει τη δημοκρατία στη λήψη των αποφάσεων εντός των ΑΕΙ ακυρώνοντας τις δομές που δημιουργούν παθογένειες. Η επίκληση της επαναφοράς της δημοκρατίας στο πανεπιστήμιο συνιστά άλλωστε προγραμματικό στόχο του Υπουργείου Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων που καταθέτει αυτές τις μέρες πρόταση νόμου για την οργάνωση των ΑΕΙ.

Οι μελέτες που αναφέρονται στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια έχουν αναδείξει τις δομικές αντιφάσεις του πανεπιστημιακού θεσμού και της σχέσης του με το κράτος, την κοινωνία, τις πολιτικές δυνάμεις και την αγορά. Ανατρέχοντας στην ιστορία των πανεπιστημίων της Ευρώπης από το 19ο μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα ο Π. Μπουρντιέ διακρίνει δύο είδη εξουσίας εντός της ακαδημαϊκής κοινότητας: η «εφήμερη κυριαρχία» αναφέρεται στην εξουσία που αποκτάται μέσω θεσμικών ρόλων (καθηγητής, πρύτανης κλπ.) ενώ η «ειδική κυριαρχία» αναφέρεται στην εξουσία που προκύπτει από τα επιστημονικά επιτεύγματα (δημοσιεύσεις και ανακαλύψεις που υπερβαίνουν τα κυρίαρχα επιστημολογικά παραδείγματα) και από την προσπάθεια μοιράσματος των επιστημονικών επιτευγμάτων προς όφελος της κοινωνίας (ρόλος του δημόσιου διανοούμενου). Μία από τις κυριότερες πηγές παθογένειας των ΑΕΙ –σίγουρα όχι η μοναδική– εντοπίζεται στην εμμονή των «εφήμερων κυριαρχιών» να ελέγξουν τις «ειδικές κυριαρχίες».

Συμπλέγματα παθογένειας στα ΑΕΙ

Ανατρέχοντας στο παρελθόν των ΑΕΙ τα τελευταία 40 χρόνια διακρίνουμε διαφορετικά συμπλέγματα παθογένειας. Για παράδειγμα, στην αμέσως μεταπολιτευτική περίοδο οι παθογένειες αναφέρονταν στο χουντικό καθηγητικό κατεστημένο. Η χαρτογράφηση της παθογένειας του σημερινού ελληνικού πανεπιστημίου προκύπτει αν εντοπίσουμε τα πεδία στα οποία οι «εφήμερες κυριαρχίες» προσπαθούν να ελέγξουν τις «ειδικές κυριαρχίες»: αποκλεισμοί από τα όργανα διοίκησης, αδιαφάνεια στις αποφάσεις που αφορούν διοικητικά και οικονομικά θέματα, μηχανισμοί ελέγχου της εξέλιξης των διδασκόντων (μελών Δ.Ε.Π.), πολλαπλασιασμός των μορφών ιδιοποίησης του δημόσιου χαρακτήρα του πανεπιστημίου. Η τακτική  εμπέδωσης της παθογένειας βασίζεται σε ένα πελατειακό σύστημα που μπορεί να εκτείνεται από τα ανώτερα ακαδημαϊκά κλιμάκια μέχρι τους φοιτητές. Είναι γεγονός ότι τα πεδία παθογένειας πολλαπλασιάστηκαν τα τελευταία χρόνια. Η μείωση των εισοδημάτων των μελών ΔΕΠ και η διάχυση του νεοφιλελεύθερου ήθους («αφού το κράτος δεν μας πληρώνει ικανοποιητικά, ας ενισχύσουμε το προσωπικό μας εισόδημα από τα δίδακτρα μεταπτυχιακών που πληρώνουν οι φοιτητές») συντέλεσαν σε αυτόν τον πολλαπλασιασμό.

Μια νομοθετική παρέμβαση που προσδοκά στην εμπέδωση της δημοκρατίας στο πανεπιστήμιο οφείλει καταρχήν να άρει τους μηχανισμούς αναπαραγωγής των μορφών παθογένειας. Η άρση των αποκλεισμών από τα όργανα διοίκησης και η διαφάνεια επιτυγχάνεται με τη θεσμοθέτηση ανοιχτών διαδικασιών των οργάνων διοίκησης, με τη δημοσιοποίηση όλων των αποφάσεων των οργάνων διοίκησης και των συνοδευτικών εγγράφων εισηγήσεων και μελετών σκοπιμότητας εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, με την καθολική συμμετοχή εκπροσώπων όλων των Τμημάτων ενός πανεπιστημίου στη Σύγκλητο, με την πρόβλεψη συμμετοχής φοιτητών και άλλων εργαζομένων (διοικητικοί υπάλληλοι και κατηγορίες διδασκόντων εκτός του ΔΕΠ) σε ορισμένα όργανα διοίκησης των ΑΕΙ. Προέχει βέβαια η κατάργηση της θεσμικής συγκρότησης των διαδικασιών «προεπιλογής» υποψηφίων Κοσμητόρων και Πρυτάνεων. Η αποφυγή επιβολής της «εφήμερης κυριαρχίας» στην «ειδική κυριαρχία» απαιτεί παρεμβάσεις και στις διαδικασίες ανέλιξης των βαθμίδων του ΔΕΠ: η πλειοψηφία των μελών των εκλεκτορικών σωμάτων που κρίνουν ένα μέλος ΔΕΠ για να εξελιχθεί στην επόμενη βαθμίδα θα πρέπει να συγκροτείται από επιστήμονες του ιδίου ή συναφούς γνωστικού αντικειμένου προερχόμενους από άλλα Τμήματα από αυτό που υπηρετεί ο κρινόμενος. Με αυτό τον τρόπο οι κρίσεις των μελών ΔΕΠ δεν θα υπάγονται στις εσωτερικές «εφήμερες εξουσίες» του κάθε Τμήματος. Οι διαδικασίες θα πρέπει να γίνονται ενώπιον όλων των μελών της Γενικής Συνέλευσης του Τμήματος κατόπιν γραπτής εισήγησης επιτροπής και το σύνολο των πρακτικών να δημοσιεύεται ηλεκτρονικά εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος. Τέλος, στην άρση του αποκλεισμού από τα όργανα διοίκησης μπορούν να συμβάλουν και προβλέψεις αλλαγής του τρόπου εκλογής των πρυτανικών αρχών. Η πρόταση για ξεχωριστές εκλογές πρύτανη και αντιπρυτάνεων συνιστά μια ευρηματική διαδικασία που θα μεγιστοποιήσει την αποδοχή του πρυτανικού σχήματος από τα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας;

Παρεμβάσεις στους μηχανισμούς οικονομικής ιδιοποίησης του πανεπιστημίου

Οι παραπάνω προτάσεις δεν θα μπορέσουν όμως ποτέ ουσιαστικά να λειτουργήσουν προς όφελος των πανεπιστημίων και της κοινωνίας αν δεν συνοδεύονται, άμεσα και σε «πρώτο χρόνο», από παρεμβάσεις στους μηχανισμούς οικονομικής ιδιοποίησης του πανεπιστημίου. Η δια νόμου αντιμετώπιση του καθεστώτος συναλλαγής που βασίστηκε στις εργολαβίες καθαριότητας – φύλαξης – σίτισης πρέπει να είναι πρώτιστο μέλημα της αριστεράς. Τα ΑΕΙ «νοικιάζουν» υπηρεσίες καθαριότητας –φύλαξης– σίτισης από εργολαβικές εταιρίες με αντίτιμο ποσά πολλών εκατομμυρίων Ευρώ. Οι καταγγελίες αλλά και οι καταδίκες για παρατυπίες, ατοπήματα και συναλλαγές θα συνεχιστούν στο βαθμό που δεν αναλαμβάνουν τα ίδια τα ΑΕΙ την πλήρη διαχείριση αυτών των υπηρεσιών. Η κατάργηση του καθεστώτος των εργολαβιών πρέπει να γίνει σε πανελλαδική κλίμακα και να είναι υποχρεωτική. Εξόφθαλμα επιτακτικό είναι το ζήτημα της κατάργησης των διδάκτρων στα μεταπτυχιακά και διδακτορικά προγράμματα σπουδών. Αν αποφασίσει επιτέλους η πολιτεία αν θέλει να υπάρχει έρευνα στα πανεπιστήμια της χώρας ή όχι… Αποδεχόμαστε ως Αριστερά τους αποκλεισμούς που τα δίδακτρα σημαίνουν για ένα μεγάλο τμήμα των φοιτητών; Ένας νόμος που δεν θα αναμετρηθεί με τις «δύσκολες», οικονομικής φύσης, πτυχές της παθογένειας των ΑΕΙ δεν θα μακροημερεύσει.

Στο σημείο αυτό οφείλουμε δύο κρίσιμες επισημάνσεις. Η πρώτη επισήμανση αφορά την ποσοτική διεύρυνση του σώματος λήψης των αποφάσεων στα πανεπιστήμια. Η μεγέθυνση αυτού του σώματος δεν συνιστά εξ ορισμού μηχανισμό εξασφάλισης λήψης δημοκρατικών αποφάσεων. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι και ο νεοφιλελευθερισμός επένδυσε σε μορφές όχι μόνο αποκλεισμού αλλά και επιλεκτικής διεύρυνσης του σώματος λήψης αποφάσεων στα πανεπιστήμια υποστηρίζοντας ότι η διοίκηση τους θα πρέπει να περάσει από τα χέρια των παραγωγών της επιστήμης (δηλαδή των πανεπιστημιακών) στα χέρια συγκεκριμένων καταναλωτών (επιχειρήσεις, επιμελητήρια, ενώσεις εργοδοτών, ενώσεις κλάδων, διεθνείς φορείς κλπ). Η δεύτερη επισήμανση αναφέρεται στο απτό γεγονός ότι τμήματα της ακαδημαϊκής κοινότητας που στο παρελθόν πρωτοστάτησαν στην αντιμετώπιση της παθογένειας των πανεπιστημίων σταδιακά ενσωματώθηκαν οργανικά στο σύστημα της παθογένειας. Οι δύο αυτές επισημάνσεις μας καλούν να αναθεωρήσουμε τις απόψεις μας για την αυξημένη συμμετοχή των φοιτητών στα όργανα διοίκησης και στην εκλογή τους. Οι τελευταίες δύο δεκαετίες έχουν επανειλημμένα καταδείξει ότι η συμμετοχή των φοιτητών στις εκλογές μονοπρόσωπων οργάνων διοίκησης συμβάλει στην εμπέδωση αρτηριοσκληρωτικών μηχανισμών συναλλαγών. Το βασικό ερώτημα είναι πολιτικά ποιοτικό και όχι πολιτικά ποσοτικό: ποιος είναι «ο δήμος» που αποφασίζει, ποιοι αποτελούν το σώμα που δικαιούται να συμμετάσχει στις αποφάσεις.

Οι επερχόμενες αλλαγές στο νομικό πλαίσιο των πανεπιστημίων θα αναμετρηθούν με τις παθογένειες που παραπάνω αναφέραμε. Η αντιμετώπιση της παθογένειας θα συγκροτήσει και το σώμα όσων θα εργαστούν για τη δημοκρατία στα πανεπιστήμια. Η αντίστροφη πορεία («συγκροτώ το σώμα και μετά αναμετρώμαι με τα δύσκολα») είναι ατελέσφορη. Στο ευρωπαϊκό πλαίσιο η αυτονομία του επιστημονικού πεδίου και των θεσμών του από την αγορά δυστυχώς βασίζεται στη σχέση του με το κράτος. 

Ο Γιώργος  Αγγελόπουλος διδάσκει στο ΑΠΘ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s