Σαΐτες στα χέρια των παιδιών…

Standard

του Βαγγέλη Καραμανωλάκη

70 χρόνια μετά. Ξανακοιτώ τις φωτογραφίες με τις χαροκαμένες μάνες στο Δίστομο, τον μικρό Αργύρη, τους σταυρούς, τα πρόχειρα μνήματα. 70 χρόνια μετά.

Καμουφλάζ, απλευθέρωση του Παρισιού, 25.8.1944. Φωτογραφία του Ρομπέρ Ντουανό.

Καμουφλάζ, απλευθέρωση του Παρισιού, 25.8.1944. Φωτογραφία του Ρομπέρ Ντουανό.

Παρακολουθώ, εδώ και καιρό, τη συζήτηση για τις γερμανικές αποζημιώσεις και το κατοχικό δάνειο, μια συζήτηση που μοιάζει να μονοπωλεί όλο το ενδιαφέρον για τα 70 χρόνια από την αντιφασιστική νίκη στην Ελλάδα. Συνεπικουρούμενη και από τις σχετικές δηλώσεις Γερμανών αξιωματούχων, η ελληνική κοινή γνώμη έθεσε στο επίκεντρο της προσοχής της για την επέτειο τη γερμανική προθυμία ή απροθυμία να αναγνωριστούν τα ναζιστικά εγκλήματα στην Κατοχή. Δεν είναι κάτι παράξενο· επιβεβαιώνει, άλλωστε, όσα ξέρουμε, από τη σχετική βιβλιογραφία και την εμπειρία μας, για τέτοιες επετείους: ότι συνδέονται πολύ περισσότερο με τη συγκυρία στην οποία πραγματοποιούνται παρά με τη μελέτη του το τι έχει συμβεί. Και δεν είναι και άδικο. Η Ελλάδα υπέφερε  πολύ από την  τριπλή Κατοχή, πλήρωσε ένα βαρύτατο τίμημα για τη συμμετοχή της στον πόλεμο και στην Αντίσταση.  Ζωές που χάθηκαν, άνθρωποι που έμειναν ανάπηροι, περιουσίες που καταστράφηκαν. Μπορεί κανείς να αρνηθεί σε όσους τα έζησαν ή στους συγγενείς τους το δικαίωμα, ηθικό και πραγματικό, της επανόρθωσης; Πώς μιλάς για την υπέρβαση και τη συμφιλίωση, πώς μιλάς για την επούλωση όταν απέναντί σου είναι ακόμη το πένθος και η αίσθηση της αδικίας;

Θα μπορούσε κανείς να απαντήσει ότι δεν είναι ακριβώς έτσι. Ότι το πρόβλημα αρχίζει όταν η διεκδίκηση συμφύρει το χθες με το σήμερα, όταν οι σημερινοί Γερμανοί ταυτίζονται με τους προγόνους τους, όταν οι αποζημιώσεις γίνονται το «αντίπαλο δέος» του χρέους. Δεν είναι αυτό, όμως, στο οποίο θέλω να σταθώ. 70 χρόνια μετά το τέλος ενός πολέμου που συντάραξε τον κόσμο, η συζήτηση για τον πόλεμο και τον φασισμό δεν μπορεί να παραμείνει εκεί.

70 χρόνια μετά, ο αναστοχασμός για το τι έγινε δεν μπορεί να αναφέρεται μόνο στο τι πάθαμε. Αλλά και στην κατανόηση των όσων έγιναν στο πλαίσιο μιας τεράστιας ιδεολογικής και πολιτικής μάχης, μια μάχης που συγκλόνισε όλο τον κόσμο μα και κάθε άνθρωπο χωριστά, όπου συχνά όσοι βρέθηκαν απέναντι δεν ανήκαν στο «βολικό» δίπολο «Έλληνες vs Γερμανοί» αλλά και «Έλληνες vs Έλληνες που υπηρέτησαν τον ναζισμό». Να συζητήσουμε γι’ αυτή την τεράστια αντιφασιστική νίκη και το τι άφησε πίσω της, ανοίγοντας και τις δικές μας πληγές, όπως η τύχη των εβραϊκών περιουσιών. Και να κατανοήσουμε αυτό που μοιάζει να ξεχνάμε, συχνά, όταν εστιαζόμαστε –και ορθώς εστιαζόμαστε– στην ποινική πλευρά της δράσης της Χρυσής Αυγής: τη σύνδεσή της με τις νεοναζιστικές ιδέες, την ισχυρή παρουσία των ρατσιστικών αντιλήψεων, 70 χρόνια μετά, στην ελληνική κοινωνία.

Να γιορτάσουμε λοιπόν την επέτειο. Σαν μια γιορτή που θυμίζει τα όσα υπέφερε αυτή η χώρα και ο λαός της από τον φασισμό. Αλλά και σαν στιγμή που μας επιτρέπει να αναστοχαστούμε με βάση το σήμερα το τι σήμαινε αυτός ο αντιφασιστικός αγώνας σε όλη την Ευρώπη, τα μέτωπα που άνοιξε, τα στρατόπεδα που δημιούργησε, τον τρόπο που διαβάστηκε στις συγκυρίες που ακολούθησαν. Ας αναστοχαστούμε και ας ξαναμιλήσουμε στα παιδιά μας γι’ αυτά: για την τραγωδία και τη συνθετότητα του πολέμου, τον ρατσισμό, το τετριμμένο των φασιστικών ιδεών που οδηγούν στον ευτελισμό της έννοιας του ανθρώπου. Ας ξανασυζητήσουμε για την παρουσία του αντιφασιστικού αγώνα στο σχολικό πρόγραμμα, για τη υποβαθμισμένη διδασκαλία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Κυρίως, όμως, ας μιλήσουμε για το σχολείο και την ιστορία. Γιατί ό,τι και να διδάξουμε, όσες ταινίες για το Άουσβιτς και όσα φυλλάδια για τις ναζιστικές φρικαλεότητες να μοιράσουμε δεν φτάνουν. Όσο η σχολική ιστορία αποτελεί καταφύγιο βεβαιοτήτων, όσο παραμένει διδακτική και φρονηματιστική, θα είναι μια ανιαρή, απονεκρωμένη διαδικασία. Και όσο εμφανίζεται αποκομμένη από το σήμερα, όσο δεν τολμάμε να μιλήσουμε για τον τρόπο που χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται –και ως μέσο καταπίεσης, διχασμού, αλλοτρίωσης, μίσους για τον άλλον–, τόσο πιο αναξιόπιστοι γινόμαστε.

Πώς να μιλήσεις για τα 70 χρόνια από την αντιφασιστική νίκη αν δεν πεις ότι  η εναντίωση στην καταπίεση και την αδικία, η αντίσταση στον φασισμό είναι  αξία που σημαδεύει τις ζωές μας; Αν η ιστορία δεν είναι κριτική σκέψη, νηφάλια και αναστοχαστική προσέγγιση, ανοιχτός διάλογος με το χθες και το σήμερα, πώς μπορούμε να μιλήσουμε για όσα έγιναν, προσελκύοντας το ενδιαφέρον όσων μας ακούνε;

Αλλιώς, τα φυλλάδια που ετοιμάζει το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας κινδυνεύουν να γίνουν σαΐτες στα χέρια των παιδιών.

Ο Βαγγέλης Καραμανωλάκης είναι ιστορικός (Πανεπιστήμιο Αθηνών,  ΑΣΚΙ)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s