Η καθολική ήττα και το μέλλον των Εργατικών

Standard

Αγγλικές εκλογές-1

της Μαρίνας Πρεντουλή

 

Ed Miliband

Ed Miliband

Λονδίνο, 15.5.2015. Τα έξιτ πολ, τo βράδυ των εκλογών, άσκησαν σε πολλούς από μας την ίδια επίδραση με την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου. Η πρώτη αντίδραση ήταν η άρνηση, «Αποκλείεται!», μετά ο θυμός, «Αι στο διάολο μ’ αυτή τη χώρα!» και πιο αργά το βράδυ τα παζάρια: «Δεν μπορεί, είναι νωρίς ακόμα, οι Εργατικοί θα πάρουν κι άλλες έδρες…». Το επόμενοι πρωί, σερνόμασταν με κατάθλιψη. Μας πήρε τουλάχιστον τρεις-τέσσερις μέρες να περάσουμε στο στάδιο της αποδοχής και να αρχίσουμε, ψύχραιμα, να αξιολογούμε τη δραματική ήττα των Εργατικών. Δραματική ακόμα και για την Αριστερά που, παρά τις βασικές ιδεολογικές της διαφωνίες με τη σοσιαλδημοκρατική κατεύθυνση του κόμματος, έχει αποδεχτεί ότι το Εργατικό Κόμμα είναι η βασική ελπίδα μιας, αν όχι ανατροπής, τουλάχιστον επιβράδυνσης της αδίστακτης νεοφιλελεύθερης πολιτικής των Συντηρητικών.

Σ’ αυτό συμβάλλει το εκλογικό σύστημα, που δεν ευνοεί τα μικρά κόμματα, καθιστώντας σχεδόν αδύνατη την εκπροσώπηση μιας αριστερής πρότασης. Η Βρετανία έχει μονοεδρικές εκλογικές περιφέρειες, με αποτέλεσμα την έδρα να παίρνει ο υποψήφιος με τους περισσότερους ψήφους, ακόμα και αν η διαφορά με τον δεύτερο υποψήφιο είναι ασήμαντη. Η ήττα των Εργατικών όμως δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο στο εκλογικό σύστημα: η επίδοσή τους σε έδρες ήταν μια από τις χειρότερες στην ιστορία.

Οι προτροπές στελεχών των Εργατικών για έναν ουσιαστικό αναστοχασμό, άρχισαν ταυτόχρονα με τις υποδείξεις για στροφή προς το κέντρο, τη μεσαία τάξη και την ανάδειξη των φιλοδοξιών της σε κεντρικό άξονα της πολιτικής οπτικής του κόμματος. Οι νίκες των Εργατικών αλλά και άλλων σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, τις δεκαετίες του 1990 και 2000, βασίζονταν ακριβώς σε αυτή τη φόρμουλα. Ωστόσο, ούτε στη δεκαετία του ’90 βρισκόμαστε ούτε μπορούμε να αγνοήσουμε την κρίση του 2008. Ο πολιτικός χάρτης έχει αλλάξει και η ασφάλεια του «κέντρου» είναι παρελθόν.

Δεν θα αναφερθώ, εδώ, στις μελέτες που δείχνουν ότι μετά από μια-δυο εκλογικές νίκες τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Ευρώπης που μετακινούνται προς το κέντρο χάνουν ψηφοφόρους λόγω της έλλειψης διακριτών χαρακτηριστικών, κάτι που, σε βάθος χρόνου, δεν βοηθάει στην προσέλκυση ούτε αριστερών ούτε κεντρώων ψηφοφόρων. Η ευρωπαϊκή πραγματικότητα της κρίσης έχει καταστήσει σαφές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ και οι Podemos σηματοδοτούν ένα διαφορετικό ρεύμα. Θα επικεντρωθώ στο πώς αυτή η έλλειψη διακριτότητας εκφράστηκε στην εκλογική καμπάνια των Εργατικών.

Καταρχάς, στην αδυναμία τους να αντιτάξουν μια οικονομική λογική αντίθετη στη νεοφιλελεύθερη λιτότητα. Προσπαθώντας να προσελκύσουν τη μεσαία τάξη (και αγνοώντας την εργατική) έπαιξαν τη σκιά των Συντηρητικών: «Ναι μεν αλλά, και στο τέλος λιτότητα και περικοπές». Το τραγικό και συνάμα παράδοξο είναι ότι η αφήγηση των Συντηρητικών για την οικονομία είναι γεμάτη αντιφάσεις. Καταρχάς, η Βρετανία δεν βρέθηκε ποτέ στην οικονομική θέση των χωρών του Ευρωπαϊκού Νότου μετά την κρίση. Κατά δεύτερον, η λιτότητα Συντηρητικών/Σοσιαλδημοκρατών οδήγησε στη δραματική μείωση της ρευστότητας της βρετανικής οικονομίας, ανέκοψε την ανάπτυξή της  και διπλασίασε το εθνικό χρέος.

Αποφεύγοντας τη μετωπική σύγκρουση στο θέμα της οικονομίας, ο Μίλιμπαντ άφησε να επικρατήσει η λανθασμένη αλλά συνάμα εύπεπτη λογική ότι η οικονομική κρίση ήταν αποτέλεσμα της πολιτικής των Εργατικών κυβερνήσεων. Όταν εδέησε να προτάξει μια άλλη λογική, ήταν πια αργά και κάθε επιχείρημα εκτός της κυρίαρχης αφήγησης φάνταζε αστείο: τον χλεύασαν όταν προσπάθησε να εξηγήσει ότι η Εργατική κυβέρνηση δεν είχε προβεί σε σπατάλες (στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, στο κράτος πρόνοιας και άλλα τέτοια «περιττά»), όπως και όταν προσπάθησε να εξηγήσει ότι δεν δημιούργησε  το έλλειμμα την κρίση αλλά το ανάποδο.

Δεύτερον, οι Εργατικοί υποτίμησαν τη σημασία του Εθνικού Κόμματος Σκωτίας (SNP) τόσο ως της κυριότερης πολιτικής έκφρασης της Σκωτίας μετά το δημοψήφισμα όσο και ως παράγοντα εκφοβισμού των Άγγλων ψηφοφόρων από τους Συντηρητικούς. Μπορεί στο δημοψήφισμα να κέρδισε το «Όχι» (στην ανεξαρτησία), για το οποίο συνεργάστηκαν Εργατικοί και Συντηρητικοί, όμως οι Σκωτσέζοι ψηφοφόροι των Εργατικών δεν τους  το συγχώρησαν: ανίερη συμμαχία, που εξελήφθη ως προδοσία.

Κατά την προεκλογική περίοδο, κεντρικός άξονας της καμπάνιας εκφοβισμού των Συντηρητικών ήταν η πιθανή συμμαχία Εργατικών/SNP. Ο Εντ Μίλιμπαντ αρνήθηκε αυτή την προοπτική, όμως το έκανε με την επίγνωση ότι, και χωρίς επίσημη συμφωνία, το SNP ήταν πολιτικά δεσμευμένο να δώσει ψήφο εμπιστοσύνης σε μια Εργατική κυβέρνηση. Και  αυτό το ήξερε κάθε Άγγλος ψηφοφόρος. Ο αγγλικός εθνικισμός και η καθολική αποδοχή του νεοφιλελευθερισμού και της αναγκαιότητας της λιτότητας, δεν μπόρεσαν να δεχτούν ότι οι Σκωτσέζοι θα καθόριζαν τις αποφάσεις του Βρετανικού (κατ’ όνομα μόνο) κοινοβουλίου, κάτι που  πιθανόν θα έθετε σε κίνδυνο την οικονομική συναίνεση στη συντηρητική οικονομική πολιτική και ίσως ανάγκαζε μια κυβέρνηση Μίλιμπαντ να πάει προς τα αριστερά. Αποτέλεσμα; Οι Εργατικοί να χάσουν μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια: τους ψηφοφόρους και της Σκωτίας και της Αγγλίας.

Καθώς το παιχνίδι της διαδοχής στους Εργατικούς έχει ξεκινήσει, οι προτροπές για  επιστροφή στο Κέντρο κυριαρχούν στα ΜΜΕ. Πλειάδα στελεχών φαίνεται να ενδιαφέρεται όχι για έναν ειλικρινή αναστοχασμό αλλά για μια εύκολη αντιγραφή της παλιάς επιτυχημένης συνταγής του Μπλερ. Η πιο λυπηρή, ίσως, διαπίστωση είναι  ότι ο Εντ Μίλιμπαντ υπήρξε ο πιο αριστερός ηγέτης που κατάφερε να αναδείξει το Εργατικό Κόμμα εδώ και χρόνια. 

Η Μαρίνα Πρεντουλή  διδάσκει  πολιτική και πολιτικές επιστήμες στο  University of East Anglia

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s