Μπλε γραμμή

Standard

NEΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ

του Κωνσταντίνου Χατζηνικολάου

Ντενί Λομ, «Πιρκετού», 2014

Ντενί Λομ, «Πιρκετού», 2014

Πριν λίγες μέρες πήγαμε στο Αγκίστρι για να δούμε τον Ντενί.

Ο Ντενί: θαμμένος στο χώμα, από τον Αύγουστο.

Ο τάφος: ένα μικρό ορθογώνιο, όσο το ύψος του, μ’ ένα περίγραμμα από πέτρες που είχαν μαζέψει η Λουκία και η Μαριάννα απ’ το νησί.

Για κάποιον που δεν ξέρει, καλό θα ήταν να ξέρει.

Δεν γράφτηκε τίποτα γι’ αυτόν, τίποτα ιδιαίτερο (όπως για το θάνατο του Τάδε ή του Δείνα), τελείως άδικα και τελείως δίκαια μαζί. Γιατί ο Ντενί, από ένστικτο ή εσκεμμένα, ακολούθησε εκείνο το ελαφροπάτημα του συγγραφέα Ρόμπερτ Βάλζερ, όταν έκανε βόλτες στο χιόνι, τα χρόνια που ζούσε στο άσυλο: το χιόνι έπεφτε και τα ίχνη του αμέσως χάνονταν. Μες στο χιόνι τον βρήκαν άλλωστε.

Ο Ντενί δεν έπιανε πολύ χώρο κι αυτό το αποδεικνύει ακόμη και ο τάφος του: χωρίς σταυρό, στριμωγμένος ανάμεσα στους ντόπιους, σ’ ένα από τα ομορφότερα νεκροταφεία που έχω δει, με το δάσος στα πόδια του και μια λίμνη στο κεφάλι του, και τις μέλισσες να βουίζουν, τουλάχιστον τη μέρα που πήγαμε εμείς. Ούτως ή άλλως, ο Ντενί δεν χρειαζόταν τίποτα, μοναχά ένα τραπεζάκι, μια γωνίτσα, κι εκεί έκανε τα πάντα: έγραφε, σχεδίαζε, διάβαζε. Για όσους δεν ξέρουν τον Ντενί, μια ματιά στο σάιτ που του ετοίμασαν οι φίλοι του, πριν το θάνατό του, αρκεί: www.denislhomme.com, και το αναφέρω εδώ, όχι για να το διαφημίσω, αλλά για να δυσφημίσω τους επαγγελματίες της τέχνης.

Ακόμα και οι εκδότες του αδιαφόρησαν ως το τέλος, αναγκάζοντας τη Μαριάννα να τρέξει και να βγάλει το Ροζ μόνη της, την περίοδο που ο Ντενί νοσηλευόταν στο νοσοκομείο, για να χαρεί ο ίδιος. Και τη θυμάμαι, πάλι στο νοσοκομείο, να περνάει, στον υπολογιστή, μια μπλε γραμμή πάνω απ’ τ’ αχνά του σχέδια με μολύβι, προσπαθώντας να τους δώσει ζωή, ενώ αυτός μετρούσε αντίστροφα τις αναπνοές του δίπλα της. Ευτυχώς, το Πιρκετού εκδόθηκε κανονικά, τέλη του ’14, το βρίσκεις στα βιβλιοπωλεία.

Θυμάμαι πως εκείνη τη μέρα στο Αγκίστρι, θα πω μεγάλη κουβέντα, ένιωσα μια πρώτη συμφιλίωση με το θάνατο. Θυμάμαι μετά να μιλάω με μια φίλη, να περπατάω, να κάνω μπάνιο, να τρώω, να θέλω να κάνω έρωτα: το μεσημέρι ήταν καυτό, οι πέτρες έκαιγαν, το καλοκαίρι συνεχιζόταν. Και μόνο την προηγούμενη εβδομάδα, που πήγαμε να τον ξαναδούμε, κατάλαβα πως τη μέρα της ταφής, μια μέρα πριν το Δεκαπενταύγουστο, δεν είχαμε θάψει τον Ντενί Λομ, 54 χρονών, ποιητή και ζωγράφο, αλλά εκείνο το αγόρι που, σε μια φωτογραφία, κρατούσε ένα κουνέλι στα χέρια του και το χάιδευε, λες και έφτιαχνε ξανά το περίγραμμά του.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s