Δίστομο: ιστορική συνείδηση και κοινωνική μνήμη

Standard

Η σφαγή, η μνήμη, η διεκδίκηση

της Ζέτας Παπανδρέου

Τα τελευταία χρόνια, κυρίως στο πλαίσιο της οικονομικής κρίσης που βιώνει η Ελλάδα, γίνονται συχνές αναφορές στην ελληνική διεκδίκηση των πολεμικών αποζημιώσεων και του κατοχικού δανείου από το γερμανικό κράτος. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η εξέταση των διαστάσεων αυτής της διεκδίκησης με συγκεκριμένη μελέτη περίπτωσης το Δίστομο, τόπο στον οποίο ασκήθηκαν  αντίποινα από τους Γερμανούς (10.6.1944) και διαμορφώθηκαν πολιτικές μνήμης οι οποίες συνδέονται με ζητήματα ηθικής/οικονομικής αποκατάστασης των θυμάτων και των οικογενειών τους.

Γυναίκα του Δίστομου. Φωτογραφία του Ντμίτρι Κέσσελ, 1944

Γυναίκα του Δίστομου. Φωτογραφία του Ντμίτρι Κέσσελ, 1944

Είναι γνωστό ότι το ζήτημα της καταβολής οικονομικών αποζημιώσεων από τη Γερμανία στην Ελλάδα, εξαιτίας της ναζιστικής Κατοχής, βρήκε μεν σθεναρή αντίσταση από την πλευρά του γερμανικού κράτους, εξελίχθηκε όμως έτσι και λόγω της ηττοπάθειας που διέκρινε τους σχετικούς χειρισμούς των ελληνικών κυβερνήσεων. Το ελληνικό κράτος θεώρησε ότι πρέπει να παραιτηθεί  από αξιώσεις, όπως η επιστροφή του υποχρεωτικού κατοχικού δανείου, η διεξαγωγή δικών σε βάρος ναζιστών αξιωματούχων (Μαξ Μέρτεν), οι επανορθώσεις και οι αποζημιώσεις για τα θύματα της ναζιστικής θηριωδίας,  χάριν των οικονομικών / εμπορικών διμερών σχέσεων με την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΟΔΓ), της εξασφάλισης οικονομικής βοήθειας μέσω δανεισμού ή της στήριξης για την ένταξή μας στην ΕΟΚ/Ε.Ε. Συνεπώς, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η υποχωρητικότητα των ελληνικών κυβερνήσεων στη διεκδίκηση αποζημιώσεων από το γερμανικό κράτος συνδέεται αφενός με την επιθυμία για γρήγορη προσέλκυση κεφαλαίων  και, αφετέρου, με την επιθυμία να επουλωθούν πληγές που παρέμεναν ανοιχτές στη μεταπολεμική ελληνική κοινωνία, δεδομένου μάλιστα ότι η ΟΔΓ ήταν πλέον σύμμαχη χώρα και μέλος του ΝΑΤΟ. Για παράδειγμα, η ΕΡΕ δεχόταν κριτική για το γεγονός ότι στους κόλπους της βρέθηκαν δωσίλογοι και συνεργάτες των Γερμανών. Έτσι, μια ηγετική πολιτική φυσιογνωμία όπως ο Κωνσταντίνος Καραμανλής,  δίνοντας έμφαση στις επενδύσεις των Γερμανών και στην οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας, ηθελημένα παρέβλεπε παραμέτρους που θα έθεταν προ των ευθυνών τους τους Γερμανούς, αλλά ενδεχομένως και τους Έλληνες συνεργάτες τους.

Στην περίπτωση του Διστόμου οι κάτοικοι είχαν να αντιμετωπίσουν το τραύμα που τους προξένησαν τα αποτρόπαια γεγονότα της Σφαγής, τη ματαίωση από την αδράνεια της ελληνικής πολιτείας όσον αφορά την ηθική και οικονομική στήριξη των οικογενειών που είχαν θύματα, όπως, επίσης, και την άρνηση του γερμανικού κράτους να παραδεχτεί ότι τα συγκεκριμένα γεγονότα χαρακτηρίζονται από το διεθνές δίκαιο «έγκλημα κατά της ανθρωπότητας»  και όχι «πράξη στο πλαίσιο του πολέμου».

Εύλογα γεννιέται το ερώτημα: Με ποιο τρόπο στο Δίστομο –σε πείσμα της επιβληθείσας λήθης–  συγκροτήθηκε η συλλογική μνήμη στο πέρασμα των δεκαετιών με την επίκληση ακριβώς της ανάμνησης της Σφαγής της 10.6.1944; Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια στο Δίστομο επικρατούσε σιωπή γύρω από τα γεγονότα της Σφαγής, ενώ η ένταση υπέβοσκε. Δεδομένου ότι η απώλεια αγαπημένων προσώπων εξαιτίας βίαιων και αδιανόητων πράξεων έχει ως αποτέλεσμα την υπέρβαση των ψυχικών ορίων των συγγενών των θυμάτων, η αποσιώπηση –σχεδόν ασύνειδα– επιστρατεύτηκε για να λειτουργήσει ως αμυντικός μηχανισμός. Σε ένα αρχικό επίπεδο πάντως, η διεργασία του πένθους στο Δίστομο εξελίχθηκε σε αναφορά με το ετήσιο μνημόσυνο που γινόταν στο χωριό την 10η Ιουνίου.

Ο παράγοντας που έδωσε την ώθηση στην κοινωνία του Διστόμου για να βγει από τη σιωπή της ήταν η ίδρυση του Πολιτιστικού Συλλόγου Διστόμου (1976). Ενδεικτικοί καρποί της δράσης του ήταν η διοργάνωση συναυλίας εις μνήμην των θυμάτων της ναζιστικής θηριωδίας στο Δίστομο (1977), η πραγματοποίηση έκθεσης φωτογραφίας των θυμάτων, η ψήφιση και καθιέρωση της 10ης Ιουνίου ως ημέρας τοπικής αργίας από το Δημοτικό Συμβούλιο (αρ. απόφασης 114/1988). Σταδιακά, οι δράσεις του συλλόγου –με τη συνεργασία του Δήμου Διστόμου– διαμόρφωσαν ένα ετήσιο δεκαήμερο πρόγραμμα εκδηλώσεων μνήμης που πλέον περιλαμβάνει: α) μνημόσυνο, β) «Δρόμο θυσίας», γ) σχολικούς αθλητικούς αγώνες, δ) μουσική εκδήλωση με χορωδίες, ε) θεατρική παράσταση, στ) συναυλία.

Εντούτοις, οι εκδηλώσεις προς τιμήν των θυμάτων της ναζιστικής θηριωδίας διακρίνονται περισσότερο από μια πληθωριστική προσέγγιση της μνήμης και λιγότερο από την απόπειρα εμβριθούς και συστηματικής ιστορικής διερεύνησης του τραυματικού παρελθόντος. Παρ’ όλα αυτά, τόσο στις εκδηλώσεις, όσο και σε συλλογικές ενέργειες των κατοίκων του Διστόμου, διαφαίνεται  και μια «πολιτική της δίκαιης μνήμης», η οποία αφορά την επεξεργασία των ενεργών συλλογικών τραυμάτων σε ένα πλαίσιο εμβάθυνσης, κατανόησης και αποφόρτισης των παθών. Εμβληματικές προσωπικότητες, όπως ο Ιωάννης Σταμούλης και ο Αργύρης Σφουντούρης, συνέβαλαν αποφασιστικά στη δημιουργία αυτού του πνεύματος διεκδίκησης της ηθικής αποκατάστασης των θυμάτων και σύνδεσης της έννοιας της αποζημίωσης με τη διαμόρφωση παραδειγματικής ιστορικής μνήμης (= απόπειρα διαχείρισης των ιστορικών συμβάντων με τρόπο ώστε να παρεμποδιστεί η επανάληψη θηριωδιών).

Ενδεικτικές πράξεις και εκδηλώσεις που εντάσσονται στο πλαίσιο της «πολιτικής της δίκαιης μνήμης» είναι:

α) Οι ενέργειες 132 κατοίκων του Διστόμου οι οποίοι το 1995 κατέθεσαν, στα ελληνικά δικαστήρια, αγωγή εναντίον του γερμανικού Δημοσίου –με αντιπρόσωπο τον νομάρχη Βοιωτίας Ι. Σταμούλη–, ζητώντας να αναγνωριστεί η υποχρέωση του γερμανικού κράτους να τους αποζημιώσει για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από τις πράξεις των γερμανικών στρατευμάτων κατά τη διάρκεια της Κατοχής.

β) Συζητήσεις μεταξύ του Αργ. Σφουντούρη, κατοίκων του Διστόμου και των Γερμανών δικηγόρων M. Klinger και G. Heinecke (μελών της AK Distomo), σχετικά με τις εξελίξεις στο ζήτημα της διεκδίκησης αποζημιώσεων από το γερμανικό κράτος.

γ) Κάθε χρόνο, στο πλαίσιο εκπαιδευτικής συνεργασίας, οι μαθητές του Λυκείου Διστόμου και της Γερμανικής Σχολής (Μαρούσι) επεξεργάζονται ιστορικά και πολιτιστικά θέματα. Υπεύθυνοι καθηγητές είναι από το Λύκειο Διστόμου η Β. Καρανάσου και από τη Γερμανική Σχολή οι R. Wiesinger και J. Barabas.

Συνοψίζοντας, θέλω να τονίσω ότι η ανάμνηση της Σφαγής έχει μεταπλαστεί από την κοινότητα του Διστόμου με ενδιαφέροντα τρόπο, είτε μέσω της κυριολεκτικής (εγκλωβισμένης με παθητικό τρόπο στο παρελθόν) είτε μέσω της παραδειγματικής μνήμης  σε μαρτυρίες, μνημειακούς τόπους (Μουσείο Ναζιστικής Θηριωδίας, Μαυσωλείο), λογοτεχνικά κείμενα και δράσεις.

Είναι σαφές ότι στο Δίστομο, όπως και σε άλλους μαρτυρικούς ελληνικούς τόπους, το ελληνικό κράτος δεν βοήθησε με κατάλληλους χειρισμούς ώστε να συντελεστούν οι κοινωνικές διαδικασίες της μνήμης και της ιστορικοποίησης του συλλογικού τραύματος: να αρθούν οι εσωτερικές αντιστάσεις και να περατωθεί το πένθος. Κοινωνικές ομάδες ή μεμονωμένα άτομα ανέλαβαν την πρωτοβουλία για να διεκδικήσουν όσα το ελληνικό κράτος αρνήθηκε να τους διασφαλίσει. Η απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδιάς που εκδίκασε αποζημίωση 60 εκ. ευρώ στις οικογένειες των θυμάτων της ναζιστικής θηριωδίας στο Δίστομο είναι κεφαλαιώδους σημασίας γιατί δίνει τη δυνατότητα σε μεμονωμένα άτομα να απαιτήσουν αποζημιώσεις, και ως εκ τούτου δημιούργησε νομικό προηγούμενο για το θέμα των αποζημιώσεων. Οι συγγενείς των θυμάτων του Διστόμου, μετά την απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (11/2000), σύμφωνα με την οποία τα ελληνικά δικαστήρια έχουν τη δικαιοδοσία να εκδικάζουν αγωγές αποζημίωσης κατά του γερμανικού Δημοσίου, έθεσαν σε εφαρμογή τη διαδικασία αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτων του γερμανικού Δημοσίου στην Αθήνα. Ωστόσο, το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (2002) αρνήθηκε την καταβολή αποζημιώσεων, επικαλούμενο διάταξη του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σύμφωνα με την οποία για τέτοιου είδους ενέργειες απαιτείται άδεια του Έλληνα υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία και δεν δόθηκε.  

Είναι σημαντικό η εκκρεμότητα αυτή, μέσω της διεκδίκησης των γερμανικών αποζημιώσεων από τη σημερινή ελληνική κυβέρνηση, να λάβει τέλος. Είναι, όμως, επίσης, σημαντικό τόσο η έννοια της αποζημίωσης, όσο και αυτή της ηθικής αποκατάστασης των θυμάτων να μη συνδέονται με μανιχαϊστικό τρόπο με τη σημερινή δημοκρατική Γερμανία. Τον δρόμο για μια τέτοια οπτική τον επισημαίνουν οι μαθητές του Λυκείου Διστόμου. Σε έρευνα που έκαναν, στο πλαίσιο της ετήσιας εκπαιδευτικής συνεργασίας τους με τη Γερμανική Σχολή (2012), με  θέμα «Πώς μας βλέπουν οι Γερμανοί; Πώς τους βλέπουμε εμείς; Έλληνες-Γερμανοί. Εμείς-Οι άλλοι», το 85% των ερωτηθέντων (μόνιμοι κάτοικοι Διστόμου και Έλληνες μετανάστες στη Γερμανία) δήλωσε πως έχει θετική γνώμη για τους Γερμανούς και το 53% ότι δυσαρεστήθηκε από τα αρνητικά σχόλια των Γερμανών για την οικονομική κρίση στην Ελλάδα.

Η Ζέτα Παπανδρέου είναι διδάκτωρ της διδακτικής της Ιστορίας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s