Τα πολιτικά όρια μιας συμφωνίας

Standard

Διαπραγμάτευση, Συμφωνία, Ρήξη: οι όροι και οι προϋποθέσεις

Ο πολιτικός επιστήμονας Λουδοβίκος Κωτσονόπουλος και ο οικονομολόγος Πέτρος Σταύρου απαντάνε σε τρία ερωτήματα που τους έθεσαν τα «Ενθέματα»: α) Πώς αποτιμάτε το διάστημα από τη συμφωνία της 20/2 έως σήμερα; Έγιναν λάθος εκτιμήσεις από την ελληνική πλευρά, υπαναχώρησαν οι εταίροι, πού έχουμε φτάσει; β) Η συμφωνία: Τι πρέπει, κατά τη γνώμη σας, να περιλαμβάνει μια συμφωνία για να την υπογράψει η κυβέρνηση; γ) Η ρήξη: Πώς ορίζετε μια ρήξη; Ποιοι είναι οι κίνδυνοι και οι προοπτικές από μια τέτοια εξέλιξη;

Τα πολιτικά όρια μιας συμφωνίας

του Λουδοβίκου Κωτσονόπουλου 

Η συμφωνία του Φεβρουαρίου δεν έκανε κάτι περισσότερο από το να επικυρώσει τη θέληση των ενδιαφερόμενων πλευρών να εμπλακούν σε μια διαδικασία διαπραγμάτευσης. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να αξιολογήσουμε, αυτή τη στιγμή, εάν έγιναν λάθη –και εάν ναι, τι είδους και πόσο κρίσιμα ήταν– από την ελληνική πλευρά στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας. Για τον απλό, αλλά σοβαρό, λόγο ότι δεν έχουμε μπροστά μας όλα τα δεδομένα. Μπορούμε, όμως, να προβούμε σε μια συνολικότερη αξιολόγηση για το πώς κινήθηκαν τα πράγματα.

Α: Γιώργος Βακαλό, «Άνθρωπος με σκοινί», π.1938

Α: Γιώργος Βακαλό, «Άνθρωπος με σκοινί», π.1938

Η συμφωνία του Φεβρουαρίου σηματοδότησε την επιστροφή της πολιτικής στο τραπέζι αναδεικνύοντας, έτσι, τις σαφείς διαιρέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στους δανειστές: Ανάμεσα σε εκείνους που θα ήταν πρόθυμοι για μια πολιτική διευθέτηση του ζητήματος, και σε εκείνους που εμμένουν στην αναγκαιότητα ολοκλήρωσης του προγράμματος, πράγμα που σημαίνει περιορισμό των διαπραγματεύσεων σε τεχνικό επίπεδο και στο πλαίσιο που όριζε η πολιτική συμφωνία των προηγούμενων κυβερνήσεων. Η Αθήνα επέλεξε σωστά να δώσει το βάρος των συζητήσεων στους πρώτους, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα τους δεύτερους, επιδιώκοντας την αλλαγή του πολιτικού πλαισίου των διαπραγματεύσεων, γεγονός που θα οδηγούσε στη συνακόλουθη προσαρμογή των τεχνικών συζητήσεων στο νέο πλαίσιο.

Δύο διαπραγματευτικά χαρτιά μπορούσαν να πιέσουν στην κατεύθυνση της πολιτικής λύσης. Το πρώτο ήταν η απειλή της γεωπολιτικής αποευθυγράμμισης της χώρας από το ευρωατλαντικό μπλοκ. Η πολιτική αυτή δεν προχώρησε –ορθώς και ευτυχώς– πέρα από τα όρια μιας πολύπλευρης εξωτερικής πολιτικής, η οποία δεν ήταν, όμως, σε θέση να εξασφαλίσει ένα εναλλακτικό διεθνές περιβάλλον όπου θα μπορούσε να κινηθεί η χώρα με αξιώσεις.

Το δεύτερο ήταν το δυσβάσταχτο κόστος που θα βάραινε τους ώμους της Ε.Ε. σε περίπτωση ελληνικής εξόδου από το ευρώ. Από τη συνθήκη της Ρώμης και μετά, η μόνη διαδρομή που ακολουθούσαν οι χώρες ήταν προς την ένωση και όχι μακριά από αυτήν. Μια αποχώρηση θα έριχνε την Ένωση σε βαθιά υπαρξιακή κρίση. Το πρόβλημα με αυτή τη δεύτερη επιλογή ήταν ότι ποτέ δεν τέθηκε από την ελληνική πλευρά αυτό το ενδεχόμενο ως ρεαλιστικό σενάριο. Δεν τέθηκε δηλαδή με τέτοιο τρόπο ώστε τα εμπλεκόμενα μέρη να κατανοήσουν ότι μία ρήξη μπορούσε να οδηγήσει την Ε.Ε. σε αχαρτογράφητα και την Ελλάδα σε αδρώς χαρτογραφημένα νερά. Αδρώς, μεν –πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά;– χαρτογραφημένα, δε. Σε αυτό ακριβώς το σημείο και το ζήτημα να ορίσουμε τη ρήξη και τις προϋποθέσεις με τις οποίες θα γίνει. Γιατί είναι ένα πράγμα το ενδεχόμενο να έχει μελετηθεί προσεκτικά και με τέτοιο τρόπο ώστε η ρήξη να γίνει με τους όρους που επιλέγουμε, και είναι κάτι πολύ διαφορετικό η ρήξη να επιβληθεί ως λύση ανάγκης και με τους όρους που θα οριστούν από τους δανειστές. Με δεδομένη την ελλιπή προετοιμασία του κράτους, του κόμματος και της κοινωνίας για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, είναι πολύ πιθανό η προσφυγή σε αυτό, εάν συμβεί, να γινόταν με βάση το σενάριο της δεύτερης περίπτωσης.

Τα δύο αυτά διαπραγματευτικά χαρτιά χρησιμοποιήθηκαν, σε ένα βαθμό, από την κυβέρνηση και απέφεραν αποτελέσματα, που μέχρι στιγμής όμως δεν ήταν τόσο εκτεταμένα ώστε να υποκαταστήσουν την ισχύ εκείνων που δίνουν βάρος στην τεχνική επίλυση του ζητήματος. Αυτή υποστηρίζεται και από μία δομική πολιτική μεταβολή που έχει συμβεί στο πλαίσιο της Ε.Ε. Από την έναρξη της κρίσης και μετά το κέντρο ισχύος έχει μετατεθεί οριστικά στην εκτελεστική εξουσία της Ένωσης, η οποία σχεδιάζει και εφαρμόζει μία διεθνοποιημένη πολιτική διαχείρισης της κρίσης που βασίζεται στη λιτότητα. Το νέο ποιοτικό στοιχείο αυτής της τάσης είναι ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εξασφαλίσει το προνόμιο να ορίζει ποιες από τις εθνικές πολιτικές δυνάμεις μπορούν να ενταχθούν σε αυτό το «ευρωπαϊκό σχέδιο διαχείρισης της κρίσης» και ποιες όχι. Από εδώ πηγάζει και όλη αυτή η συστηματική μεθόδευση που επιχειρείται τους τελευταίους μήνες για αποσταθεροποίηση του ΣΥΡΙΖΑ.

Σε αυτό το πλαίσιο, θεωρώ ότι η άποψη πως μία συμφωνία-πακέτο θα κλείσει οριστικά το ελληνικό ζήτημα και θα εξασφαλίσει τους όρους ανάπτυξης είναι μάλλον βεβιασμένη. Η διαδικασία εξόδου από την κρίση είναι σύνθετη, από τη στιγμή που οι ευρωπαίοι εταίροι δεν υποστηρίζουν πολιτικά ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Ως εκ τούτου, μια προσωρινή συμφωνία, που ιδανικά οι κόκκινες γραμμές της θα ήταν το πάγωμα της λήψης υφεσιακών μέτρων, θα μπορούσε να εξασφαλίσει μία πίστωση χρόνου. Οι τάσεις σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν αρχίσει να είναι φυγόκεντρες. Αυτό δεν σημαίνει ότι επίκειται η διάλυσή της αλλά ότι η πολιτική διαχείριση της κρίσης θα τεθεί αναπάντεχα σε δοκιμασία. Ως Αριστερά οφείλουμε να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά στις ευκαιρίες που θα παρουσιαστούν μέσα σε αυτή τη διαδικασία, με βασική, όμως μέριμνα, την προετοιμασία για το χειρότερο σενάριο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s