Χωρίς «εξέταστρα»

Standard

του Παναγιώτη Νούτσου 

Φίλοι και φίλες ή φίλες και φίλοι με παρακάλεσαν να «ξαναστήσω» τη «Λέσχη Ανάγνωσης», στο κυλικείο του Β΄ ορόφου του Κοινοβουλίου (βλ. το βιβλίο μου Κοινωνική και πολιτική αγορατολμία, 2013, σ. 199-200). Και πάλι με ισότιμο τρόπο: ανά τέσσερις (δύο άντρες και δύο γυναίκες) εκπρόσωποι των κομματικών σχηματισμών που εκπροσωπούνται στη Βουλή, μία τετράδα της «εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς» για να μην κηρύξει «αντάρτικο» και μία από την αντίπερα όχθη για να διαπιστωθεί πώς εξακολουθεί να «δρα». Σύνολο, τριανταέξι μέλη. Ως προς τον χειρισμό της λειτουργίας της «Λέσχης»: όχι μια κι έξω εκλογή, αλλά η ζωή της συνεχίζεται και ανανεώνεται με κλήρο, ανά απόγευμα, και όποια/όποιος εξαντλεί το τετράωρο έργο της/του δεν μπαίνει ξανά στην κλήρωση.

Paul Delvaux - The Congress

Paul Delvaux – The Congress

Ποιο όμως θα ήταν το θέμα του μηνός που άρχιζε με την «Πρωτομαγιά», όταν δηλαδή η άνοιξη βρίσκεται στο απόγειό της και ωθεί τους εργαζόμενους να βρουν «καινούριο δρόμο»; Η θεματική ενότητα ήταν ήδη γνωστή. Τι «συνέβη», από το φθινόπωρο του 2009 έως τις εκλογές του 2015: «για την υπαγωγή της χώρας στο καθεστώς των Μνημονίων». Συγκατένευσα, αμισθί και χωρίς διαφημιστικές αξιώσεις, με τον εξής όμως δεκάλογο «σκηνοθετικών οδηγιών», εθελούσιας κοπής και αποδοχής σε έναν «αγώνα» δρόμου που δεν προεξοφλεί ποιοι/ες θα «τερματίσουν»:

  1. Να ελεγχθεί ξανά η τιτλοφόρηση του αντικειμένου ή μάλλον συνεχώς να αναδιατυπώνεται, με γνώμονα την εκδίπλωση των συζητήσεων, έτσι ώστε να (μην) προδίδονται οι αρχικοί νουνοί της, τόσο για τον πληθυντικό: «των Μνημονίων» όσο και για το πώς «μια κρίση χρέους μετατράπηκε σε εθνική τραγωδία».
  2. Τα μέλη της «Λέσχης» να δώσουν τον καλύτερο εαυτό τους απέναντι σε ένα πράγματι «ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος», μήπως και μπορέσουν να αναχθούν σε ερευνητές του οικονομικού και πολιτικού πεδίου καθώς και των πολλαπλών διόδων επικοινωνίας τους, με τριτογενές όμως το νομικό πλαίσιό τους, και να μη μετατραπούν απλώς σε «αφηγητές» ρητορικών πλεονασμών (με την «ουσιαστική αναζήτηση των αιτιών» ή με τις «αληθινές αιτίες» στο στόμα για να μεταπλάθονται έτσι σε «αιτιάσεις» εναντίον «συνωμοτών»).
  3. Αν ο τελικός στόχος τους είναι η εξακρίβωση πολιτικών «ευθυνών», ας ξεκινήσουν από τις διεργασίες με τις οποίες διαγράφεται η βαθμιαία αναδυόμενη «ευθεία» οδός, δηλαδή από το σχεδιασμό ώς την πραγματοποίηση μιας συγκεκριμένης πολιτικής επιλογής.
  4. Συναφώς, να χαρτογραφηθεί με ακρίβεια η «διακεκομμένη» γραμμή που συνδέει «αιτίες» και «αποτελέσματα»: να κατανοούν και οι τριανταέξι ότι το «πρόβλημα» συνιστά τη δυνατότητα προβολής ιεραρχημένης σειράς «αιτίων» σε συγκεκριμένη κλίμακα «αποτελεσμάτων». Η «αιτιώδης συνάφεια» εκτυλίσσεται στο «χρόνο», διαδραματίζεται στον «τόπο» και τελείται με συγκεκριμένα «υποκείμενα». Αν παίζουμε στα δάχτυλα το «πότε», το «πού» και το «ποιοι», επιβάλλεται να μας βασανίζει το «γιατί» με το οποίο δένουμε τα «realia» σε μια πραγματικότητα κατανοήσιμη και ερμηνεύσιμη. Ιδού για τη «Λέσχη» ένα ακόμη πεδίο άσκησης του «ιστορικώς εννοείν», όχι πάντως για «αργόσχολους» ή χωρίς «ασυμβίβαστο».
  5. Να είναι αξιοσημείωτη η αναγνωστική εγρήγορση, ώστε τα αναδημοσιευόμενα κείμενα που προσκομίζονται ως τεκμήρια της υπό εξέταση έστω «μνημονιακής εποχής» να μην έχουν υποστεί περικοπές (οι τέσσερις σελίδες να μην έχουν καταντήσει τέσσερις αράδες) και αντίστοιχα να μην έχουν τεθεί σε κρησάρα επιλεκτικής μνήμης (για παράδειγμα σε ό,τι αφορά την «απόσυρση» ή την «επιστροφή» της Αριστεράς που τελευταία εμφανίζεται να βηματίζει κατά «αιώνες»).
  6. Να αποφεύγεται συνεχώς η «οριζόντια» κατόπτευση του πολιτικού πεδίου, εγχώριου και διεθνούς, έτσι ώστε να μην επιχωριάζει ο πρόχειρος περιγραφισμός που μετατρέπει το «μέρος» σε «όλο» και μη φορτίζεται, κάποτε, με την πολιτικών αξιώσεων «επαγγελματοποίηση» της «αντιμνημονιακής» πρακτικής.
  7. Το οπτικό πεδίο, ως προς τη μονολεκτική απόδοση της «κρίσης», να περιλαμβάνει τη θεμελιώδη οικονομική της διάσταση όσο και την ομότροπη πολιτική και πολιτιστική, για να μένει παντελώς στην άκρη η ευφάνταστη χορεία των «ρητόρων» και «θεολόγων της κρίσης» που παρελαύνει πληθωρικά και στους εγχώριους θεσμούς δημοσιότητας.
  8. Να αξιοποιείται κριτικά η οικεία –διεθνής, πρωτίστως– βιβλιογραφία, με όλες τις ερμηνευτικές πρακτικές και τα τυχόν ετερογενή ευρήματα, πάντως όχι μόνο όσα έχουν αξιοποιηθεί ή απλώς προβληθεί από τα «Ινστιτούτα» των κομμάτων και τα θεωρητικά τους έντυπα, τα ένθετα εφημερίδων και τα αφιερώματα περιοδικών (βλ. και το προαναφερθέν βιβλίο, σ. 200-215, με το πολλών δεκάδων «αυτοσυμπληρούμενο» ερωτηματολόγιο για την «κρίση»).
  9. Να τεκμηριώνεται ότι η ανακατανομή του εγχώριου παραγόμενου πλούτου σε βάρος των μεσαίων και χαμηλών εισοδημάτων, δηλαδή ως διαρκής αναπαραγωγή και διεύρυνση των υπαρχουσών ταξικών αντιθέσεων, δεν αποτελεί πάγια «παρακαταθήκη» του τρόπου ανάδυσης και συγκρότησης του κράτους που την επιτελεί. Με αυτονόητο το ερώτημα: μπορεί να σταθεροποιηθούν στην πολιτική σκηνή κόμματα με διαφορετική τακτική και στρατηγική, αφουγκραζόμενα τις κοινωνικές αντιστάσεις και εδραιώνοντας τη δυνατότητα να επιτευχθεί μια διαφορετική σύζευξη οικονομίας, πολιτικής και πολιτισμού; Η διαβεβαίωση του πρωθυπουργού, εντός και εκτός της χώρας παραμένει ισχυρή: «Η Ελλάδα δεν είναι μία χώρα υποτελής και υποταγμένη», αν και «απώλεσε μεγάλο μέρος της οικονομικής της δύναμης».
  10. Να περιορίζονται στο ελάχιστο οι αναχρονισμοί (σ’ αυτούς συγκαταλέγεται και η απόφανση: «πρωτοφανής οικονομική κρίση»), χωρίς ωστόσο να υποτιμάται η συνδρομή της οικείας ιστοριογραφίας. Πόσο ευστοχεί ή, έστω, τι σημαίνει η αποκλειστική εστίαση του ερευνητικού ενδιαφέροντος στο χρονικό διάστημα: «φθινόπωρο του 2009-Ιανουάριος 2015»; Να δώσω ένα αντι-παράδειγμα διά χειρός σημερινού υπουργού: Ας υποθέσουμε ότι πραγματευόμαστε την «αμερικανική βοήθεια» και το «Σχέδιο Μάρσαλ». Τι θα έπραττε ένας σοβαρός μελετητής αυτού του θέματος, αν όχι να εξακριβώσει –σε πολυσέλιδο μάλιστα κείμενο, το ένα τρίτο βιβλίου– τι όντως προηγήθηκε του 1948 (τα «κληροδοτήματα της οικονομίας της Κατοχής») και τι επακολούθησε του 1952;

 

Επιμύθιο: με τα αναγκαία διαλείμματα, η συζήτηση στο «Εντευκτήριο» θα ολοκληρωθεί με την κατάθεση του προϋπολογισμού του επομένου έτους. Και με νέο θέμα: «Τι δεν είναι “Αριστερά” σήμερα».

 

            Ο Παναγιώτης Νούτσος διδάσκει Κοινωνική και Πολιτική Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s